Στην μνήμη του Θόδωρου Αγγελόπουλου .Η Θεατρική παράσταση πες μου παππού ιστορίες από τη Λήμνο

Αη Στράτης Αύγουστος 2020
Κτήμα ΠΑΛΛΗΜΝΙΑΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ Αύγουστος 2020
Πήγαδος Ανδρωνίου Αύγουστος 2020
Μούδρος Αύγουστος 2020

Το νόημα της φωτογραφίας είναι απλό . Αυτό υπήρξε

Γεώργιος Χριστομάνος .
Ιωάννης Μήτας

Μνήμη δυο όμορφων ανθρώπων

Το νόημα της φωτογραφίας είναι απλό . »Αυτό υπήρξε » .
Και πραγματικά είναι όμορφη αυτή η μνήμη
και αυτό που υπήρξε
γιατί και οι δυο άνθρωποι που με είχαν στην εργασία
εκεί στην γειτονιά των ονείρων , στα χρόνια της δικτατορίας μικρό παλικαράκι , ήταν εξαιρετικοί .
Με το χιούμορ τους με το χαμόγελο τους
και με τις συμβουλές τους .
Στην πόλη μας οι βιοτεχνίες με πλάκες για τις πλατείες τα πεζοδρόμια και τις αυλές των σπιτιών της , ήταν τρεις ,
Δυο μεγάλες και μια μικρότερη .
Οι μεγάλες ήταν η μία των αδελφών Κόφφα και η άλλη του Μεφσούτ .
Την τρίτη την είχαν ο Γιώργος ο Χρηστομάνος ,ο ένας από τα αδέρφια με τα φορτηγά και τους εκσκαφείς,
εκεί στην όμορφη γειτονιά δίπλα στου Τσαλαπάτα ,
μαζί με τον γαμπρό του από αδερφή , τον Γιάννη Μήττα .
Μαζί στα διαλείμματα γίνονταν το κολατσιό με το τυρί την ντομάτα και την κονσέρβα , και στις ζέστες του καλοκαιριού άνοιγαν και οι δροσερές πορτοκαλάδες και λεμονάδες της ΕΨΑ
που με έστελναν να φέρω από την ταβέρνα του κ Αποστόλη Βέτσικα .
Πραγματικά υπήρξαν δυο όμορφες ψυχές .

Το παιδί και το ποδήλατο . Αναζητείται – Εξαφανίσθηκε !

η φωτογραφία καρτ ποστάλ του Στουρνάρα , από την σελίδα η Μαγνησία στο Πέρασμα Του Χρόνου

Αναζητείται  – Εξαφανίσθηκε ! 


Το αγόρι μόλις είχε βγάλει το δημοτικό .   Για συνέχεια στο Γυμνάσιο  ούτε λόγος . Δεν έγινε καν κουβέντα στο σπίτι .    Και πως να γίνει όταν ο μικρός καβαλούσε το ποδηλατάκι του με την σημαία της αγαπημένης του ομάδας πάντα στην κορυφή της κεραίας , και πολλές φορές έκρυβε την σάκα του πάνω στα μπεντένια των Παλαιών ,εκεί κάτω από τα συντρίμμια του τζαμιού του , και ξεχύνονταν στην πόλη .  Έφτασε και η μέρα να βγει για τα καλά στην ζωή. Το πρώτο καλοκαίρι μετά το σχολειό  το παίρνει ο πατέρας από το χέρι και πηγαίνουν εκεί στην Αλεξάνδρας λίγο πριν την Φιλίππου Ιωάννου όπου και τον άφησε στο μπακάλικο ενός ανθρώπου για δουλειά .Για έναν μήνα ο μικρός πήγαινε καθημερινά πρωί απόγευμα τις παραγγελίας των πελατών  και τις άφηνε στις ολάνθιστες οικίες τους . Η μεταφορά των τροφίμων γίνονταν με το ποδηλατάκι του μέσα σε δυο μεγάλα καλάθια .Ένα πρωινό ακούει το αφεντικό να του λέει .  Πάρε τούτα τα τρόφιμα  και πήγαινε τα στο σπίτι .  Κάπου στην οδό Σαράτση η όμορφη δική του μονοκατοικία λίγο πιο πάνω από τον Άγιο Κωνσταντίνο ,εκεί στην γειτονιά όπου φάνταζε το κτίριο τού μύλου Καπουρνιώτη.  Φτάνει τ ‘ αγόρι στο σπίτι με το καλάθι γεμάτο ,κοντοστέκεται για λίγο  στην μισάνοιχτη πόρτα του , χτυπά το κουδούνι και βάζει φωνή . Έφερα τα πράγματα !   

Από το βάθος του σπιτιού ακούει να του λέει η φωνή της γυναίκας .                                                   -Άφησε τα αγόρι μου αυτού στο χώλ . Αφήνοντας το καλάθι με τα τρόφιμα δίπλα από ένα τραπεζάκι, βλέπει πάνω του ένα χαρτονόμισμα των 50 δραχμών .  Χωρίς να το πολυσκεφθεί απλώνει το χέρι και το παίρνει . Καβαλά το ποδήλατο του και περνώντας έξω από το τεράστιο κτίριο τού αλευρόμυλου πηδά τον τοίχο του και σε μια γωνιά του δίπλα από μια πόρτα το κρύβει κάτω από μια πέτρα .                  Έχοντας πια απελευθερωθεί  από το προϊόν του εγκλήματος .. συνεχίζει προς τον επαρχιακό δρόμο Βόλου – Λαρίσης  όπου και περνά τα χωριά του και μετά από ώρες φτάνει  στην Λάρισα .  Τριγυρίζοντας στη γέφυρα του Πηνειού εκεί στο Αλκαζάρ κάτω από τον καυτό ήλιο  κι έχοντας πεινάσει  , παίρνει τον δρόμο τού γυρισμού  .                                                

Έχει αρχίσει πια να κρύβεται  ο ήλιος και να πέφτει το βράδυ στον δρόμο , κι ενώ έχει φτάσει έξω από ένα χωριό που μια πινακίδα του  έγραφε κι έδειχνε στ ‘αριστερά Πλατύκαμπος  και προς την άλλη μεριά Χάλκη , ένας χωροφύλακας το σταματά . Το ρωτάει από που έρχεται και που πηγαίνει , και παίρνοντας την απάντηση από το παιδί , το παίρνει και μπαίνουν μαζί στο χωριό Πλατύκαμπος , όπου εκεί στο τμήμα της χωροφυλακής το έβαλε να κοιμηθεί .  Την επομένη μέρα το πρωί το ανεβάζει σε ένα φορτηγό γεμάτο σιτάρι μαζί με το ποδηλατάκι του   λέγοντας στον οδηγό του σε πιο μέρος να το αφήσει στον Βόλο .  Το φορτηγό φτάνει στον Μύλο του Λούλη όπου και αφήνει τον μικρό .      Στο ποδήλατο ο μικρός και στο σπίτι , στην γειτονιά του ,εκεί στην Μητροπολίτου Γρηγορίου που έριχνε τον ίσκιο του τα καυτά καλοκαίρια ένας άλλος μύλος , του Λούλη , όπου και  το πλινθοκεραμοποιείο του Τσαλαπάτα. Φτάνοντας σπίτι ο πατέρας το παίρνει και το πηγαίνει  στην ασφάλεια της πόλης .   Ο διοικητής ονόματι Μπουραντάνης φόβος και τρόμος της πόλης το κατεβάζει στο υπόγειο που υπήρχαν τα κελιά και με φωνές τού λέει . – Θα το ξανακάνεις ; Άμα το ξανακάνεις δω μέσα θα μείνεις για πάντα φουκαρά μου !  Τις βλέπεις τις εφημερίδες ! Και του δείχνει μαζί με τον πατέρα του , την Θεσσαλία και τον Ταχυδρόμο ,την έκδοση της ημέρας , όπου στην πρώτη σελίδα σε μια φωτογραφία το ποδήλατο με το παιδί χαμογελαστό έγραφε . Αναζητείται !  Εξαφανίσθηκε ! 

Το Πήλιο και τα δελφινοκόριτσια

Όταν πήγαινα τα δελφινοκόριτσια και τον γιο κολυμβητήριο
τα πάντα Αrena ήταν πάνω τους .
Από μαγιό παντούφλες μπουρνούζια μέχρι σκουφάκια .
Ε..να μην πάρουμε κι εμείς ένα ζευγάρι παντοφλίτσες Μητσάρα !
«Στο Πήλιο το παγωμένο νεράκι » . .

Στον Ρωμαίικο γιαλό Λήμνου

φωτογραφία τού Tassos Economopoulos στο Η Λήμνος Στο Πέρασμα Του Χρόνου

Δέκα δεκαπέντε περίπου χρόνια πριν την λήψη της όμορφης αυτής φωτογραφίας λίγο πριν την κατοχή έβγαινε ανακοίνωση από το λιμενικό για το πως θα πηγαίνουν στο Ρωμαίικο γιαλό να κάνουν τις βουτιές τους τα κορίτσια και τ’αγόρια .
Για να ικανοποιούνται και τα συντηρητικά και τα προοδευτικά παιδιά όπως έγραφε ο τύπος της εποχής .
» Διά Λιμενικής διατάξεως καθορίζονται ως εξής τα των θαλασσίων λουτρών εν την παραλία Ρωμαίικου γιαλού .
Από των εκβολών του ποταμού μέχρι της οικίας Βόδελα ο χώρος είναι ελεύθερος δι ‘ άρρενας και θήλεις .
Ο από τού ποταμού μέχρι και του μύλου Παντελίδου χώρος χωρίζεται εις δύο ζώνας μίαν διά μόνον γυναίκας και μία διά άνδρας μόνον .
Τα όρια των ζωνών τούτων θα υποδεικνύουν με καταλλήλους πινακίδας

Μαντατοφόρες . Γ. Ρίτσος

Γυάρος , Μάης του 67 κι ο Ρίτσος ξεκινά τις Μαντατοφόρες.
( μικρό απόσπασμα )

Μαγιάτικο λιόγερμα . Ησυχία . Ο τρομερός πολυήμερος άνεμος ,που ξεκολλούσε πέτρες απ’ τους λόφους , που γέμιζε σκόνη κι αγκάθια τα μαλλιά , τα μάτια , τα στόματα και τα κατσαρόλια του συσσιτίου , κόπασε ξάφνου τ’απομεσήμερο Χάθηκαν τα ξεμαλλιασμένα σύννεφα .Μπουνάτσα .Μόλις που ανασαίνει γύρω-γύρω το νερό στο περιγιάλι .Σκόρπια στο πέλαο ξεχωρίζουν λουλάκια τα νησάκια . – η Άντρος , η Σύρα , κι άλλα κι άλλα , ίσως η Χίος , το Τρίκερι ,
η Κρήτη , η Γαύδος ,
πιο δώθες η Λήμνος , -Μούδρο και Κοντοπούλι –
το Μακρονήσι , η Γιούρα , η Λέρος – Παρθένι και Λακί και πιο βαθιά πιο μέσα η Μονοβασιά .
Γιατί ‘ναι τέτοια απέραντη διαφάνεια που διαπερνάει το χρόνο , σβήνει σύνορα , σα για να μην αφήσει τίποτα κρυμμένο –
σταμνιά σπασμένα ,κόκκαλα , παλιά σιδερικά , αδικίες .
Γυμνό τοπίο ,με μεγάλα βράχια , λίγα καψαλισμένα θάμνα , μια σκουριασμένη δεξαμενή .
Αγκαθωτά πενταπλά συρματοπλέγματα φράζουν τον τόπο ως κάτου στ’ ακρογιάλι .
Στους γύρω λόφους και στην κορφή του πέτρινου βουνού ,παλιά ξεβαμμένα ,ξύλινα φυλάκια . Χαλκοντυμένοι φύλακες ,με σκεπασμένα πρόσωπα ,ασάλευτοι . Που και που μια κοφτερή λάμψη – απ’ τις λόγχες .Βαρειά σιωπή ,ξαστεριά ,λαμπρότητα .
Μονάχα εφτά μαυροφόρες ,με κεφαλομάντιλα , κουβεντιάζουν πιο κάτου ,μισοκρυμμένες απ’ τα βράχια .

………………………………………….. ΟΛΕΣ: Αχ , νάτανε να ξεκαθάριζε τ’αυτί μας απ’ τον κρότο της πέτρας ,
ν’ακούσουμε μια νύχτα πάλι , με την άνοιξη πάλι ,ένα φύλλο
να κουβεντιάζει μ’άλλο φύλλο ΄ κι άχ , ν’ακούσουμε το πιο μικρό μικρό αστρουλάκι
που τόσκασε απ’ τ’αδέρφια του και μοναχό τσαλαβουτάει
απ’ τη χαρά του στο ποτάμι
βρεχούμενο ως το γόνατο , κι όλα τα τζάμια ν ‘αντηχούν το χοροπήδημά του
κι όλα τα γυαλικά μες στο μπουφέ ν ‘ αντιλαμπύζουν ..

ΣΤ ‘ΓΥΝ : Κι άχ , άλλη μια βολά να ξαγρυπνήσουμε τη νύχτα , στο μεγάλο θέρο ,
όχι απ ‘ την έγνοια κι όχι απ ‘ την αγκούσα , μα απ’την αναγάλλια
τ ‘αστροπερίχυτου ουρανού ΄ κι άχ , μες από το σπλάχνο μας
μια βολά πάλι
να τιναχτεί η κραυγή : τι όμορφη , θέ μου ,πούναι η πλάση

Α» ΓΥΝ : Άχ ,έτσι , ναι , κι η μοσκοβολιά σ’ούλο το κορμί μας απ’ τα θερισμένα στάχυα
ζεστή μέσα στ ‘αγιάζι της νυχτός απ ‘ το λιοπύρι της ημέρας

Β ‘ΓΥΝ : κι η μοσκοβολιά απ’ τους δεντρόκηπους κι από τ ‘αραποσίτια .

Γ ‘ΓΥΝ : κι από τις ποτισμένες ντοματιές , τις πεπονιές , τα φασολάκια

Δ ‘ΓΥΝ : Ν’ακούσουμε των κοριτσιών τα γέλια πλάι στις θημωνιές
ν ‘ανατινάζουν στον αγέρα
άχερα , χνούδια και μικρά γαλάζια ανθάκια

………… ΟΛΕΣ : Τάχατες είταν κάποτες ; Τάχατες κάποια μέρα θάναι πάλι ;
Μηδάς τα ονειρευτήκαμε μιάν άλλη νύχτα , σ’άλλον κόσμο;
Τάχα θα βγάλουμε μια σκόλη πάλι απ’ το παλιό σεντούκι
για τους καλούς μουσαφιρέους τ ‘άσπρα ,
τα σιδερωμένα πετσετάκια
τα κεντητά με μαργαρίτες κίτρινες κι άλικες παπαρούνες;

Ζ’ ΓΥΝ : ;Ax , άμυαλες γυναίκες , άχ , αστόχαστες και παραλοισμένες ,
τι πετσετάκια λέτε και τι σκόλες , και καλούς μουσαφιρέους ;
Πού ‘ ναι τα σπίτια μας και που οι αντροί μας κι οι γονιοί
και τα παιδιά μας –
δε μάς αφήκαν μήδε τοίχο ν ‘ακουμπήσουμε τη ράχη

…… ΟΛΕΣ : Tα σπίτια μας τα διαφεντεύει τώρα η θάλασσα ,
τα διαγουμίζουνε οι ανέμοι ΄
ο θάνατος κι ο χρόνος κουμαντάρουν τα νοικοκυριά μας ΄
σπάνε τα τζάμια , πέφτουν οι σοβάδες ,τα παράθυρα κρέμασαν

Ζ ‘ ΓΥΝ : οι φορατζήδες κι οι χωροφυλάκοι παίρνουν
τα στερνά δοκάρια .

φωτογραφία : η πόρτα του στρατοπέδου εξόριστων στο Κοντοπούλι του 48 -49 .
Κι ένας άλλος ολάνθιστος δημοκρατικός Απρίλης και Δεκέμβρης στο νησί 

Αντίο Θανάση

αντίο αγαπημένε μας ,
βάδιζες πάντα σε δρόμους ολοκάθαρους.. και ανιδιοτελείς
για την πρόοδο της πόλης και της χώρας .
Οι αγαπημένοι σου φίλοι και σύντροφοι δεν πρόκειται να σε ξεχάσουν ποτέ .

φωτογραφία : Από Ταχυδρόμο Βόλου

Η Παλλημνιακή Μητρόπολη

Το ομορφότερο πράγμα που βλέπουμε πάνω στη γη
είναι το φως του ήλιου ύστερα τα φωτεινά αστέρια,
τα σύγνεφα και το πρόσωπο του φεγγαριού .
Α ναι , και τα ώριμα πεπόνια τα μήλα τα αχλάδια και τα στάχυα που χορεύουν με τον άνεμο πριν πέσουν στην γη .

Η Παλλημνιακή Μητρόπολη

Εδώ που η γερακίνα χτίζει την φωλιά της για τα μικρά της ,
εδώ που άνθρωποι μόχθησαν και αγάπησαν τούτη τη γη
μια γη που αστράφτει , λαμποκοπά ,και ευωδιάζει περασμένη στο περιδέραιο της γλυκιάς πατρίδας από τα βάθη των αιώνων ,
ανέτειλε ο νέος χρόνος .
Όλα τα χρόνια που πέρασαν από πάνω της οι άνθρωποι της
την διαφύλαξαν σαν το φως των ματιών τους που έβλεπαν τον ήλιο και τα χρόνια να περνούν .
Ευχή να φυλάξουν και να αγαπήσουν την πανέμορφη τούτη γαία και οι νέοι που εκλέχθηκαν από τους φορείς του νησιού για να την προστατέψουν και να την οδηγήσουν ,συνεχίσουν, στο διάβα του χρόνου όπως έκαναν και όσοι την αγάπησαν μέχρι σήμερα .
Καλή χρονιά Φίλοι της Παλλημνιακής Μητρόπολης