ο Ηλίας Κότσαλης και το ράδιο Άλφα της Λήμνου

Την φωνή του την άκουγα πάντα τα πρωινά προς το μεσημέρι
πίσω στην μάντρα του κουνιάδου μου του Γιώργου Μαυρουδή
που τις περισσότερες φορές με φώναζε γιατί πείραζα την βελόνα από το ραδιόφωνο του αλλάζοντας την συχνότητα του μιας κι εγώ προσπαθούσα να ακούσω το Δεύτερο η το Τρίτο πρόγραμμα της Ελληνικής ραδιοφωνίας .
Σου έχω πει να μην πειράζεις το ράδιο . Σε λίγο ο Ηλίας θα πει τον καιρό και τα νέα της Λήμνου μου έλεγε . 
Τι να μάθω από το Δεύτερο και το Τρίτο , Μη το πειράζεις.. και το χάνω !
Πέρασε πολύ καιρός από τότε που γίνονταν αυτές οι ραδιοφωνικές διαμάχες με τον Γιώργο .
Ο Γιώργος έφυγε ..και τον Ηλία τον έβλεπα πότε στο κτήμα
της Μητρόπολης πότε σε διάφορες άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις .
Χθες ανταμώσαμε στην αγορά της Μύρινας και με κάλεσε για καφέ στον σταθμό του .
Πηγαίνοντας για πρώτη φορά στον χώρο του και βλέποντας τον να κάνει εκπομπή και με τον τρόπο που χόρευε..
με το μικρόφωνο που είχε μπροστά του κατάλαβα 
πως είναι ερωτευμένος με αυτό που κάνει χρόνια τώρα .

Ράδιο Λήμνος

Το ραδιόφωνο μπήκε στην ζωή μου 
από τότε που στην αγκαλιά της γιαγιάς μου
ακούγαμε το θέατρο της Τετάρτης και τις μαγικές φωνές 
του Μίμη Φωτόπουλου της Έλλης Λαμπέτη της Εύας Κοταμανίδου του Μάνου Κατράκη και τόσων άλλων αξιόλογων ηθοποιών της χώρας μας. Από τότε πάνε χρόνια πολλά , παραμένει όμως το πιο αγαπημένο και όμορφο πράγμα μέσα στο σπίτι που με την μαγεία του σε συνεπαίρνει .
Σήμερα βρεθήκαμε με τον φίλο Παναγιώτη σ ένα όμορφο ραδιόφωνο του νησιού , του Μορφωτικού Εκπολιτιστικού Αθλητικού Συλλόγου Λήμνου που φέρει την ονομασία Ράδιο Λήμνος όπου και φιλοξενηθήκαμε για λίγο . 
Η αλήθεια είναι πως ζήλεψα και χάρηκα όμως επίσης 
τα κορίτσια και το έργο που επιτελούν μέσα από την μαγική συχνότητα του .
Ευχαριστούμε Ελένη και Μαρία για την φιλοξενία σας .

Παλλημνιακό Ταμείο

Εις αεί

Οι βοσκοί οι σκαμιές
οι λεύκες με τις μαρμάρινες κολώνες τους
ο αγέρας που τραγουδά στα φύλλα τους 
τ αναμμένο καντήλι με τις σκαμμένες φιγούρες τα κελιά του 
η γερακίνα με τα μικρά της οι λευκές σαϊτιές των γλάρων 
ο πλήρης κι άδολος βίος .

Μετά από πάρα πολλά εμπόδια το μικρό ..τούτο κόσμημα 
συνεχίζει να στολίζει το περιδέραιο της πατρίδας , 
μετά την ψήφιση του νέου νόμου
για την παραπέρα πορεία και ανάπτυξη του .
Τα θερμά μου συγχαρητήρια στην διοίκηση του Παλλημνιακού Ταμείου στην κυβέρνηση και στους φίλους 
που κράτησαν ζωντανή την ιστορία .

Στρατής Φιλιππότης

Πάει και ο Στρατής . 
Αυτός ο σφριγηλός γέροντας με την ελιά στο μέτωπο 
αρμάτωσε για τελευταία φορά το γαλανό μπλέ 
θαλασσί καράβι του που έλεγε και η Μάρω , 
και τράβηξε για την γη που τόσο αγάπησε και ύμνησε , 
για την τελευταία του κατοικία .
Στον Στρατή Φιλιππότη πήγαινα τακτικά όταν ερχόμουν Αθήνα .
Και στο βιβλιοπωλείο εκεί στην Σόλωνος 69 με την προσωπογραφία του με τον Ριζοσπάστη ζωγραφισμένη στον τοίχο ,με την Μάρω Βαμβουνάκη παντού στον χώρο , 
και την μινιατούρα του Στάλιν σε μια γωνίτσα . 
Και στο υπόγειο εξομολογητήριο μετά από την μετακόμιση του που έγινε ύστερα από τις μεγάλες διαδηλώσεις τις μάχες και τις καταστροφές του κέντρου .
Δεν ξέρω ,αλλά κάτι με τραβούσε σε αυτόν τον γέροντα . 
Κουβέντες ανησυχίες και αγωνία για την κατάσταση στην χώρα μας . Τα λέγαμε και για τα τσιπουράδικα της Νέας Ιωνίας Βόλου, για τον τωρινό Μητροπολίτη Λήμνου και συμμαθητή του αν δεν κάνω λάθος και για τα βιβλία του .
Σαν να ταν χθές θυμάμαι να ανοίγω την πόρτα για πρώτη φορά διστακτικά και να του λέω .
-Καλημέρα
-Καλή σου μέρα
-Να κοιτάξω λίγο τα βιβλία;
…απαντά με μια κίνηση του χεριού που λέει λεύτερα.
Μετά από την περιήγηση στο πάγκο με το πλήθος των βιβλίων
αποφασίζω και παίρνω το ΘΡΥΛΟΙ ΤΩΝ ΚΑΣΤΡΩΝ ΜΑΣ
και το ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΩΡΑΙΟΙ ΤΡΕΛΟΙ που αναφέρεται στους Περικλή Γιαννόπουλο,Γεώργιο Βιζυηνό ,
Μιχαήλ Μητσάκη, Γιαννούλη Χαλεπά . Κώστα Καριωτάκη ,Ναπολέοντα Λαπαθιώτη,και Ρώμου Φιλύρα.
Αφού πληρώνω τα βιβλία ,τον ρωτώ,εσείς είστε εκδότης;
Μου γνέφει ναι με το κεφάλι του
και πιάνει ένα βιβλίο από τον πάγκο και μου το δίνει λέγοντας μου.
Αυτό στο χαρίζω.
σ ά τ υ ρ ο ς ε ρ ω ς .
γειά σου γέροντα Στρατή . Να ξερες πόσες φορές σάλταρα στα κλεφτά στο γαλανό καράβι σου με τους συγγραφείς σου .

Γάλα Μαγνησίας

Λίγες μέρες πριν αφήσω την Λήμνο πήρα το βιβλίο της φωτογραφίας από βιβλιοπωλείο της αγοράς της Μύρινας που περιγράφει την ζωή τεσσάρων παιδιών του εκκλησιαστικού οικοτροφείου του Βόλου 
την δεκαετία τού 70 στην Καρτάλη με Αναλήψεως .
Την πόλη που μεγάλωσα και βίωσα από τα μικράτα μου χρόνια .
Εξαιρετική η γραφή τού Κώστα Ακρίβου με τις περιπέτειες των μικρών διαβόλων .
Θα ήθελα να σταθώ όμως σε μια άλλη παρέα παιδιών κάπου πέντε χρόνια πριν της ιστορίας του Κώστα Ακρίβου .
Μιας παρέας που δεν ήταν έγκλειστη στο εκκλησιαστικό οικοτροφείο και δεν έπαιρνε άδειες από τον διάκο και τον διευθυντή τα Σαββατοκύριακα για να κάνει την βόλτα της στην παραλία .
Της παρέας των Παλαιών εκεί στα μεντένια και στα παραπήγματα , κάτω από τον καλοκαιρινό ίσκιο του Λούλη και τους λασπωμένους χειμωνιάτικους λόφους με το κοκκινόχωμα του Τσαλαπάτα , που έχουν μια αντίθετη σχέση όσον αφορά το γάλα που έπιναν υποχρεωτικά τα παιδιά της ιστορίας του εκκλησιαστικού οικοτροφείου .
Ο Αναστάσης , ο Σδούγκος , ο Τσίτας , κι εγώ στην μικρή παρέα κάποιες φορές πρωινά η και απογευματινά , βλέποντας τον γαλατά με το ποδήλατο του και τα ζεμπίλια γεμάτα με τα γυάλινα μπουκάλια με το γάλα τού Εβόλ που κουδούνιζαν μεταξύ τους 
να έρχεται στην γειτονιά μας και να αφήνει στις ανθισμένες αυλές των νοικοκυρών το γάλα η τα γάλατα κάπου σε μια γωνιά , ρίχνοντας κλεφτές ματιές ο ένας στον άλλων δίναμε το σύνθημα για την έφοδο μας .
Με το που χάνονταν ο γαλατάς χωριζόμασταν και τριγυρίζοντας όλη την γειτονιά μας αφαιρούσαμε όσα μπουκάλια γάλατος μπορούσε να πάρει ο καθένας μας . 
Γάλα δεν πίναμε ούτε γουλιά . Το χύναμε κι έχοντας τα άδεια μπουκάλια του φτάναμε απέναντι από την είσοδο του 
αλευρόμυλου τού Λόυλη όπου και τα Εδώδιμα Αποικιακά του μπάρμπα Γεδεών .<< Γεια σου κύρ Γεδεών , σου φέραμε τα άδεια μπουκάλια . >>
Και ο μαγαζάτορας έβγαζε από το συρτάρι του πάγκου του 
κάποιες πενταροδεκάρες που μας τις έδινε μ ‘ ένα χαμόγελο .
Το δικό μας πάντως και τα γέλια μας φεύγοντας με τα ποδήλατα μας σκόρπιζε δίπλα και πάνω από τις παράγκες του Τσαλαπάτα