τα τσουκαλάδικα

Κάπου ανάμεσα σ’αμπέλια, ηλιοτρόπια ,
παλιότραφους γεμάτους αγκάθια, προβάλουν μαστορικά
κεραμικά τερτίπια απο το βάθος του χρόνου .
Μια εστία ενός τσουκαλάδικου και ερυθρεπίχρισα αγγεία
από τα χαρακώματα της σιωπής , βγαίνουν στο φως
από Λημνιούς ιχνηλάτες .

Πρός περιφερειακή οργάνωσην μπαξέδων Ε.Α.Μ , Ζβέρδιας και Κότζινου

Συναγωνιστές σας γνωρίζουμε ότι παραλάβαμε
τα παρακάτω είδη απ τους μπαξέδες σας .

20 κιλά ντομάτες που μοσχοβόλαγαν γη ( είκοσι )
2 βάζα ελιές ( δύο )
8 κουκνάρες ( οχτώ )
15 κιλά πατάτες με το χώμα του χωραφιού ( δέκα πέντε )
4 κιλά πιπεριές καφτερές ( τέσσερα )
2 Γαλοπούλες αποκεφαλισμένες (δύο )
5 κεφάλια μελίχλωρο (πέντε )
5 κιλά αμπελοφάσουλα ασπρομύτκα ( πέντε)
10 κιλά φασούλια πλακουτσοτά ( δέκα )
3 λίτρα κρασί βαρελίσιο μπρούσκο ( τρία )
3 λίτρα κρασί βαρελίσιο άρωμα ( τρία )
5 κιλά κρομύδια ( πέντε )
10 κιλά αχλάδια ( δέκα )
1 σακούλι στάρι ( ένα )

γιά την οργάνωσην Ε.Α.Μ Βόλου .
υπογραφή : καπετάνισσα… Μαρούλα

ΣΗΜΕΙΩΣΗ . η δεύτερη φωτογραφία ,απο το βιβλίο
τού Αριστείδη Τσοτρούδη Η Γερμανική Κατοχή μέσα από τα αρχεία του ΕΑΜ ΛΗΜΝΟΥ

Στο Κοντοπούλι της Λήμνου

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ .Πολύ μακρύς ,αδελφέ μου.
Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας
<<πέρασε η ώρα >>
οι ποιητές μας εκεί στην αποθήκη … εκεί που από το 48 τους εμπόδιζαν να πουν καλημέρα στον γέροντα ,
έφτιαχναν Διαμαντόπετρες αληθινές
που της πρόσθεταν στο περιδαίρεο της Ελλάδας .
Τώρα είναι δικός μας αυτός ο δρόμος και την καλημέρα
το χαμόγελο μας στον περαστικό δεν μπορεί
να μας το κρύψει κανείς όσα εμπόδια και να βάζουν .

 

στο υπόγειο του Στρατή Φιλιππότη

Στο υπόγειο τώρα πια ο καπετάνιος Στρατής
σε προσκαλεί να κάνεις το ταξίδι μ ‘ένα λεβέντικο σκαρί
στο μπλε στο γαλανό το θαλασσί στο γαλάζιο .
Στο κατάστρωμα δεκάδες οι συγγραφείς του, αγόρια και κορίτσια ,
και το ταξίδι ξεκινά .

 * Τόσο νερό τα σώματα
και λαμπαδιάζουν μέχρι τη στάχτη τους
σε ένα σπίρτο
* Ρίγος θαλάσσης : για τον Παντελή Ευθυμίου ,
Μάρω Βαμβουνάκη Άνοιξη 2014

οι πέτρες

από τον καλό φίλο Παναγιώτη Σφυρή : φωτογραφία κι ένα κείμενο του Φώτη Κόντογλου .

 

Πρώτη σύσταση, στερνό ἀπομεινάρι τῆς γῆς

Πέτρες! Τί εἶναι οἱ πέτρες; Πέτρες! Δηλαδή, τίποτα! Ποιὸς δίνει σημασία σ᾿ αὐτές; Ποιὸς χάνει τὸν καιρό του μὲ τὶς πέτρες; Δὲν ἀξίζει τὸν κόπο μηδὲ νὰ μιλήσει κανένας γι᾿ αὐτές. Εἶναι τὰ πιὸ καταφρονεμένα πράγματα τῆς πλάσης.

Ὡστόσο, μοῦ φαίνεται, πὼς αὐτὲς οἱ τιποτένιες πέτρες θ᾿ ἀπομείνουνε μονάχα, ὅποτε χαλάσει ὁ κόσμος καὶ λείψει κάθε ζωὴ ἀπάνω στὴ γῆ. Αὐτὲς εἶναι ἡ πρώτη σύσταση τοῦ κόσμου, κι αὐτὲς θά ῾ναι τὸ τελευταῖο ἀπομεινάρι του. Δὲν κουνιοῦνται ἀπὸ τὸν τόπο τους, δὲν μιλᾶνε. Μὰ θαρρῶ πὼς ἀκοῦνε καὶ πὼς βλέπουνε. Μᾶς βλέπουνε ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους κι ὅσα κάνουμε, ἀκοῦνε ὅσα λέμε ἐμεῖς οἱ λιγόζωοι, οἱ ψευτο-κανωμένοι, καὶ μᾶς ἐλεεινολογᾶνε γιὰ τὴν ἀνοησία μας, πὼς τάχα θὰ κυριέψουμε τὸν κόσμο! Οἱ πέτρες ποὺ πατοῦσε ἀπάνω τους ὁ Ἀχιλλέας κι ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος θὰ κρυφογελούσανε μὲ τὴ ματαιοδοξία τους, γιατὶ ξέρανε πὼς θὰ σβήσουνε πολὺ γρήγορα, σὰν καπνός, κι αὐτοί, κι οἱ αὐτοκρατορίες τους, κ᾿ οἱ δόξες τους, σὲ καιρὸ ποὺ αὐτὲς θὰ στεκόντανε ἀκατάλυτες, ὅπως καὶ θὰ βρίσκουνται ὡς τὰ σήμερα σὲ κάποια μεριά. Ἀπὸ τότε τὶς πατήσανε χιλιάδες ἄνθρωποι, δίχως νὰ τὶς δώσουνε καμμιὰ προσοχή, κι ὅλοι τους γινήκανε κουρνιαχτός, σὰν νὰ μὴν ᾔρθανε ποτὲς στὸν κόσμο.

Πολλὲς φορὲς κάθουμαι καὶ κοιτάζω τὶς πέτρες ποὺ τυχαίνει νὰ βρίσκουνται μπροστά μου, καὶ μοῦ φαίνεται πὼς μὲ κοιτάζουνε καὶ κεῖνες μὲ κάποια μυστηριώδη μάτια ποὺ δὲν φαίνονται, καὶ πὼς κρυφοκουβεντιάζουνε μεταξύ τους καὶ πὼς κρυφογελοῦνε γιὰ τὴν κουταμάρα μας νὰ φανταζόμαστε μεγάλα καὶ τρανὰ πράγματα, νὰ βγάζουμε ὁ ἕνας τ᾿ ἀλλουνοῦ τὰ μάτια καὶ νὰ τὶς στοιβιάζουμε, αὐτὲς τὶς πέτρες ποὺ μᾶς περιγελᾶνε, τὴ μιὰ ἀπάνω στὴν ἄλλη, ἢ νὰ τὶς πελεκᾶμε γιὰ νὰ κάνουμε ἀγάλματα καὶ ταφόπετρες, γιὰ νὰ τὶς βάλουμε ἀπάνω στὴν κοιλιά μας ἅμα πεθάνουμε! Ἀνατριχιάζω ὧρες-ὧρες, γιατὶ νοιώθω καθαρὰ τὰ γέλια ποὺ κάνουνε κρυφὰ οἱ πέτρες γιὰ τὴν κουταμάρα μας.

Φωτογραφία του Panagiotis Sfiris.

 

Άπ ! .. – λάλησε το πρώτο ! Το τσάκωσα !..

κείμενο : Ρένος Ηρ Αποστολίδης : απόσπασμα από το βιβλίο του Πυραμίδα 67 το βιβλίο του ΕΜΦΥΛΙΟΥ .
φωτογραφία : Xρίστος Κακαρνιάς

13048256_10208381358204148_1658678193854572741_o

Στο σημαδεμένο δέντρο .Δειλά -δειλά …
– Ιστσεβίστσιβ ! Ιστιουτς ιστς ! ..
– ..Δηλαδή -δηλαδή ;
-Ιστσεβίστσιβ ! Ίστιουτς ίστς ! ..
– ..Μα δεν καταλαβαίνω !
-Ιστσεβίστσιβι , ίστιβ ! ίστσιβ ! .. Ίστιουτς ίτσς !..
– ..Ά ά ! το πως ξημέρωσε πάλι ..! Ναι βέβαια , ξημέρωσε …
Ε , τι θα κάνεις τώρα ;
– Ίστσεβ ,ίστσεβ ,ίστεβιτς -ιτ ! ..
-Πεινάς , πεινάς ; ..
-Ίστεβιτς -ιτ ! Ίστεβιτς -ιτ !..
– ..Άά ,θα ξαναπετάξης ! .. Έμ θα ξαναπετάξης ,πουλάκι !..
Μα μοναχό ; Κ ‘ η καλή σου ; ..
– Τσιούτσιβ ίτς ! ..
– Βρε , την υπναρού ! ..
-Ίστς ! Ίστς !..
-Σαν να λέμε , δηλαδή ; ..
-Ίστσεβίτς -ίτς ! Τσιούτς -ίτσς ! ..
– Ά α , θα πετάξετε μαζί ! ..
-Τσιουτσιβίτσιβι ! Τσιούτς ίστεβ ! ..
-Ναι , ναι ,κυρά μου , σ’άκουσα , σ’άκουσα ,και σένα !
Καλή σου μέρα ! ..
– Ίστσεβίτσιβ ίτς !..
-Ε ναι , ντε ‘ μαζί ,μαζί ! ..
-Τσιουτσιβίτσιβ -ίστσιουτς ίτς ! Ίστσεβ – ίστσεβ !
Ίστσι-βίτσιβ -ίτς !..
– Πώ -πώ ! πώ -πω ! Όχι και τόσο γρήγορα -δεν τα παίρνω
εύκολα ο δόλιος ! .. Πως θάναι όμορφα η μέρα ;
Και βέβαια θάναι !
– Ίτς -ίτσεβ ίτς ! ..
– Τι ; Αλλάζεις δέντρο ; ..Κ ‘εκείνη ; Άλλα όχι ! Κ’εσύ κοντά του !..
ναί κυρά μου ,ναι μικρούλα ! Δε χωρίζουν τα πουλάκια ! ..

 

 

Μαρία Λαμπαρίδου – Πόθου

DSC07528

τρεις λέξεις με περίμεναν αιώνες
ανάμεσα στους σκονισμένους στίχους του Ομήρου:
Eς Λήμνον φιλτάτην
Από εκείνα τα βάθη κατάγομαι

Ο Ανθυπολοχαγός και το ποντίκι. ένα θέαμα κτηνώδες

Τρίκκαλα ΧΙΙ / 47

12967368_10208291633801094_3263440520483629472_o

( Ρένος Αποστολίδης Πυραμίδα 67 Το βιβλίο του εμφυλίου . )

…. Σ ‘ ένα κουρείο ,κάποιος κύριος ανθυπολοχαγός είχε σε μια φάκα ένα δύστυχο μικρό ποντίκι και το τυραννούσε ,
χύνοντας ,στάλα -στάλα ,καυτό νερό πάνω του και ρίχνοντας του έπειτα χιόνι !Το δόλιο κείνο σπάραζε …
Μ’έπιασε μια τρεμούλα αλλόκοτη κι ένα ρίγος ,σαν από πυρετό -από μίσος ! Δεν άντεξα :
– Ποιανού είν ‘ η φάκα ;
-Δικιά μου ! απάντησε ο κουρέας .
-Το πουλάς το ποντίκι ;
-Τι το θές ;
-Το θέλω ! Πόσο ;
– Δίχως τη φάκα ;
-Δίχως .
– Δώσ’ ένα χιλιάρικο !…
( Με την άκρη του ματιού μου κοιτούσα πάντα τον ανθυπολοχαγό,που συνέχιζε εμπαθέστερα τα βασανιστήρια του . Είχε πια υποψιαστή ! )
– Πάρε το χιλιάρικο σου ! …Δώσ ‘μου εμένα τη φάκα !…
Ο ανθυπολοχαγός είχε σκυλιάσει !
Τι θα το κάνεις ; -ρώτησε θυμωμένα .
Μα εγώ είχα πάρει πια τη φάκα και την είχα ανοίξει ! …Το ζωάκι ,κατάπληχτο και ζαλισμένο , δεν έβγαινε ! …
-Τι κάνεις , κτήνος , εκεί !
-Δικό μου είναι -ό ,τι θέλω ! …
Τότε ώρμησε κι άδραξε το χέρι μου ν’αρπάξη τη φάκα ! Το ζωάκι σάλταρε μια και χάθηκε ! …
Βρεθήκαμε σώμα με σώμα !
– Κύριε ανθυπολοχαγέ ,σου συνιστώ να ηρεμήσης ! …
-Γιατί άνοιξες τη φάκα ,παλιόσκυλο ; Δεν είχες δικαίωμα να τον αμολήσης !
– Μήτε όμως κ ‘εσύ να τον βασανίζης ! …Κύριε ανθυπολοχαγέ , καλύτερα να ηρεμήσης !…
– Τον λυπήθηκες , παλιόσκυλο ;
-Ναι !
– Μήπως λυπάσαι και τους συμμορίτες ,κάθαρμα ;
– Δε θα το καταφέρης να με στείλης στρατοδικείο για ενα ποντίκι , κύριε ανθυπολοχαγέ ! …Μην κοπιάζης μάταια ! …
-Σε ρωτάω : Λυπάσαι μήπως και τους συμμορίτες ;
– Κι εγώ σε ρωτάω ,κύριε ανθυπολοχαγέ , μήπως είσαι τόσο γενναίοςκι απέναντι τους ,όσο με το ποντίκι -κι αυτό στη φάκα ; …
-Θα σου δείξω εγώ ! – κ ‘έφυγε έξαλλος .
Σε τρία λεφτά εν ‘αυτοκίνητο της ΕΣΑ σταματούσε απ’ έξω . Μου είπαν να τους ακολουθήσω και με πήγαν στο φρούραρχο .
ήταν ένας εξηντάρης συνταγματάρχης , λεπτός ,ξεραγκιανός και γερασμένος :
-Εσύ είσαι που έκανες το επεισόδιο ; … Και πως μπορείς εσύ να προσβάλλης έτσι έναν αξιωματικό ;
-Κύριε συνταγματάρχα ,αυτός πρόσβαλε την αξιοπρέπεια του αξιωματικού ,τυραννώντας σε δημόσιο χώρο ένα ποντίκι !
Έμεινε απορημένος και με κοίταζε …. – Πέντε μέρες φυλακή ! είπε ,τέλος .
Θα ειδοποιήσω τη μονάδα σου .Πήγαινε !
Δεν ειδοποίησε ποτέ .

Tο μαγικό κουτί της Μαριάμ .

DSC01635-1

βάδιζε ,βάδιζε ,βάδιζε ,η Μαριάμ
βάδιζε , βάδιζε ,βάδιζε, νύχτα μέρα η Μαριάμ
ψάχνει την πληγωμένη άνοιξη η Μαριάμ
να της ζητήσει μια παπαρούνα θέλει η Μαριάμ
να την πλέξει στα μαλλιά της
βάδιζε , βάδιζε, βάδιζε, η Μαριάμ
βάδιζε ,βάδιζε ,βάδιζε , δώδεκα ώρες η Μαριάμ
κι άλλες δώδεκα , κι άλλες έντεκα , η Μαριάμ
κι άλλες δώδεκα ,κι άλλες έντεκα , η Μαριάμ
κάθε μέρα και την άλλη και την άλλη
και την παρ άλλη η Μαριάμ
δίψαγε η Μαριάμ , πεινούσε η Μαριάμ
πέρασε μια μεγάλη θάλασσα , η Μαριάμ
ψάχνει την πληγωμένη άνοιξη , η Μαριάμ
την ζητά τα βράδια στα όνειρα της
η Μαριάμ
μέσα απ’ το μαγικό κουτί της
μου χάρισε την μπαλίτσα της η Μαριάμ .

ριπή

μπόρα , καταιγίδα , τρικυμία , βαρυσυγνεφιά

DSC01470-2.jpg