η κερένια κούκλα

Κωνσταντίνος Χρηστομάνος 1867 – 1911

16422677_10210832192033462_3939901003738689932_o

Καλωσορίστε ! … τούς είπε το φεγγάρι
Τι γινήκατε τόσον καιρό ;
Κανείς δεν έρχεται να με ιδή εμένα , που είμαι ολομόναχο
πάνω στα βουνά …
Τόσα μάγια κάνω εγώ των ανθρώπων : μπαίνω στίς κάμαρές τους
και τους φιλώ τα μάτια , πέφτω μες στα πηγάδια ,
και ξαπλώνομαι στα δρομάκια , σκαρφαλώνω μάντρες ,
ξενυχτώ στα σκαλοπάτια μόνο και μόνο
για να βγούνε να με δούν μ ‘αυτοί μ ‘αφήνουν ολομόναχο .

16422514_10210832584923284_7276039920919781770_o

Το παιχνίδι της πραγματικής χαράς !

16804150_10211012901071075_2413414331722048161_o

Μακριά από τα φλας που αστράφτουν
μακριά από το ξέπλυμα μαύρου χρήματος με μεταγραφές
εκατομμυρίων , υπάρχει ένα άλλο παιχνίδι .
Που παίζεται με φίλους σε τσιμέντα και σε χώμα ,
εκεί που σέρνεσαι για να περάσεις
από την τρύπα τού συρματοπλέγματος ,
την τρύπα των δις των Ολυμπιακών αγώνων .
Το μόνο που σκέφτεσαι εδώ είναι η χαρά του παιχνιδιού
και το χαμόγελο τού φίλου σου .
Εδώ δεν έχει στημένες δηλώσεις
ούτε οπαδικά πρωτοσέλιδα .
Από δω όμως βγαίνουν πάντα οι πρωταθλητές
από τα μικρά γηπεδάκια της γειτονιάς
και τις αλάνες .16797126_10211012903711141_4344051078077340233_o

 

Γιάννης Σκαρίμπας .Να τον πίνεις στο ποτήρι με λημνιό κρασί !

16729249_10210961731951879_5347192665345705897_n

Μ’ένα τραμπάκουλο ο πρώτος μπαρκάρισε και πέταξε πίσω απ’τους γιαλούς κι απ ‘τ΄ς ανέμους.
Ο ρουπακιάς τώρα νέμεται το ρημαδιό το κονάκι του -δυο κάμαρες και μεσακιά μια κουζίνα .
Ο άλλος ,μια πριμαντόνα παντρεύτηκε . Πέρασε δω το σωλήνα του μέλιτος και πήρε το κατόπι της- σκλάβος .
Πιάστηκε σα μωρό απ’ τη φούστα της και γένηκε – στα πάλκα – κι αυτός πριμαντόνος .
Ο παίδαρος που επήδα σαν κάνα κατσί στο ζειμπέκικο κ’ έκανε τον αμανέ του παγώνια ,
τώρα χορεύει περιδιαγραμμάτου καντρίλιες ,σγούβοντας ,με τα χέρια ανοιχτά μπρός στις ντάμες !
Ο Τρύφωνας πάει κι αυτός μετ-αυτούς .Φτερό ‘βγαλε σαν το μερμήγκι και χάθηκε σε μια αρμαθιά καλυμαύχια .Κι ας έπνεε η μάνα του εδώ τα ολίσθια . Κι ας άφησε αμποδεμένο -γαμπρό δω το Νιώτη ! Για τα Ροσόλυμα ο θεομπαίχτης πλώρ ‘ έβαλε ,χατζής να γίνη ,λέει …
Κύριε ελέησον ! Και από κοντά παν κ’οι ρέστοι .Με μια ρουλέτα παραμάσχαλα του και τράπουλες
πήρε φτερό – πάει κι ο Τέλης .Μόνο άφησε μια γραφή περί θανάτου ,για το περβόλι :αν περιπτώσει και απόθαινε , το εχτήμα του να προέρχεται στον αδερφοποιτό του το Σπάρο .
Κι ο άλλος ,φόρεσε σκούφια με φούντα .Τσουρμάρισε με τρείς γανιούς σ’ένα ισλάντικο και τράβηξε κοπαδιάρης στους τούννους .Χαλκά πέρασε ο κιαρατάς στη μια αφτιάρα του και καταγράφτηκε
αντίς Γιάννης ,Τζιοβάννης ! Αψηλά οι βόρειες τον συνεπήραν οι θάλασσες , μ ‘ένα τσιμπούκι στα δόντια … Γιου σπίτ -ίγγλις , μουσιού ; – Τρίκ μάι φόρτ !
Ο μόνος που με θυμήθηκε και μού’γραψε : Πρώτον αίρχομαι ν’αρωτήξω περί δι ίμάς και ηγίαν
και αν αρωτάτε για τα με , ηγίαν έχο και ηγίαν ποθό …!
Και κάτω -κάτω της γραφής , το στερνόγραφο ,ένα είδος ασπασμόν πρός τα άστρα ,
κάτι σαν αίνιγμα και σοφία Σολομώντα : Φίλος τον φίλον φιλών , έφιλεν φύλλα φίλης !
Και μούχε κλείσει στο φάκελλο μια τούφα (σαν χλωρά μαλλιά νηπίου ) φύκια .
Να τώρα κ’ ετούτος .Ήρθε για να με ξανακάψη το δόλιο .
……………….. Βγήκε ψες βράδυ απ’ το κόττερο ,αυτό πούναι κει αρόδο αραγμένο ,και τράβηξε
για την ταβέρνα τού Πάτα . Στο τελάρο της πόρτας ,ως πρόβαλε ,στάθηκε μια στιγμούλα πριν έμπη Το μπόι του ,τ’αρχαγγελικό ,μες στο άνοιγμα ,έμοιασε σαν καμμιά ζουγραφιά μες στο κάδρο .
Η καρδιά μου λαχτάρησε .Αχ ,τι όμορφος πούταν !.. Τρίγυρα οι παρέες ξεχάστηκαν ,
κι εγώ χαμήλωσα τ’ αμανεδάκι μ ‘ αγάλι :
Τα βάσανα μου γένηκαν
άνθια και μαραζώνω …
– Αποπού συνάδερφε ,με το μπαρδόν ;..τον αρωτάει εκεί κάποιος .
Η μύτη του ήταν στητή σα γουδόχερο κι ο ρώτος του πεντοβολούσε ξινίλες .
-Αποπού με το μπαρδόν ; ..
– Από το κόττερο , τ’ αποκρίθηκε αυτός ‘ από το Τζιούλια Δεπάνου . Μας είχε πάρει σοφράνο ο γαρμπής και τραβερσάραμε με μισή μπούμα στίς μπούκες . Μόλις από μισή ώρα φουντάραμε .
Για την Πόλη τραβάμε .
– Είστε πολύ σωρολόι ;
– Δέκα όλοι – όλοι : η κοντεσσίτσα ,οι δυο πλοίαρχοι ,ο ναύκληρος ,μια καμαριέρα κ’εμείς -πέντε ναύτες . Εγώ ‘μαι ο λοστρόμος .Υπάρχει κι ο σκύλος μου , ο Τζάκ .
– Είναι καμιά κοντέσσα στο κόττερο ;
– Ναι ,η κόρη της Τζούλιας Δεπάνου , η Μαίρη .Του καραβιού η ιδιοχτήτρια .
Και οι λέξεις του – κοπανιαμέντο – πετάγανε σαν οι εντονώτερες νότες κιθάρας .
– Δε μου λές , καλόπαιδο , τού κάνει ένας άλλος με κρασωμένη κοντραμπάσα φωνή ,κλείνοντας πονηρά τόνα του μάτι : Είναι όμορφη η κερά σου , αδερφάκι ;
– Πολύ .
– << Πιο πολύ απ ‘αυτόνα ; >> σκύβει και μου σφυρίζει ένας πλάι μου . Και στρέφοντας στο νιοφερμένο ζερβά :
– Είναι και χαρισάρα , νια στάλα ;
– Ο χαριστής απόθανε κι ο γιός του πάει στην Πόλη !
– Πού ! φτού σου , λεβέντη μου ! τού κάνει ένας γεροναυτικός με τη βράκα του και αψηλές εως τα γόνατα μπότες . Κουκουνάρι σε τάιζε η μάνα σου ;
– Πιές , μάτια μου ! ( Τον κερνάει πάλι ο κάπελας ) Πιές , τζογούλα μου ,ψυχή της ψυχής μου !
– Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν.. , ακούστηκε και της άγια -Λεούσας ο ψάλτης ,
στεριώνοντας τα ματογιάλια στο μύτο του ,σαν κανα ποδηλατάκι σ’ αγγούρι .
Και πιο πέρα , μες σε καπνούς και τσιγκρίσματα , ένας – άλλος αυτός ! – καραβίσος , κάνοντας
τ ‘αμανεδάκι γαργάρα του , ακούστηκε σαν ψαλμωδία ιερέα :
Όταν σ ‘εγέννα η μάνα σου
ήτανε μέρα σκόλη ,
που λειτουργούσεν ο Χριστός
κ ‘ οι δώδεκ ‘ απόστολοι ! …
Και η ρετσίνα χύνονταν ποταμός και πέφταν χρυσή βροχή οι μεζέδες : ζεστή μαρίδα ,
απλοκαμοί χταποδιών , κεντρί η τσίκνα μιας παλαμίδας στη σκάρα . Η χαρά τριζοβόλαε μέλι έσταζε η πάσα γνώμη και ο Πάτας . Ο μύτος του ψάλτη , λες γέλαε ! Και παραπέρα , σ’ένα τραπέζι δεξιά ,τρεις μούτσοι , ίδιοι μπουλντόγκ καραβόσκυλοι , και δυο καραβομαραγκοί
-είδος Βάκχοι – ,κρούοντας όλοι αντάμα τις φούχτες τους ,και στρέφοντας που και που στο λοστρόμο , το λέγασι , ένα πικάντικο σέρτικο ,ένα όλο χρυσό κέφι και ντάκλα :
Έτσι μού ‘ρχεται νά
κάμω γιούργια
στο νταβλά μέ
τα κουλούρια .
– Δε μας χαρίζεις τ’ όνομα σου ,συνάδερφε ; του κάνει ένας βαρκάρης κειδά , με μούρη καλαβρέζικου σκύλου .
– Μ ά ρ ι ο ς … ακούστηκε αυτός , σα να κύλησε κάνα μαργαριτάρι στα πιάτα .
– Μ ά α α ρ ρ ρ – ι ο ς ! κάμαμ ‘ όλοι μεμιάς .
Η λέξη του – αγγελική – λές φτερούγισε σα χιμαιρικό πουλί μες στο χώρο . Μεμιάς κ’ η χλαλόη κατρακύλησε – σα φως πού πέφτει αγάλι στα μπάσα .Ο <<τελέγραφος >> άρχισε : ψί-ψί-ψιψί..
και δώσ ‘του στ’ αφτί ο πάσα ένας τού άλλου . ( << Τοιούτος ! >> ακούστηκε και μια παράξενη λέξη . )
Και τώρα ξανά , ο <<καραβίσος >> κειδά , μολάει μεσουρανίς κι άλλο άστρο φεγγοβολάει , βραχνή ρουκέτα , η φωνάκλα του :

Άγγέλοι σε βαφτίσανε
κ ‘ η Παναγιά νοννά σου ,
γι ‘ αυτό σ ‘ ωνοματίσανε
Μάριο τ ‘ όνομά σου !

Και ξανά , δώσ ‘ του ο <<τελέγραφος >> …
Με συνεπήρε ντροπή .
– Τα μυστικά φάγαν τον κυβερνήτη ! ..πετιέμαι να φωνάξω τού Πάτα . Μα δεν πρόφτασα .Ένας μαντράχαλος ,με μπλούζα γαζωτή και κυλόττα φελπέ στις αρίδες του ,σύραντας το κάθισμα του
και κάτσαντας βιζαβί στο λοστρόμο : << σαλούτο >> του φωνάζει ,τσιγκρίζοντας , όξω φρενών το ποτήρι . Απέ ,σιμώνοντας μύτη με μύτη στα μούτρα του την πυρωμένη πνοή του :
<< Μαρία λέν την Παναγιά , Μαρία λέν και σένα ! … >> τού κάνει εκειδά ,σαν προσφώνηση – ένα είδος προσευχής μπρός σ ‘εικόνα – και τού σκάει μια τσιμπιά πα στό μάγουλο .
– Με το στόμα άρα – μάρα , με τα χέρια κουλαμάρα ! …πετάγεται .
Και τραβάει μια διμούτσουνη με διπλοκαβαλλημένους τούς λύκους :
– Όξω , μπαγάσα ! και τού κολλάει μια μπουνιά ‘ όξω σου λέω ! .και τού κολλάει άλλη μιά .
– Αμάν , παιδιά ! , Ψυχραιμότης !
Πέφτουν στη μέση ο Τζίντζις κι ο Νταβάς .
– Πάν μέτριον άριστον ! φωνάζω απ’ τη θέση μου εγώ .
– Τάβραμε τα λεφτά !… μουρμουρίζει ένας άλλος .
Οι άλλοι σγούψανε ωραία . Άαα …, μακριά από κομπότρυπες !
<<Αλλά ρύσαι ημάς από τού πονηρού>> ! και το σκάει ο ψαλταδόρος στα όξω .
Κι όξω ο <<μπαγάσας>> ! Με δυο κλοτσές απανωτές και την κουμπούρα στ’αφτί ,
τον ξεκούμπισε όξω απ’ την πόρτα ο λοστρόμος . Και ξαναμπαίνοντας , πίσωθε του αμπαρώνει
: Αγκαζέ η ταβέρνα ! Κέρνα μας , κάπελα , και μεζεδάκι συνέχεια !
Οι παρέες αλάλαζαν .
– Ότι προαιρείται ο πάσα ένας ! φώναξε ο Πάτας κειδά .
Με συνεπήρε και μένα η χαρά .Ξεκρεμάω το μπουζούκι και νάμαι .Καθιστός με τόνα πόδι
πα στ’ άλλο μου και με το καβουράκι μου ανασήκωτό στο κεφάλι έκρουσα ένα ντουζένι περίπαθο , όλο πανωβελονιά και πλουμίδι . Οι ουρανοί μου χαιρέταγαν .Οι τόποι ,οι εποχές γυρνοφέρνανε ,σαν άξαφνο κανα φίλμ στο σκοτάδι . Ψυχή μου σεβντάδες ! Οι μαργιολιές ,
τ’αγαπητιλίκια μου ,οι όρκοι μου , λουλούδισαν – σγουρός σαμπούκος και δυόσμοι .
Ζουμπούλια κι αγιοδημήτρηδες θράσεψαν πίσω από παρεθυράκια και γρίλλιες .
Να , εδω το νιο φεγγάρι -δυο δαγκούνες έτοιμες λες να το χάψουν εν άστρο .
Να τα χελιδόνια ,οι νότες μου ,όμοια ως ψαλιδιές στόν αέρα .
Παπίρια κοπαδιαστά κι αγριόπαπιες . Η φούστα της κεραπριμαντόνας ανθάτη.
Ο Μιστοκλής , ο Νταλαμάγκας , ο Τρύφωνας …Ο Τέλης μου , με τις ντεκλαρασιόν του ντάμες : <<σετ ντε ντάμ ..καβαλλιέρ ! ..>>
Κι ο άλλος με την τσιμπούκα στο στόμα του :<< καπίτο ‘ ταλιάνο ; — Ω γιές !..
Και ως το μεράκι μου αψήλωσε και γένηκαν δαχτυλιδάκια οι καημοί μου ,
τότες ,γλαρώσαντας περιπαθητικά τα ματάκια μου και γέρνοντας την κεφαλή
στην παλάμη ,έτσι ταπεινά και περίπαθα , τό’σκασα το γιαρεδάκι μου -φιόρο :

Νάξερα πού κοιμάται ο θεός ,
πού βασιλεύει ο ήλιος ,
πού βραδιοξημερώνεται
ο γκαρδιακός μου φίλος …
Και τα μάτια μου άναψαν .Σπιθοβόλησαν ψιλές καούρες οι μύτες μου ,για να
μη σκάσω δάκρυ …
Χύμηξε κι ο λοστρόμος στά μπρός μου . Μ ‘αγκάλιασε αδερφικάτατα και μού’σκασε σκαστό φιλί στην κορφή μου . – Αηδόνα μου , Αντώνη !… >>
Ω ,κόσμε ! Μεσουρανούσε μου ο αστέρας , ιρίδιζαν , βεγγαλικά μου ,οι αγάπες..
Και όταν ,πρός τις αυγές , ξεπορτίσαμε , έλα Χριστέ και Παναγιά , πόσο ‘χε
αγαπήσει με ο βλάμης ! Τραβήξαμε με περασμένα τα χέρια μας ο ένας πάνω
απ’ τους ώμους του άλλου .Χρυσό αεράκι μας δρόσιζε .Αδέρφια είμαστε οι δυό μας της μπάτσικας ,καπλάνια ,της αδερφοσύμης και δράκοι .
Δε λέγαμε λόγια εμείς κουτουρού …………………………….
Εκεί ,μπρός στην Άγια Βαρβάρα ,σταθήκαμε. Στό έμβολον της πίστεως μας αμόσαμε στα κόκκαλα των ποθαμένων όλων .Πίστης , ελπίς και αγάπη !..
Αψηλά το φεγγαράκι μας τήραε , χαμογελώντας κρυφά μας .Είχεν ανάψει
απόνα νέφος την πίπα του και τράβαε κατ ‘το Νοτιά τραλαλώντας ,
τρεκλίζοντας – φιλάγαμε ο ένας τον άλλο στό στόμα . Θεέ μου -ξανά –
και συχώρα με !.. Πόσο γλυκό ήταν αυτουνού το φιλί , πόσο αμάλαγο
το χνουδωτό μάγουλο του !

(* θύμιος . * Και μετά πολλών άλλων η συνέχεια επί του βιβλίου
έχει επιστολή που γράφει . )

Φίλε μ Αντώνη ,
Όταν θα διαβάζης το γράμμα μου , εγώ θα πλέω με το Τζούλια μακριά σου .
Η διμούτσουνη δέν ήταν αληθινή , μα απομίμησις .
Ήταν από καθαρή σοκολάτα ! Τήν έφαγε το πρωί με το γάλα του ο Τζάκ .
Πές το , λοιπόν , τού μαντράχαλου για να μη μού κακόχη , αδερφάκι .
Όσο για σένα : είσαι ένα παιδί αξιαγάπητο …
Μαίρη Δεπάνου

Και υστερόγραφα -εκεί :

Τα βάσανα μου γένηκαν
άνθια και τα μαζώνω ,
κλειδάκι της υπεμονής
έχω και τα κλειδώνω .

( απόσπασμα ) : O κύριος τού Τζάκ . ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
φωτογραφία : Βαγγέλης Παλάντζας

τα πρωινά όλου του κόσμου

16508657_10210885813893975_3142987542026059730_n
Τα πρωινά του νησιού .
Κάθε πρωί μου άφηναν την καλημέρα τους
– δε με πιστεύεται ; εσείς χάνετε … –
και χάνονταν πέρα στον ορίζοντα περήφανα .
Η πως το λέει ο ποιητής τώρα που τον ξαναθυμήθηκα ;

* Το φτιάξανε το γράμμα
το μόνο που ξέρουν ,
το μεγάλο V
και τώρα ταξιδεύουν .

Στα νέφη κάτι παίρνετε ,
πίσω κάτι αφήσατε .
Ευχαριστούμε ,χήνες ,
για όσα μας χαρίσατε .

Με το μόνο σας γράμμα
στον μεγάλο ουρανό ,
ίσα μ ‘ένα ράφι βιβλία
μας ξυπνήσατε καημό .

* Ismail Kadare

τα κουδούνια

 

Γι ‘ άκου …!
Το λέει το φαλκάνι τού Νάσου !
Γι ‘ άκου …! Το λέει το ρουμπί τού Χρίστου !

16426023_10210823060965191_773903850898490362_n

Τα είχαν αντάμα από κάτου απλωμένα οι κουδουνάδες
τα είχαν όλα μαζί τα κουδούνια , η χωριστά τα μικρά ,
χωριστά τα μεγάλα με την τάξη τα είχαν βαλμένα ,
αραδιασμένα καταής η από ξύλα με σύρμα ,
με σκοινί κρεμασμένα …
Κάθε λογής κουδούνια ,κάθε τιμής ,κάθε τόπου !
Όλα όμορφα ,καινούρια , γιαλιστερά κουδούνια αγάπες σ’όλους
τούς πιστικούς χαρές στη στάνη !
Κουδούνια σαλωνίτικα , ζακυθινά ‘ κουδούνια απ’ τα Γιάννινα ,
απ’ το Καρπενήσι !
Κουδούνια χάλκινα ,κουδούνια μπρούτζινα ,σιδερένια !
Κουδούνια χοντρά , κουδούνια λιανά ,βαριά ,αλαφρά ‘ μικρά ,
μεγάλα , μεσακά κουδούνια !
Κουδούνια στενά ,πλατιά ,στρογγυλά ‘ κουδούνια μακρουλά ,
στραβά , πλακωτά κουδούνια !
Διπλά κουδούνια , μονά , με δυο αφτιά , με δυό γλώσσες !
Βαθιά κουδούνια , ξερά , ψιλά , βραχνά ,θλιβερά κουδούνια !
Κουδούνια δυάρικα , κουδούνια τριάρικα , κουδούνια πεντάρικα ,
δεκάρικα κουδούνια !
Κουδούνια για τα πρόβατα , κουδούνια για τα γίδια ,
κουδούνια και για τ ‘ άλογα , για τα μουλάρια !

(απόσπασμα : Γιάννης Βλαχογιάννης 1867-1945

φωτογραφίες : Χρίστος Κακαρνιάς – Θύμιος

16298633_10210823025404302_1612356268747305583_n 16406971_10210823008403877_6705598359547556518_n

 

 

 

 

ο Οβριός τού Τσαλαπάτα Βόλου .

DSC07270.JPG

Έρχονταν στη γειτονιά μια φορά τη βδομάδα ,
συνήθως Σαββατοκύριακο.
Πάντα καθισμένος στην καρότσα του κάρου που το έσερνε τ’άλογο, Δεν τ’οδηγούσε ο ίδιος ,άλλος ήταν ο καροτσέρης .
Οι γυναίκες με τα παιδιά στην αγκαλιά φώναζαν η μια την άλλη.
– Πάμε μαρί Γιαννούλα , δεν άκουσες , ήρθε ο Εβραίος ,
( έλεγαν τ’όνομα του ,δυστυχώς όμως δεν το θυμάμαι ,
Σαμπεθάι , Κοέν , η μήπως Μεφσούτ ; )
Και έβγαιναν από τα παραπήγματα να πάνε να συναντήσουν
τον Εβραίο , ο οποίος με το χαμόγελο πάντα στα χείλη του
και με το καλό του λόγο , μοίραζε στις γυναίκες τα ψάρια
που είχε στα ξύλινα τελάρα γεμάτα μες στον πάγο
Το γλυκό χαμόγελο του έδιωχνε τους εφιάλτες που μας έβαζαν
οι δικοί μας (συνήθως την μεγαλοβδομάδα )
ότι να γυρίζουμε σπίτι νωρίς το βράδυ διότι εκτός από τα τζίνια
τα φαντάσματα πού βγαίνουν όταν πέσει το σκοτάδι ,
βγαίνουν και οι Οβραίοι και μαζεύουν τα παιδιά και τα πίνουνε
το αίμα που μ’αυτό κάνουν τα άζυμα !
Ανοησίες δηλαδή, διότι όπως λέει και ο Δημήτρης ο Χατζής στο διήγημα του Σαμπεθάι Καμπιλής κανένα παιδί δεν χάθηκε ποτές με αφορμή τούς οβραίους .Και το ξέραν όλοι τους .
Και το Πάσχα , την Πρωτοχρονιά και τα Καλύβια ( τη γιορτή της Σκηνοπηγίας , αυτές τις τρείς μεγάλες τους γιορτές ,
οι γειτόνοι τους οι Χριστιανοί ,κι άλλοι τους γνώριμοι μέσα στην πόλη , τα δέχονταν από αυτούς τα άζυμα πού τούς στέλνανε .
Και δε φοβόντανε πως είναι ζυμωμένα με το αίμα των παιδιών !
Τώρα θα μου πείτε πως δεν λέν ανοησίες ακόμη και σήμερα ;
Και γι άλλα πράματα .Για δες τε , ρίξτε μια ματιά στα πρωτοσέλιδα
άθλιων φυλλάδων που γράφουν για φόνους παιδιών δικών μας στα σύνορα , παιδιών που υπηρετούν την θητεία τους !
Ανοησίες δηλαδή … Ας μη ξεφύγω όμως απ’ το θέμα μου .
Στην μνήμη αυτού του ανθρώπου που τον έβλεπα
όταν ήμουν παιδί να έρχεται στη γειτονιά που μεγάλωσα ,
τούΕβραίου με το  γλυκό χαμόγελο ,
και σε όσους αγωνίζονται και άξια πεθαίνουν ,
σε όποια φυλή κι αν ανήκουν , όπου κι αν μένουν ,
και σε όποια πίστη κι αν είναι δοσμένη ,
έγινε η σημερινή επίσκεψη μου στο
Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος και στην έκθεση του
για τον Γιοζέφ Ελιγιά και τούς Εβραίους των Ιωαννίνων .
 
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ μετάφραση : Γιοζέφ Ελιγιά
 
Κεφάλαιον Β !
3 Σαν τ’αγριο τριαντάφυλλο στ’ αγκαθερά τα βάτα
Έτσι είναι η φιλενάδα μου ανάμεσα στις νέες .
Και σαν τη μηλοκυδωνιά μες στα δένδρα τού λόγγου ,
Έτσι είναι ο αγαπημένος μου στα παληκάρια μέσα .
 
ΑΣΜΑ Γ ‘ κεφάλαιον Β
 
10 Μιλεί ο καλός μου και μου λέει :
Για σήκω φιλενάδα μου ,
Σήκω έβγα μορφονιά μου
 
11 Γιατί ο χειμός εδιάβηκε
Φύγανε οι καταιγίδες
Φύγανε πια …
dsc07208
dsc07206
 dsc07221
dsc07242
dsc07232
dsc07246

α χα !

που ‘ λεγε χθές βράδυ στην σκοτεινή αίθουσα ο Τζάρμους .
Εξακολουθεί η μαυρίλα Θόδωρε
να χτυπά απαίσια τις καμπάνες
να ωρύεται και να κουνά το δάκτυλο .
Εμείς εδώ όμως .
Τραγουδάμε και τη φωνή μας την παίρνει ο αγέρας
και την ταξιδεύει στο μέλλον