IGNΕLI Can Yücel 1926-1999

Όταν βάζεις το ανδρικό χέρι σου στη γυναικεία ντουλάπα
να μεταφέρεις πρωί πρωί το φόρεμα προς τη ραπτομηχανή
όλο και κάποια καρφίτσα θα σε τρυπήσει το δάχτυλο σ !

BeFunky_SAM_3179.jpg

 

ΟΙ ΚΑΡΦΙΤΣΕΣ

Η μάνα μου ερωτεύθηκε τον πατέρα μου ,
Και αυτός αυτήν .
Κάποια Τετάρτη πάμε βόλτα της είπε
Αλλά δεν είχε κάποιο καλό φουστάνι η μάνα μου.
Ζήτησε του αρραβώνα της αδερφής της ,
Η θεία ήταν πιο εύσωμη , δεν της έκανε το φόρεμα
Με τρυπώματα και καρφίτσες κάτι ρύθμισαν
Ο πατέρας πήρε τη μάνα από το Τόπκαπι
Και με αλλαγές πολλών τραμ 
Έφερε την Αφροδίτη του στο Μπεμπεκι 
Και ανέβηκαν στους λόφους εκεί .
Ο πατέρας μου κάθισε τη μάνα μου στο γρασίδι ,
Τις έδειξε τη θάλασσα .
Μίλησαν για καλά πράγματα 
Και κάποια στιγμή έκανε πως θα τη φιλήσει 
Άλλο που δεν ήθελε η μάνα μου .
Όταν όμως άπλωσε το χερι του εδώ κι εκεί 
Μπήχτηκαν οι καρφίτσες στο χέρι του !
Άχ ! φώναξε ο πατέρας μου …
Εκείνη τη μέρα , σε κείνο το γρασίδι ,εκείνη τη στιγμή
Έπεσα κι εγώ στης μάνας μου τη φαντασία 
Γι αυτό στη ζωή και στο ποίημα 
Εκφράζομαι πάντα με μπηχτές .

μετάφραση : Hρακλής Μήλλας
εκδόσεις Γαβριηλίδης

Aίσθηση

Ένα γαλάζιο βράδυ ,καλοκαίρι ,
Ανάμεσ ‘ από στράτες θα βαδίσω ,
Στάχια και χλόη αφράτη θα πατήσω ,
Κ ‘ η κόμη μου θα λούζεται στο αγέρι .
Χωρίς μιλιά η στοχασμό κανένα
Κ ‘ η αγάπη την ψυχή θα πλημμυρίζει ,
Θα γίνω ένα αλήτης που γυρίζει
Μ ‘ ένα κορίτσι ανέγνοιαστος στα ξένα .
Αρτύρ Ρεμπώ

DSC02747

Σονέτο

Παμφάγε Χρόνε , του θεριού τα νύχια λιώσε,
δώσε στη γη να φάει την ίδια της τη γέννα ‘
βγάλε απ’ της τίγρης τα σαγόνια το άγριο δόντι,
και το πουλί, τον αιώνιο <<φοίνικα>>για πάντα κάψε !

Μέρες χαράς και μέρες λύπης φέρε με το πέταγμά σου
πράξε ό,τι θέλεις, γρήγορε  δρομέα χρόνε ,
στον πλατύ κόσμο και στις δόξες του που σβήνουν,
μα ένα πολύ φριχτό σού απαγορεύω κρίμα :
Ω ,οι ώρες σου το μέτωπό του ας μην χαράξουν ,
γραμμές το αρχαίο φτερό σου πάνω του ας μη γράψει ,
Άφησ’ τον δίχως η πορεία σου να τον βλάψει ,
ομορφιάς πρότυπο για τις γενιές που θα ‘ρθουν .

Μα πάλι κάμε ό,τι μπορείς ! Στα ποιήματά μου
πάντα θα ζει , κι ας μην το θέλεις ,ο έρωτας μου .

William  Shakespeare

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ 1950

(Ηeiner  Muller  1929-1995)
Ο  Φιλοκτήτης  ,στα χέρια  το  φονικό  όργανο  τού  Ηρακλή,
με  λέπρα
Άρρωστος  πεταμένος  απ’ τους  ηγεμόνες  στη  Λήμνο ,μια ερημιά
Χωρίς  αυτόν  με  τρόφιμα  λιγοστά , δέν  έδειξε  τότε  καμιά
Περηφάνια , μονάχα  φώναζε  ώσπου  το  πλοίο  χάθηκε  μή
                                                     σταματώντας  από  τήν  κραυγή του
Καί  προσαρμόστηκε  εκεί  ,τής  νήσου κύριος  καί  δούλος της
                                                                              Ταυτόχρονα
Δέσμιος μέ  τά  κύματα  ολόγυρα  αλυσοδεμένος ,άνετα  ζώντας
Δέκα   ολόκληρα  χρόνια  από  τή  βλάστηση  καί  τό  κυνήγι
Τόν  δέκατο  χρόνο  όμως  τού  μάταιου  πολέμου  στή  μνήμη  τους
   επανέφεραν
Οί  ηγεμόνες  τόν  παρατημένο . Πώς  τό  τόξο  τέντωνε , θανατηφόρο
Πέρα  μακριά . Καράβια  έστειλαν  τόν  ήρωα  νά  φέρουν  πίσω
Δόξα  νά  τούς  καλύψει .Όμως αυτός  έδειξε  τότε  τού  εαυτού  του
Τήν  περήφανη  πλευρά .  Βία  χρειάστηκαν  γιά  νά  τόν  σύρουν  στό
   κατάστρωμα
Νά  ανταποκριθούν  στήν  περηφάνια  του .Έτσι  αναπλήρωσε  όσα
     είχε  χάσει.

μετάφραση :Ελένη Βαροπούλου

εκδόσεις :   Άγρα

o πίνακας είναι από το Ξενοδοχείο Φιλοκτήτης στην Λήμνο