Pierre Moscovici

BeFunky_DSCN2252.jpg
o καθένας με τις προτιμήσεις του μίστερ Μοσκοβισί μας .
Μόνο που όσο κι αν προσπαθείς * δεν μπορείς να μπεις εμπόδιο ,
μάταιη η προσπάθεια , είμαι αδελφός του άνεμου και του χείμαρρου
και διψώ για το απέραντο , για το άπιαστο , το στρατί το αδοκίμαστο –
πως μπορείς να μπεις εμπόδιο ;
* Ελισαβέτα Μπαγκριάνα ( 1893 – 1991 )

BeFunky_DSCN2481.jpg BeFunky_DSCN2465.jpg BeFunky_DSCN2466.jpg

Advertisements

Ο μεγάλος Ιvo Andric με το ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΔΡΙΝΟΥ κερδίζει τόν Άγγλο συγγραφέα του Άρχοντα των δαχτυλιδιών John Tolkien.

Ένα έγγραφο Guardian
που βρέθηκε μετά από 50 χρόνια σε βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης    
 δείχνει την επιτροπή που απένεμε το Νόμπελ λογοτεχνίας εκείνης της χρονιάς 1961
 να απορίπτη σαν  φτωχό το έργο τού Βρετανού συγγραφέα John Tolkien ,
τον πιο γνωστό συγγραφέα σήμερα της υψηλής φαντασίας με τον Άρχοντα των δαχτυλιδιών ,
και να δίνει το βραβείο λογοτεχνίας   στόν   Ι v o A n d r i c  για το έργο του ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΔΡΙΝΟΥ
 και για τον οποίο είπε ,πώς  με το επικό έργο του αντλεί θέματα από την ιστορία της περιοχής του
,όπου και απεικονίζει το ανθρώπινο πεπρωμένο .
ΤΟ  ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΔΡΙΝΟΥ

Τόσο πολλές αλλαγές και τόσο μεγάλες, σε τόσο σύντομο χρόνο ,    
 ανατάραξαν  την πόλη ως τα θεμέλια.                                                                                               
  Για το γεφύρι τούτο του Δρίνου οι αλλαγές ήταν μοιραίες. Όπως είδαμε ,το κόψιμο της σιδηροδρομικής γραμμής του Σαράγιεβου
 νέκρωσε όλες τις επαφές του με τη Δύση και τώρα διαμιάς κόπηκαν και οι σχέσεις του με την Ανατολή
που το έστησε όρθιο και που μέχρι  χθες ήταν εδώ ,μισοκοιμισμένη και λαβωμένη ,
αλλά παρούσα και πραγματική , όπως ο ουρανός κι η γη .
Και να που η Ανατολή χάθηκε κι αυτή σαν αερικό και τώρα πια το γεφύρι
 δένει μονάχα τα δυο κομμάτια της πόλης κι εκείνα τα χωριουδάκια ,
καμιά εικοσαριά όλα κι όλα ,από τη μια και την άλλη πλευρά του Δρίνου.     
Το μεγάλο πέτρινο γεφύρι έγινε με την έμπνευση και την ευλάβεια του βεζίρη
 από το χωριό Σοκόλοβιτσι και θα’πρεπε να ενώνει ,σαν ένας από τους συνδετικούς κρίκους   της  αυτοκρατορίας  ,
τα δύο άκρα της και ν’αλαφραίνει <<στ’όνομα του Θεού >>το πέρασμα από τη Δύση στην Ανατολή κι αντίστροφα.
 αιώνες  κράτησε γερά και ξεπέρασε όλες τις αναποδιές χωρίς να πάθει το παραμικρό
κι υπηρέτησε πιστά την αποστολή του ,αλλά οι ανθρώπινες ανάγκες άλλαξαν
 και τα πράγματα στον κόσμο πήραν άλλους δρόμους.
Το γεφύρι προδόθηκε από την ίδια την αποστολή του. Με το μέγεθός του ,τη στερεότητα και  την ομορφιά του ,
στρατοί και στρατοί θα μπορούσαν να διαβαίνουν από πάνω του
 και καραβάνια πολλά για αιώνες να περνούν απ’αυτό ,
αλλά να που το παντοτινό  κι απρόβλεπτο  παιχνίδι της μοίρας των ανθρώπων
  έκανε το τάμα του βεζίρη να βρεθεί ξαφνικά παραμερισμένο
 και με τρόπο παράδοξο να μείνει έξω από τη ζωή των ανθρώπων.
 Παρ’ όλ’ αυτά , ο ρόλος του γεφυριού δεν ερχόταν σε αντίθεση με την πάντα νεανική παρουσία  του
και τις γιγάντιες αλλά αρμονικές γραμμές του.
Ήταν εκεί όπως το είχε δει ο βεζίρης  με τα μάτια της ψυχής του και με κλειστά τα βλέφαρά του
 κι όπως το έστησε ο αρχιμάστοράς του :δυνατό ,όμορφο, παντοτινό ,
πέρα κι έξω απ’ όλα όσα άλλαξαν γύρω του.  
Χρειαζόταν καιρός και χρειαζόταν και κόπος πολύς για να καταλάβουν οι άνθρωποι της πόλης
  αυτό που ειπώθηκε εδώ  σε μερικές αράδες  ,
αυτό δηλαδή που πραγματικά έγινε μέσα σε λίγους μήνες .
 Ακόμα και στα όνειρα  , τα σύνορα δεν αλλάζουν τόσο γρήγορα κι ούτε φεύγουν και πάνε τόσο μακριά .   
Όλα όσα ήταν αποκοιμισμένα στην ψυχή των ανθρώπων ,πανάρχαια σαν  τούτο το γεφύρι
 κι άφωνα κι ακίνητα σαν κι αυτό , τώρα ζωντάνεψαν  ξαφνικά
 κι άρχισαν να μπαίνουν στην καθημερινή ζωή του ανθρώπου και στου καθενός τη μοίρα.
Οι πρώτες καλοκαιρινές μέρες του 1913 ήταν βροχερές και χλιαρές.  
 Πάνω στην Πύλη ,βαρύθυμοι μουσουλμάνοι της πολιτείας  ,άνθρωποι περασμένης ηλικίας ,
περνούν τις μέρες τους παρέες  παρέες ,με κάποιο νεότερο  ανάμεσα τους
που τους διαβάζει  εφημερίδα και τους εξηγεί  διάφορες άγνωστες εκφράσεις ,
παράξενα ονόματα και γεωγραφικούς  όρους .
Καπνίζουν ήσυχα και κοιτάζουν μπροστά τους ασάλευτοι ,
δίχως να μπορούν να κρύψουν την ανησυχία και την αναστάτωσή τους.
Κρύβοντας  τη συγκίνηση σκύβουν πάνω στο χάρτη όπου σημειώνεται το μοίρασμα  της   βαλκανικής  χερσονήσου .
Κοιτάνε το χαρτί , αλλά τίποτα δε  βλέπουν  σ’ αυτές τις σπασμένες  γραμμές ,
τα ξέρουν όμως και τα καταλαβαίνουν  όλα , γιατί κουβαλάνε μέσα τους  τη δική τους γεωγραφία
 κι έχουν στο αίμα τους τη δική τους αίσθηση του κόσμου.  

-Σε  ποιόν  πάνε  τα  Σκόπια ;  ρωτάει ένας γεροντάκος, τάχα αδιάφορα το νεαρό που διαβάζει .
– Στή Σερβία        
 –Ο χ !

-Η  Σαλονίκη  τίνος είναι ;
     – Ελληνική .     
        -Οχ !  Οχ !

– Και η Ανδριανούπολη ; ρωτάει άλλος σιγανά .
 – Βουλγαρική νομίζω
    – Οχ ! Οχ! Οχ!

( απόσπασμα )


μου εσκότασ ‘ ο ντουνιάς

Mε φέρν ‘ η ζούρλια κι ο σεβδάς δυο λόγους να μιλήσω
κι αρχίνησα το γράψιμον ολίγον να γλενδίσω …
Τι μ ‘εύραν βάσανα πολλά το φετεινόν τον χρόνο
και μου εσκότασ ‘ ο ντουνιάς ,κι αράδα παλαβώνω .

ΧΑΤΖΗ ΣΕΡΧΑΝΗΣ (Δέλβινο)
πηγή : gefyrismoi wordpress.

Σταυροδρόμι ήχων απο τα Βαλκάνια.

Αυτή η ακροποταμιά έχει πολλά αηδόνια περίμενε με ασίκη μου να μεγαλώσω ακόμα

Ο κάμπος κάνει τους ανθούς και το βουνό τα χιόνια περίμενε  με ασίκη μου κι είμαι μικρή ακόμα.

στίχοι παραδοσιακοί Αλβανικοί. μετάφραση στα ελληνικά  Θωμάς Στεργιόπουλος.


Ρίλα. στο ψηλότερο βουνό στη βαλκανική χερσόνησο , βρίσκεται  ένα μοναστήρι με ένα κρυμένο κήπο και όπου  στην ήσυχη αυλή του γεννήθηκε η ιδέα για τα έντεκα τραγούδια.

στίχοι :Μάρθα  Μαυροειδή ,Ελένη Φωτάκη,Απέργης Αντώνης, Ιβάν Χρίστοφ.

Μουσικοί :  Μάρθα Μαυρειδή  (φωνή ,λάφτα, σάζι), Αλέξανδρος Αρκαδόπουλος (κλαρίνο), Παντελής Στόικος (τρομπέτα,καβάλ) ,Λευτέρης Χαβούτσας(κιθάρα ραμπάμπ ) Γιώργος Βεντούρης (κοντραμπάσο κιθάρα) , Κώστας Μερετάκης (κρουστά) ,Αντώνης Απέργης (κιθάρα ) Saz Grudu (σάζι ) ,Μαρία Μελαχρινού (σάζι) Γιάννης Ζαρίας (βιολί) ,Μανούσος Κλαπάκης (κρουστά ), Κώστας Θεοδώρου (κρουστά).

ακούστε εδώ >>http://www.myspace.com/marthamavroidi

ΜΙΑ ΜΗΛΙΑ ΕΦΥΤΡΩΣΕ

H ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ τών βαλκανικών χωρών, επηρεασμένη απο την κοινή ιστορία ( εμπόριο, γλώσσα, κουλτούρα κλπ.) χαρακτηρίζεται συγχρόνως από τις ιδιομορφίες κάθε χώρας και περιοχής. Αξιοσημείωτα είναι τα κοινά παραμύθια, ιστορίες και δημοτικά τραγούδια που υπάρχουν στην παράδοση όλων των χωρών. Ένα τέτοιο είναι το τραγούδι που μιλά για τη γυναίκα η την αγαπημένη του πρωτομάστορα που θυσιάζεται και θάβεται στα θεμέλια μιας εκκλησιάς η ενός γεφυριού προκειμένου να τελειώσει το έργο. Άλλο παράδειγμα είναι  το τραγούδι που αφηγείται την ιστορία μιας οικογένειας με πολλούς γιούς και μία κόρη.

ΣΛΑΒΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

 

  πίνακας : ЛАЗАР ЛИЧЕНОСКИ (1901-1964) Пејзаж од Елбасан , 1934

                                                                                                      

Μια μηλιά εφύτρωσε,                                                                        
σε δυό κλαδιά δυό μήλα,
στο τρίτο αηδόνι κελαηδεί:
<<Φεύγα, φεύγα γριά Γούγκρω,
άτυχη γερόντισσα
με τα δυό σου ορφανά,
γιατί έφτασαν οι Τούρκοι
και τη χώρα θα ληστέψουν!>>
Πρίν το λόγο του τελειώσει
φτάσαν οι καταραμένοι
Αρναούτηδες και Τούρκοι!
Βρήκαν γέρο , τον σκοτώσαν,
νέο, σκλάβο τον επήραν!
Και την λυγερή τη Γιάνκα
με τον αδελφό της Γιάνκο
τους εξόρισαν μακριά.
Στην Ανατολή τον Γιάνκο
και στην Δύση τη Γιαννούλα.
Μεγαλώσαν τα παιδιά,
της παντρειάς έγινε η Γιάνκα
και ο Γιάνκο για γαμπρός.
Κίνησε να πάει καβάλα
με το μαύρο τ’ άλογο του
όμορφη να βρεί μια νύφη.
Έφτασε πολύ μακριά
όπου ο ήλιος βασιλεύει.
Βρίσκει εκεί μια λυγερή
και γυναίκα του την παίρνει.
Τριά χρόνια πέρασαν
κι απόκτησαν έναν γιό
μα παιδί δεν ήτανε
παρά οχιά φαρμακερή.
Κίνησε μια μέρα ο Γιάνκο
για να πάει στο νιό παζάρι,
στο παζάρι-πανηγύρι,
τη γυναίκα του ρωτάει:
<<Πές μου , Γιάνκα μου ,τι θέλεις,
θές μετάξι, θές βελούδο;>>
Και η Γιάνκα του απαντάει:
<<Γιάνκο μου, πρώτη μου αγάπη,
δέν το θέλω το μετάξι,
το βελούδο δεν το θέλω,
μία παραμάνα θέλω
να φυλάει το παιδί,
να σκουπίζει την αυλή.
Ούτε νέα μήτε γριά,
μιά γυναίκα για δουλειά.>>
Πήγε ο Γιάνκο στο παζάρι,
στο παζάρι -πανηγύρι,
της αγόρασε μια δούλα
και την έφερε στο σπίτι.
Πέρασαν δυό-τρείς ημέρες.
Νόστιμα τα φαγητά της
τα μαγείρευε η Γιάνκα,
τραγουδάει η παραμάνα,
το παιδάκι νανουρίζει:
<<Νάνι νάνι ,αγοράκι ,
από γιό και θυγατέρα
της γιαγιάς σου αγαπημένο,
εγγονάκι μου καλό!>>
Όταν κάθισαν να φάνε
ρώτησε τη δούλα ο Γιάνκο:
<<Θέλω ,δούλα μας, γριά μάνα,
κάτι τι νά σέ ρωτήσω,
την αλήθεια μή μου κρύψεις:
Έχεις κάπου συγγενείς,
κάποιο συγγενή δικό σου; >>
Κι απαντάει η παραμάνα:
<<Όχι ,Γιάνκο μου, παιδί μου,
συγγενείς δικούς δέν έχω.
Είχα μόνο δυό παιδάκια,
έναν γιό και μία κόρη,
Γιάνκο λέγανε τ’αγόρι,
Γιάνκα λέγανε την κόρη,
Τούρκοι σκλάβωσαν τη χώρα
κι αρπάξαν τα δυό παιδιά μου! >>
<<Δούλα μου, γριούλα, πές μου,
είχανε κάποιο σημάδι;>>
<<Είχε η κόρη μου η Γιάνκα
στο λαιμό ένα σημάδι
λίγο κάτω απ΄το γιορντάνι
και ο Γιάνκο στο κεφάλι
μέσα απ’ τα πυκνά μαλλιά του!>>

Ζωντανοί αγκαλιαστήκαν,
μα χωρίσανε για πάντα!
Αδελφή, αδελφός και μάνα
πέθαναν κι οι τρείς μαζί.

Μετάφραση: Βάσκος Καρατζάς και Βικτώρια Θεοδώρου
ΑΙΜΟΣ -ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωσαν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιρολογιούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
«Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται.»
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χελιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρώπινη λαλίτσα:
«Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.»
 

Τ’ άκουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλι παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
«Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της ʼρτας το γιοφύρι.»
 

Να τηνε κι εμφανίστηκε από την άσπρη στράτα.
Την είδ’ ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
«Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργομισμένος;
«Το δαχτυλίδι του ‘πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιός να μπει, και ποιός να βγει, το δαχτυλίδι νά ‘βρει;»
«Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ’ το φέρω,
εγώ να μπω, εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά ‘βρω.»
Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέση πήγε,
«Τράβα, καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν βρήκα.»
 

Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
«Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια ‘χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πιό στερνότερη της ʼρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες.»
 

«Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
που ‘χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει.»
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:
«Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
γιατί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.

ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ

Μάνα με τους εννιά τους γιούς και με τη μιά σου κόρη,
την κόρη την μονάκριβη , την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ο ήλιος δεν την είδε
στα σκοτεινά την έλουζες, στ’ άφεγγα την επλέκας,
στ’ άστρα και στον αυγερινό έφκιανες τα σγουρά της.
Όπου σέ φέραν προξενιά απο την Βαβυλώνα
να την παντρέψεις στα μακριά, πολύ μακριά στα ξένα.
Οκτώ αδελφοί δε θέλουνε κι ο Κωνσταντίνος θέλει.

– Δώσ’ τηνε μάνα , δώσ’ τηνε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που παγαίνω,
νά’ χω κι εγώ παρηγοριά, νά’ χω κι εγώ κονάκι.
-Φρόνιμοςείσαι, Κωνσταντή, κι άσχημ’ απελογήθης’
κι αν μ’ έρθει, γιέ μου, θάνατος, κι αν μ’ έρθει, γιέ μ’, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα για χαρά, ποιός θα με τηνε φέρει;

Tόν Θεό της έβαλ’ εγγυτή και τούς αγίους μαρτύρους,
αν τύχει κι έρθει θάνατος, αν τύχει κι έρθει αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα για χαρά,να πάει να τη φέρει.
Και σάν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
και μπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες οργισμένοι,
κι έπεσε το Θανατικό κι οί εννιά αδελφοί πεθάναν,
βρέθηκ’ η μάνα μοναχή, σαν καλαμιά στόν κάμπο.
Παιδάκια κοιλοπόνεσε, παιδιά δέν έχ’ κοντά της’
χορτάριασε η πόρτα της, πρασίνισε κι η αυλή της.
Στά οχτώ μνήματα δέρνεται, στά οχτώ μοιτολογάει,
στού Κωσταντίνου τό θαφτό τίς πλάκες ανασκώνει.

-Σήκω, Κωσταντινάκη μου, την Αρετή μου θέλω’
τόν Θεό μού ‘βαλες εγγυτή και τούς αγίους μαρτύρους,
άν τύχει πίκρα γιά χαρά, να πάς να με τη φέρεις.

Ο Κωσταντής ταράχθηκε ‘πό μέσα το μνημόρι’
κάνει το σύννεφ’ άλογο και τ’ άστρο σαλιβάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάγει να τη φέρει.
Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του,
βρίσκει την και χτενίζουνταν έξω στό φεγγαράκι.
Από μακριά τή χαιρετά κι από μακριά τής λέγει:

-Περπάτησ ‘ , Αρετούλα μου, κι η μάνα μας σε θέλει.
-Αλίμονο, αδελφάκι μου,και τί είν’ τούτ’ η ώρα;
Άν είναι ίσως για χαρά, να βάλω τα χρυσά μου,
κι άν είναι πίκρα, πές με το , νά ‘ρθω καταπώς είμαι.
-Περπάτησ’ , Αρετούλα μου, κι έλα καταπώς είσαι.

Στη στράτα που διαβαίνανε, στη στράτα που πηγαίναν,
ακούν πουλιά να κελαηδούν, ακούν πουλιά να λένε:

-Ποιός είδε κόρην όμορφη να σέρν’ αποθαμένος;
-Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
<<Ποιός είδε κόρην όμορφη να σέρν’ αποθαμένος! >>
-Λωλά πουλιά κι ας κελαηδούν, λωλά πουλιά κι ας λένε.
-Τι βλέπουμε τα θλιβερά, τα παραπονεμένα,
να περπατούν οι ζωντανοί με τούς αποθαμένους!
-Άκουσες Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
Πώς περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους.
-Πουλάκια είν’ κι ας κελαηδούν, πουλάκια είν’ κι ας λένε.
-Φοβούμαι σε, αδελφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
-Εχτές βράδυ επήγαμε πέρα στον Άι-Γιάννη,
και θύμιασε μας ο παπάς με περισσό λιβάνι.

Και παραμπρός που πήγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:

-Θεέ μεγαλοδύναμε, μεγάλο θάμα κάνεις,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρν’ αποθαμένος.

Τ’ άκουσε πάλ’ η λυγερή και ράγισ’ η καρδιά της.

-Άκουσες, Κωσταντάκη μου , τι λένε τα πουλάκια;
Πές με πού ‘ ν’ τα μαλλάκια σου, το πηγουρό μουστάκι;
-Μεγάλ ‘ αρρώστια μ’ έβρηκε, μ’ έριξε του θανάτου,
μέ πέσαν τα ξανθά μαλλιά, το πηγουρό μουστάκι.

Βρίσκουν το σπίτι κλειδωτό, κλειδομανταλωμένο,
και τά σπιτοπαράθυρα πού ‘ ταν αραχνιασμένα.

-Άνοιξε, μάνα μ’ , άνοιξε και νά την η Αρετή σου.
-Άν είσαι Χάρος διάβαινε κι άλλα παιδιά δεν έχω’
και μέν ‘ η Αρετούλα μου λείπ’ μακριά στα ξένα.
-Άνοιξε , μάνα μ’, άνοιξε κι εγώ είμ’ ο Κωσταντής σου’
εγγυητή σού ‘βαλα τόν Θεό και τούς αγίους μαρτύρους
αν τύχει πίκρα για χαρά, να πάω να σε τή φέρω.

Ώσπου να βγεί στήν πόρτα της, εβγήκε η ψυχή της.