Ευλογία το κάθε σπίτι με τούς δικούς του ήλιους και φεγγάρια …

Σαν έφυγαν όλοι και ξανάρχισε να συγυρίζει

απ΄ την αρχή το σπίτι,

ένιωσε αυτή την καθημερινή επανάληψη

να της λύνει τα γόνατα.

Κι άξαφνα

κατάλαβε τον ήλιο από τις λάμψεις που τίναζαν

τα πιρούνια στην κουζίνα

σαν ένα σμήνος ολόχρυσα πουλιά φωτίζοντας

τους τοίχους.

Τότε έβγαλε την ποδιά της, την ακούμπησε

στη ράχη της καρέκλας

και σκούπισε τα μάτια της.

Ο κόσμος, λοιπόν, είναι ολόχρυσος.

 

Γιάννης Ρίτσος
Θερινό Φροντιστήριο 1953-1964

πηγή ποιήματος : Γ ι ώ ρ γ ο ς Μ π λ ά ν α ς

TO ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟ ΓΛΥΚΟ

Να γυρίζεις αργά το βράδυ απο την δουλειά

και να σε περιμένουν άνθρωποι που σ ‘αγαπάνε ,

προσφέροντας  σου ένα γλυκό φιλί

και μια υπέροχη ευχή.

Βαγγέλη να μεσουρανείς για πολλά πολλά ακόμη και ακόμη …χρόνια

σαν Ήλιος  !

 

 

 

ΚΡΥΟ ΚΡΥΟ

Εσκόρπισε και τα στερνά κιτρινιασμένα φύλλα
τη νύχτα χτές η άπονη της θύελας ορμή ‘
ολόπυκνη στη λίμνη μας απλώθηκε μαυρίλα
κι’ απόμακροι της θάλασσας ακούγονται λυγμοί.

Σα διαρκές παράπονο,αργό,μουρμουριστό
η χειμωνιάτικη βροχή ατέλειωτα σταλάζει,
τ’αντικρυνό παράθυρο είν’ τώρα σφαλιστό
και η θλιμμένη όψι του με την ψυχή μου μοιάζει .

Mέσα στο κρύο ,στη βροχή,διαβάτες προχωρούνε
αμίλητοι ,καρτερικοί ,στα ρούχα τυλιγμένοι
την τωρινή ερήμωση της πόλης αψηφούνε ‘
ηλιολουσμένη άνοιξη καθείς κρυφοπροσμένει

Όμως το κρύο πειό δριμύ μές στην ψυχή μου νοιώθω
να διώχνη κάθε άνοιξι ,να σβύνη κάθε πόθο .

Ρίκα Σεγκοπούλου

πηγή : Πανεπιστήμιο Πάτρας

Όταν ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας πιάνει κουβέντα με τα έλατα στα κορφοβούνια ο άνεμος γεννάει λιακάδες .

Mα , πώς ματώνει τόση δύναμη στον ύπνο .

Αρπάζομαι  από την πληγή του κόσμου

και ξυπνούν τα έλατα μόλις χαράξει στις κορφές

το μέγα πορτοκάλι ΄ σκουντάνε τη σιωπή

(ομίχλη  αφράτη ξαπλωμένη αποβραδίς

σαν το πιστό στα πόδια τους σκυλί ) :

<<Άντε κορίτσι μου για ύπνο. Άντε κι έχουμε  δουλειές! >>

Στη μεγίστη ,πολίτη ! Πού είσαι , μωρέ ;

Βόσκεις ακόμα αστέρια ;

Δεν βρήκαν άκρη στο Οτέλ ντε Βιλ .

Καταραμένο μέρος !

Κι εκείνος ο μικρός ,εκείνος  ο…

Τριγυρίζει μονάχος του . Δεν λέω,

η  εξέγερση των Κομμουνάρων

είναι η πρώτη στην ιστορία  προλεταριακή επανάσταση

και η Κομμούνα η πρώτη εργατική εξουσία.

Αλλά μόνος του ; Εκείνος ο… πώς τον είπαμε ,πολίτη; >>

<<Δεν θυμάμαι ,καπετάνιε ! Τι θυμήθηκες τώρα ! >>

<<Δεν θυμάσαι ! Δεν θυμάσαι !

Μυρίζει ο τόπος σκίνο και θυμάρι κι εσύ δεν θυμάσαι !

Κρίμα , να πάρει ο διάολος !

Μέρες που πάει ο θάνατος και βρίσκει ! >>

<<Όχι ,βέβαια ,καπετάνιε !

Ο θάνατος γυρεύει κόκαλα για τα δόντια του στην Κίνα΄

κι είναι σκοτάδι τώρα εκεί >> .

<<Μα  φυσικά , πολίτη ! Άντε ξημέρωσε ,πια .

Ησύχασε τα κλαδιά σου .

Πότε  είπαμε σε παραχώσανε εσένα ;>>

<<Στις 15 του Μαγιού ,στα 1823 ! >>

<<Με πέρασες , πολίτη ΄

Στις 15 Μαίου  ,του 1947 , εμένα !>>

<<Με λάκκους  μετράει ο κόσμος τα όνειρα ,καπετάνιε !>>

<<Με λάκκους ,πολίτη, αλλά …

για ποιο πράγμα είπαμε πως ξυπνήσαμε μια μέρα

και θεωρήσαμε ανάξιο να κρύβουμε τις απόψεις

και τις προθέσεις μας ,δηλώνοντας ανοιχτά

πως οι σκοποί μας μπορούν να πραγματοποιηθούν

μονάχα με τη βίαιη ανατροπή …

ποιου πράγματος , πολίτη ;>>

<<Δεν ξέρω . Νομίζω … ένα συμβάν ήταν …

ανάμεσα στα χόρτα  και τις δροσιές .

Χιόνιζε , ο κόσμος …μας έλεγαν τρελούς .

Εμείς ,αν δεν ήμαστε τρελοί ,

δεν θ’ αρχίζαμε χορούς στα λιανοχορταρούδια ,

γιατί θα σκεφτόμαστε πρώτα για πολεμοφόδια ,

καβαλαρία ,πυροβολικό ,τις αποθήκες

και τα μαγαζιά μας ΄ και θα μετρούσαμε τη δύναμη

τη δική μας και του Άλλου τη δύναμη .

Και τώρα που αποτύχαμε δεν μας λένε τρελούς,

αλλά  καταραμένους κι αναθεματισμένους.

Και είμαστε σαν το καράβι ,

που δεν έμεινε στο λιμάνι δειλό κι ανάξιο,

αλλά σηκωθήκαμε με τέτοια φουρτούνα

και τέτοιον άνεμο κι έλεγαν : Ιδού  παλικάρια

που πηγαίνουν να πουλήσουν ,

να γυρίσουν πίσω ευδόκιμοι

και όχι αναλυτές των συνθηκών ‘ .

Κι όταν γυρίσαμε  μισοπνιγμένοι :

‘ Δες εκεί κάτι παλιάνθρωπους ΄

πήραν τον κόσμο στον λαιμό τους ‘.

Μα ποιος μπορεί να γνωρίζει τις συνέπειες ; >>

<<Έτσι είναι , πολίτη . Αν τις γνωρίζαμε

πως θα μπορούσαμε να δώσουμε  ύπαρξη

σε κάτι που δεν έλειπε ευθαρσώς

από αυτόν τον κόσμο ; >>

<<Με λάκκους μετράει ο κόσμος τον κόσμο >> .

<<Ε , μη σε παίρνει  κάτω η θεμελίωση των από καρδιάς .

Όλα  επανεκκινούν , ανά πάσα στιγμή ,

όταν είναι αρκετά υπερβατική η εκκίνηση .

Κάποια  στιγμή , κάποιος θα βρει

μιαν ακόμα όπερα  του Βιβάλντι >> .

<<Έτσι  είναι  , καπετάνιε >> .

<< Αφού τα έλατα πιάνουν κουβέντα για τον θάνατο

κι ο άνεμος  γεννάει  λιακάδες στα πανιά με τα θυμάρια >.

<< Αληθώς ! >>

<< Αληθώς , πολίτη ! Δεν ξέρεις πότε οι δρόμοι

εγκαλούν τις δροσιές στα οδοφράγματα ,

κι  αυτός ο μικρός , αυτός  ο … >>

<< Ρεμπώ , καπετάνιε ! Ρεμπώ ! >>

<< Ναι , Ρεμπώ . Μικρός , αλλά …

Τι  γίνεται εκεί κάτω , πολίτη ; >>

<< Δυο  σκελετοί διεκδικούν έναν κρεμασμένο , καπετάνιε >> .

<<Τζέιμς Ένσορ δεν είναι αυτό ; >>

<<Ακριβώς ! >>

<<Στη  μέγιστη , πολίτη ΄ προφταίνουμε  ακόμα ! >>

( απόσπασμα : ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΕΚΤΟ.)

η σημαία  απά το τήWikipedia

Να σ’ αγναντεύω θάλασσα να μη χορταίνω

Nα σ’αγναντεύω ,θάλασσα
να μη χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλαματά σου τα πολλά

Νάναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο
όντας μετ’ άξαφνη νεροποντή
χυμάει μέσ απ’ τα σύνεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ .

Να ταξιδεύουν στόν αγέρα τα νησάκια ,
οι κάβοι ,τ’ ακρόγιαλα σά μεταξένιοι αχνοί
και με τούς γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί

Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
τήν κόκκινη πλαγιά χορευτικά τα πεύκα,
τα χρυσόπευκα ,κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

Κι ‘αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό τα ερημικά χιονόσπιτα –
κι αυτά μες στ’ όνειρο τους να τραγουδάνε ,αξύπνητα καιρό

Έτσι να στέκω θάλασσα ,παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και νά ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι ‘αλάργα βάσανα πολλά,

Ώς να με πάρεις ,κάποτε ,μαργιόλα  συ,
στούς κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακρυά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση ,
μακρυά πολύ κι ‘από τους μαύρους κολασμένους

Κώστας Βάρναλης

Tόσα άστρα και γώ να λιμοκτονώ

Tόσα   άστρα και  γώ   να

λιμοκτονώ

χρωματίζω πουλιά ,  χάρτινα

πουλιά

και περιμένω να

κελαηδήσουν ,

και περιμένω  να

κελαηδήσουν ,

γιατί χειμώνιασε

Τόσα άστρα και  εγώ  να

λιμοκτονώ

κάνε λοιπόν  κύριε

να ‘ χει κανείς  ένα φίλο

δος του  ένα σκυλί

η ένα φανάρι του δρόμου

γιατί  χειμώνιασε .

Τάσος  Λειβαδίτης

Πεινάει ; πεινά ,μά γυρεύει γαλήνειο ψωμί ,γυρεύει τής πρώτης του φτώχιας ,τήν άγια τιμή .

 

Πώς κράζει ,σπαράζει και πάλι
         τρελλός ο λαός !
Ποιά οργή ,ποιά ορμή τόν μεθάει
         καί τρέχει σωρός;

 
-Ζητάει να συντρίψει ,να ρίξει
          να πνίξει θαρρώ ,
μα πάνω από τούτα ζητάει ο
          φτωχός λυτρωμό .

 
-Πεινάει ; Πεινά ,μα γυρεύει
           γαλήνιο ψωμί ,
γυρεύει τής πρώτης του φτώχιας
           τήν άγια τιμή .

 

-Βροντάει το τουφέκι .- Η γωνιά του
             ρημάδι ,καπνός ,
σβυστό τό λυχνάρι ,πώς θέλεις
             να μένει αγαθός ;

 
Βουλιάζει η φαμίλια ,σέ ποιόνε
              τόν πόνο να πή ;
Θεριεύει η ψυχή του ,και ξάφνου
            προστάζει σφαγή !

ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ . 1885 -1968
πηγή : upatras.gr

Xωριουδάκι

 

 

 

 

 

Σκλάβα μού πήρες τήν καρδιά, φτωχό μου χωριουδάκι,

Πού απλώνεσαι απ’ τ’ακρόγιαλο ,στ’ανθένια βουνοπλάγια,

Μέ τ’άσπρα τά σπιτάκια σου,τό μαύρο σου εκκλησάκι ,

Τά ησκιόχαρα περβόλια σου ,καί τά γραφτά σου μάγια.

Άλλοι άς ποθούν νά δέρνουνται ,στής Πολιτείας τήν τρέλλα…

Μακριά απ’ τό διάφανο τό φώς, κι’απ’ τή  λαγγεύτρα ειρήνη…

Γιά μένα μιάν απλή ψυχή ,κ’ αισθαντικιά κοπέλλα

Χαρά ,ευτυχία ουρανόφερτη ,τών κόλπων σου η γαλήνη !
ΦΙΛΗ Κ ΒΑΤΙΛΗ (1922)

Όταν θα’ ρθούμε με λουλούδια στα ματωμένα χέρια μας.

ΔΑΚΡΥΑ ΠΟΛΛΑ με καίγανε ,μονάχος κι

έγραφα , τι ήμουν εγώ , μιλώντας έτσι με ,


χρόνια και χρόνια ζωντανεύοντας χαμένα πρό

σωπα , κι απ’ τα παράθυρα έμπαινε


δόξα ,χρυσό σκοτεινιασμένο φώς ,τριγύρω μπά

γκοι και τραπέζια και


παράθυρα , καθρέφτες ως τον κάτου κόσμο. Κι

ήρθανε ο ένας μετά τον άλλο ξεπεζεύοντας,

ο Πόρπορας , ο Κονταξής , ο Μάρκος ,ο Γεράσιμος,

μια σκούρα πάχνη τ’ άλογα κι η μέρα όπως

ελόξευε

Ήρθε ο Σαρρής , ο Τσάκωνας ,

ήρθε ο Φαρμάκης , ο Τορέγας , ο


Πήραμε τον κατήφορο , στάχτη παντού , καμέ

νο χώμα ,σίδερο ,πάνω στις πόρτες ένα μαύρο

Χ και το’ ξερες εδώ πέρα ο θάνατος , μέρες

και νύχτες με τα πολυβόλα που θερίζαμε


κι άκουγες ωχ και τίποτ’ άλλο . Κι ήρθανε


πολλοί. Μπροστά τους ο Τζαννής , ο Παπαρί

ζος , ο Ελεμίνογλου , πιο πίσω ο Λαζαρίδης ,ο

Φλασκής , ο Κωνσταντόπουλος – σε τι εκκλη-

σιές τους διάβασαν ,τους θάψανε ,κανείς δεν

ξέρει σε τι χώματα.


κι άλλοι πολλοί καβάλα στον καιρό κι ανάμε-

σα

κορίτσια του χαμού , ξεπόρτισαν , ο πυρετός η

πείνα ,εστάθηκαν στον τοίχο , εφύσαγε κακός

αέρας . Κι ήρθανε η

Λίτσα κι η Φανή γλυκομηλιές


Ήρθαν οι μέρες του σαράντα τέσσερα

κι οι μέρες του σαράντα οχτώ.

Κι από την Πελοπόννησο ως τη Λάρισα

βαθύτερα ώς την Καστοριά ,

πάνω στο χάρτη μαύρο μόλεμα


Βαστώντας το ντουφέκι του σπασμένο ήρθε ο

Προσόρας ,

ο Μπακρυσιώρης , ο Αλαφούζος , ο Ζερβός ,

στη σύναξη ζυγώσανε . Κοιτάχτε , εφώναξα ,

κοιτάξαμε .

Το φώς πλημμύρα , ο καρποφόρος ήλιος

μνήμη των αφανών . Τα χρόνια πέρασαν , α-

σπρίσαμε , τους έλεγα.

Ήρθε ο Τζεπέτης , ο Ζαφόγλου , ο Μαρκου-

τσάς,

στρωθήκανε στο μπάγκο και

στην άκρη ο Κωνσταντίνος έτσι νοσηλεύοντας

το πόδι του .


Σιγά σιγά οι φωνές γαλήνεψαν.

Σιγά σιγά , όπως ήρθανε , χαθήκανε.

Πήρανε το λαγκάδι , αέρας , χάθηκαν.


από το βιβλίο του ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΠΑΝΤΑ Η ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ

εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες,
θα δείτε χίλια κορίτσια με τρυπημένα στήθη
ακάλυπτα , να σας φωνάζουν:
» γιατί μας στείλατε έτσι ενωρίς να κοιμηθούμε,
σε τόσο χιόνι αχτένιστες , κλαμένες; »-
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

 

 
Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα ιδούν κατάπληκτα τα πλήθη,
πως φάλαγγα πιο ανάλαφρη δεν πάτησε τη γή,
πως λιτανεία πιο ιερή δεν έχει παρελάσει,
ανάσταση πιο ένδοξη και ματωμένη-
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

 


 

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες,
γαμήλιο άνθος η πανσέληνος θα υψωθεi
 να τις στολίσει,

μέσα στα κούφια μάτια τους θα κλαίνε ορχήστρες,
στις μπούκλες τους οι επίδεσμοι θα κυματίζουν
Ως τότες , πολλοί απο τύψεις θα πεθάνουν,
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

 

 

  

 

Ρίτα Μπούμη – Παπά

Παλικαράδες  παλικαράδες !  Α!  Τετραπέρατοι  παλικαράδες  

                     
 
      
 
 
Όταν ο Ρίτσος ήταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, εξόριστος σε κάποιο από τα νησιά μας τον παρακολουθούσαν  διαρκώς ώστε να μη γράφει.  Ήταν εξαναγκασμένος να μη γράφει, να κρατά μέσα του την ποίηση και να σωπαίνει. Να λέει ίσως κάποιες σκέψεις, όχι  όμως και να τις γράφει, γιατί αυτομάτως δημιουργούσε ενοχοποιητικά στοιχεία. Ότι  έγραφε κατασχόταν άμεσα.   Αυτός  όμως έγραφε και έγραφε διαρκώς και στα ποιο ανύποπτα μέρη. Ότι έγραφε το παράχωνε σε μια κρυψώνα , που ήταν λάκκος στην παραλία του στρατοπέδου.   Κάποια μέρα ανακοινώνονται μεταγωγές. Ο Ρίτσος μεταφέρεται χωρίς να προλάβει να πάρει τα κρυμμένα χαρτιά του. Ένας συγκρατούμενος του όμως που τον παρατηρούσε όλον αυτό τον καιρό έτυχε να μείνει λίγες μέρες πίσω  κι επειδή τον είχε δει να παραχώνει κάτι στην παραλία αποφασίζει να πάει να ψάξει.  Βρίσκει τα χειρόγραφα και με χίλιες προφυλάξεις ράβει το  θησαυρό  στη φόδρα του παλτού του.   Όταν κάποια μέρα ξανασυναντήθηκαν  τυχαία σε άλλο στρατόπεδο, τον πλησιάζει και με σεβασμό  του παραδίδει  τα  χαρτιά:<<Αυτά είναι δικά σας>>                                                   

 Ο συγκρατούμενος  αυτός ήταν ο Μάνος Κατράκης.                                                                        

 Άριστοι στην Τέχνη,     Άριστοι και στη συμπεριφορά.

πηγή: ΟΥΤΟΠΙΑ