Αυτός ο άνεμος

..ακούστε τον -ακούστε τον – ακούστε τον
πως τραγουδάει αυτός ο άνεμος
έτσι τραγούδαγε και για τα συντρόφια του 
μέσα – μέσα – μέσ από τ ‘αντίσκηνο 
του Αη – Στράτη ο Γιάννης Ρίτσος ..

DSC00413

Στο Κοντοπούλι της Λήμνου

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ .Πολύ μακρύς ,αδελφέ μου.
Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας
<<πέρασε η ώρα >>
οι ποιητές μας εκεί στην αποθήκη … εκεί που από το 48 τους εμπόδιζαν να πουν καλημέρα στον γέροντα ,
έφτιαχναν Διαμαντόπετρες αληθινές
που της πρόσθεταν στο περιδαίρεο της Ελλάδας .
Τώρα είναι δικός μας αυτός ο δρόμος και την καλημέρα
το χαμόγελο μας στον περαστικό δεν μπορεί
να μας το κρύψει κανείς όσα εμπόδια και να βάζουν .

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ Π .Α . ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΙΑ (απόσπασμα)

DSC07147

Γιάννης Ρίτσος

Κατηφόρισαν με σκισμένα χιτώνια, με παλιά ντουφέκια
δίχως ψωμί στο γυλιό δίχως σφαίρες .
Μονάχα με μικρά οργισμένα ποτάμια κλείναν τα περάσματα
πίσω τους .

Είχαν βαδίσει μήνες και μήνες πάνου σ’ άγνωστες πέτρες
πάνου στο χιόνι μαζί με τις ελιές τους και τ’ αμπέλια τους –
άλλος άφησε κει πάνου ένα πόδι ένα χέρι
άλλος ένα μεγάλο κομμάτι απ ‘την ψυχή του
καθένας κι έναν η πιότερους νεκρούς .

Ύστερα γύρισαν με τις πληγές και τα κρυοπαγήματα
θάψανε τα ντουφέκια τους στα βράχια , στο χιόνι ,
στις κουφάλες των δέντρων
στο αχούρι , ανάμεσα στέγη και ταβάνι ,στη σκοτεινή αποθήκη
που βγάζει στο πίσω μέρος της νύχτας με ένα
μικρό λαδοφάναρο υπομονή .

Βάζω τα κόκκινα μου και πορεύομαι !

DSC05421-0

Χρόνους μας ταξιδεύει δεν βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε

Κατακλυσμούς ποτέ δεν λογαριάσαμε
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε

Κι έχουμε στο κατάρτι μας
τον ήλιο τον βιγλάτορα

Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
Οδυσσέας Ελύτης

Σαν δεις τον κυρ-Αλέξανδρο

DSC03224

Στο εκκλησαδάκι του Αγίου Ελισσαίου
προσπάθησα να τον δω όμως δεν ήταν εκεί …
*Ανάσα του πελάγου και αραγμένο καΐκι
στην αγκαλιά του γέρικου καρναγιού
Ανεμοδαρμένο αρμυρίκι στην έρμη ακρογιαλιά
Τώρα που θα δείτε τον κυρ -Αλέξανδρο χαιρετίστε τον .

* ( στίχοι σε κιτρινισμένα χαρτιά για τον Παπαδιαμάντη )

O βράχος και το Κύμα

«Mέριασε, βράχε, να διαβώ,» το κύμ’ ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Mέριασε! Mες στα στήθη μου, που ’σαν νεκρά και κρύα,
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Aφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, μ’ εθέριεψε η κατάρα
του κόσμου που βαρέθηκε, του κόσμου που ’πε τώρα,
βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου ώρα.
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σόγλειφα και σόπλενα τα πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ’ εκοίταζες κ’ εφώναζες του κόσμου
να ιδεί την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.
Kι αντίς εγώ, κρυφά κρυφά, εκεί που σ’ εφιλούσα,
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα,
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο πού ’θε’ κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.
Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη·
τα θέμελά σου τα ’φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι.
Mέριασε, βράχε, να διαβώ. Tου δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό… Eξύπνησα λιοντάρι!…»

O βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός σαβανωμένος.
Tου φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που ’ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.
Oλόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν,
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματ’ αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

Tο μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά, χωρίς καν να ξυπνήσει.
Kαι σήμερ’ ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.

«Kύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι σύ κ’ ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;…
Όποιος κι αν είσαι, μάθε το: εύκολα δεν πεθαίνω.»

«Bράχε, με λέν εκδίκηση. M’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. M’ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά, και τώρα, κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά. Πέσε, προσκύνησέ με.
Eδώ, μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη.
Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του Άδη μου τ’ αχνάρια…
M’ έκαμες ξυλοκρέβατο… M’ εφόρτωσες κουφάρια…
Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Tο ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί, και τα πατήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη…
Mέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη·
καταποτήρας είμ’ εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου.»

O βράχος εβουβάθηκε. Tο κύμα, στην ορμή του,
εκαταπόντισε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Xάνεται μες στην άβυσσο, τρίβεται, σβηέται, λιώνει
σαν να ’ταν από χιόνι.
Eπάνωθέ του εβόγκηξε, για λίγο αγριωμένη,
η θάλασσα κ’ εκλείστηκε. Tώρα δεν απομένει,
στον τόπο που ’ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Ἂν δὲ μούδινες τὴν ποίηση, Κύριε,

Ἂν δὲ μούδινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θάχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θάταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.

Λοιπόν; Πῶς σου φαίνονται; Εἶδες 
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ’ ἀμπέλια μου; 
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς 
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου; 
Κι’ ἔχω ἀκόμη καιρό! 
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε. 
Μ’ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι’ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει. 
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.
Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ’ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

* ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Tόσα άστρα και γώ να

λιμοκτονώ

χρωματίζω πουλιά , χάρτινα

πουλιά

και περιμένω να

κελαηδήσουν ,

και περιμένω να

κελαηδήσουν ,

γιατί χειμώνιασε

 

Τόσα άστρα και εγώ να

λιμοκτονώ

κάνε λοιπόν κύριε

να ‘ χει κανείς ένα φίλο

δος του ένα σκυλί

η ένα φανάρι του δρόμου

γιατί χειμώνιασε .

 

Τάσος Λειβαδίτης

* o τίτλος τις ανάρτησης  ήρθε απ’ τα βουνά του Πακιστάν