Οι παλιές είναι αλλιώς !

Μ’ ένα κλικ στο διαδίκτυο ήρθε έτοιμο το φόρεμα από την Αμερική από την Γερμανία η από κάθε γωνιά της γης από την μια κόρη …Οι παλιές όμως οι Λημνιάδες πάνε στου Κοέν στου Σαμπεθάη και παίρνουν υφάσματα και τα ράβουν μόνες τους , άσε που κάνουν και προθέρμανση , προπόνηση δηλαδή .. πριν το επίσημο !

Το νόημα της φωτογραφίας είναι απλό . Αυτό υπήρξε

Γεώργιος Χριστομάνος .
Ιωάννης Μήτας

Μνήμη δυο όμορφων ανθρώπων

Το νόημα της φωτογραφίας είναι απλό . »Αυτό υπήρξε » .
Και πραγματικά είναι όμορφη αυτή η μνήμη
και αυτό που υπήρξε
γιατί και οι δυο άνθρωποι που με είχαν στην εργασία
εκεί στην γειτονιά των ονείρων , στα χρόνια της δικτατορίας μικρό παλικαράκι , ήταν εξαιρετικοί .
Με το χιούμορ τους με το χαμόγελο τους
και με τις συμβουλές τους .
Στην πόλη μας οι βιοτεχνίες με πλάκες για τις πλατείες τα πεζοδρόμια και τις αυλές των σπιτιών της , ήταν τρεις ,
Δυο μεγάλες και μια μικρότερη .
Οι μεγάλες ήταν η μία των αδελφών Κόφφα και η άλλη του Μεφσούτ .
Την τρίτη την είχαν ο Γιώργος ο Χρηστομάνος ,ο ένας από τα αδέρφια με τα φορτηγά και τους εκσκαφείς,
εκεί στην όμορφη γειτονιά δίπλα στου Τσαλαπάτα ,
μαζί με τον γαμπρό του από αδερφή , τον Γιάννη Μήττα .
Μαζί στα διαλείμματα γίνονταν το κολατσιό με το τυρί την ντομάτα και την κονσέρβα , και στις ζέστες του καλοκαιριού άνοιγαν και οι δροσερές πορτοκαλάδες και λεμονάδες της ΕΨΑ
που με έστελναν να φέρω από την ταβέρνα του κ Αποστόλη Βέτσικα .
Πραγματικά υπήρξαν δυο όμορφες ψυχές .

Το παιδί και το ποδήλατο .

 Το αγόρι μόλις είχε βγάλει το δημοτικό .   Για συνέχεια στο Γυμνάσιο  ούτε λόγος . Δεν έγινε καν κουβέντα στο σπίτι .    Και πως να γίνει όταν ο μικρός καβαλούσε το ποδηλατάκι του με την σημαία της αγαπημένης του ομάδας πάντα στην κορυφή της κεραίας , και πολλές φορές έκρυβε την σάκα του πάνω στα μπεντένια των Παλαιών ,εκεί κάτω από τα συντρίμμια του τζαμιού του , και ξεχύνονταν στην πόλη .  Έφτασε και η μέρα να βγει για τα καλά στην ζωή. Το πρώτο καλοκαίρι μετά το σχολειό  το παίρνει ο πατέρας από το χέρι και πηγαίνουν εκεί στην Αλεξάνδρας λίγο πριν την Φιλίππου Ιωάννου όπου και τον άφησε στο μπακάλικο ενός ανθρώπου για δουλειά .Για έναν μήνα ο μικρός πήγαινε καθημερινά πρωί απόγευμα τις παραγγελίας των πελατών  και τις άφηνε στις ολάνθιστες οικίες τους . Η μεταφορά των τροφίμων γίνονταν με το ποδηλατάκι του μέσα σε δυο μεγάλα καλάθια .Ένα πρωινό ακούει το αφεντικό να του λέει .  Πάρε τούτα τα τρόφιμα  και πήγαινε τα στο σπίτι .  Κάπου στην οδό Σαράτση η όμορφη δική του μονοκατοικία λίγο πιο πάνω από τον Άγιο Κωνσταντίνο ,εκεί στην γειτονιά όπου φάνταζε το κτίριο τού μύλου Καπουρνιώτη.  Φτάνει τ ‘ αγόρι στο σπίτι με το καλάθι γεμάτο ,κοντοστέκεται για λίγο  στην μισάνοιχτη πόρτα του , χτυπά το κουδούνι και βάζει φωνή . Έφερα τα πράγματα !   

Από το βάθος του σπιτιού ακούει να του λέει η φωνή της γυναίκας .           

– Άφησε τα αγόρι μου αυτού στο χώλ . Αφήνοντας το καλάθι με τα τρόφιμα δίπλα από ένα τραπεζάκι, βλέπει πάνω του ένα χαρτονόμισμα των 50 δραχμών .  Χωρίς να το πολυσκεφθεί απλώνει το χέρι και το παίρνει . Καβαλά το ποδήλατο του και περνώντας έξω από το τεράστιο κτίριο τού αλευρόμυλου πηδά τον τοίχο του και το κρύβει κάτω από μια πέτρα .  Έχοντας πια απελευθερωθεί  από το προϊόν του εγκλήματος .. συνεχίζει προς τον επαρχιακό δρόμο Βόλου – Λαρίσης  όπου και περνά τα χωριά του και μετά από ώρες φτάνει  στην Λάρισα .  Τριγυρίζοντας στη γέφυρα του Πηνειού εκεί στο Αλκαζάρ κάτω από τον καυτό ήλιο  κι έχοντας πεινάσει  , παίρνει τον δρόμο του γυρισμού                                                 

Έχει αρχίσει πια να κρύβεται  ο ήλιος και να πέφτει το βράδυ στον δρόμο , κι ενώ έχει φτάσει έξω από ένα χωριό που μια πινακίδα του  έγραφε κι έδειχνε στ ‘αριστερά Πλατύκαμπος  και προς την άλλη μεριά Χάλκη , ένας χωροφύλακας το σταματά . Το ρωτάει από που έρχεται και που πηγαίνει , και παίρνοντας την απάντηση από το παιδί , το παίρνει και μπαίνουν μαζί στο χωριό Πλατύκαμπος , όπου εκεί στο τμήμα της χωροφυλακής το έβαλε να κοιμηθεί .  Την επομένη μέρα το πρωί το ανεβάζει σε ένα φορτηγό γεμάτο σιτάρι μαζί με το ποδηλατάκι του   λέγοντας στον οδηγό του σε πιο μέρος να το αφήσει στον Βόλο .  Το φορτηγό φτάνει στον Μύλο του Λούλη όπου και αφήνει τον μικρό .     

Στο ποδήλατο ο μικρός και στο σπίτι , στην γειτονιά του ,εκεί στην Μητροπολίτου Γρηγορίου που έριχνε τον ίσκιο του τα καυτά καλοκαίρια ένας άλλος μύλος , του Λούλη , όπου και  το πλινθοκεραμοποιείο του Τσαλαπάτα. Φτάνοντας σπίτι ο πατέρας το παίρνει και το πηγαίνει  στην ασφάλεια της πόλης .   Ο διοικητής ονόματι Μπουραντάνης φόβος και τρόμος της πόλης το κατεβάζει στο υπόγειο που υπήρχαν τα κελιά και με φωνές τού λέει

– Θα το ξανακάνεις ; Άμα το ξανακάνεις δω μέσα θα μείνεις για πάντα φουκαρά μου ! 

Τις βλέπεις τις εφημερίδες ! Και του δείχνει μαζί με τον πατέρα του , την Θεσσαλία και τον Ταχυδρόμο ,την έκδοση της ημέρας , όπου στην πρώτη σελίδα σε μια φωτογραφία το ποδήλατο με το παιδί χαμογελαστό έγραφε . Αναζητείται !  Εξαφανίσθηκε ! 

Αντίο Θανάση

αντίο αγαπημένε μας ,
βάδιζες πάντα σε δρόμους ολοκάθαρους.. και ανιδιοτελείς
για την πρόοδο της πόλης και της χώρας .
Οι αγαπημένοι σου φίλοι και σύντροφοι δεν πρόκειται να σε ξεχάσουν ποτέ .

φωτογραφία : Από Ταχυδρόμο Βόλου

Μνήμη η αρχή του μέλλοντος .

Μην βγάλετε εισιτήριο
είναι δώρο εκ μέρους μου !

Μνήμη η αρχή του μέλλοντος .
Στην μνήμη του παιδικού μου φίλου
Γιάννη , – τον «Κουρούπη » – , στον Άλκη στην Σοφία .

DSC09802

Το πρωί αποφάσισα να επισκεφθώ το πλινθοκεραμοποιείο
του Τσαλαπάτα
Σε οποιαδήποτε γωνιά του τετραγωνικού συγκροτήματος των Παλαιών και να βαδίσεις η μνήμη έρχεται σφοδρή , με τις εικόνες των παιδικών φίλων . Παραγκομαχαλάς η αυλή του εργοστασίου ,
στους πρόποδες του Κάστρου, που τώρα εδώ και κάμποσα χρόνια έγινε πάρκο που μέσα του υπάρχει νηπιαγωγείο .
Το εργοστάσιο που έγινε τώρα πια Μουσείο το έχω
ξανά επισκεφθεί κι άλλες φορές δίχως να το έχω φωτογραφίσει
και έτσι η σημερινή επίσκεψη έγινε για να αποτυπώσω φωτογραφικά κάποια από τα εκθέματα του .
Τριγυρίζοντας τους χώρους του και ενώ κάποια στιγμή
βρίσκομαι στην οροφή του φούρνου , βλέπω να καταφτάνει μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων -ανδρών  και γυναικών- μ’ έναν ξεναγό και να μπαίνουν μέσα στον χώρο του φούρνο.
Σε λίγα λεπτά ξαναβλέπω τον ξεναγό ,ένα παλικάρι περίπου τριάντα ετών , να έρχεται προς το μέρος που βρισκόμουνα ανεβαίνοντας μία από τις σιδερένιες σκάλες που οδηγούν στην οροφή λέγοντας .
– Δε μου λέτε κύριε τι κάνετε εδώ ;
Τι θέλετε να κάνω , του απαντώ , βλέπω το εργοστάσιο .
– Καλά με ξαναλέει ,πως μπήκατε εδώ , εισιτήριο βγάλατε , έχετε ;
Α α νεαρέ μου , του κάνω , έχω μπει δω μέσα ,εδώ και πενήντα πέντε χρόνια πριν , μαζί με τους φίλους μου .
Εδώ μεγάλωσα , εδώ με φώναζε η Θεία μου η Γεωργία και μ’έστελνε στο δισκοπωλείο του Παλούκα
όπου κι έπαιρνα τα δισκάκια των 45 στροφών με τα λαϊκά τραγούδια τους στις δυό πλευρές τους.
Δω πέρα με φώναζε η Νταρντανογύναικα η κυρά Παναγιώτα,
λέγοντας μου ‘ πήγαινε να μου πάρεις δυό πακέτα Δέκα νούμερο Παπαστράτος .
Εδώ οδήγησα το πρώτο μηχανάκι Φλορέτα που μου έδωσε ο αγαπημένος μου Θείος Γιάννης ,ένα παιδί που το χαμόγελο του δεν έχει σβήσει , βρίσκεται σε κάθε γωνιά της πόλης .
Αυτός μου πρώτο καθάρισε τα αίματα από τα γόνατα , από την βουτιά που ακολούθησε με το μηχανάκι του , λέγοντας μου ,έτσι θα γίνεις παλικάρι Θυμιάκο .
Δω κι ο άλλος Θείος μου , ο Μήτσος , που μ’ είχε μαζί του
για κάμποσο καιρό , στη διπλανή οικογενειακή βιοτεχνία του Γιώργου Χρηστομάνου και Γιάννη Μήτα με τσιμεντόπλακες και που στα διαλείμματα από την εργασία μας μου έλεγε . Πήγαινε να φέρεις λεμονάδες και πορτοκαλάδες παγωμένες, ΕΨΑ Θύμιο , να δροσιστούμε .
-Κάποιον κύριο Βασίλη Μουστάκα τον γνωρίζεται με ξαναλέει το παλικάρι .
Σκέφτομαι για λίγο και του απαντώ πως γνωρίζω ένα Γιάννη Μουστάκα και τον Άλκη που είχανε και μια αδελφή . Είμαστε παιδικοί φίλοι . Μαζί μεγαλώσαμε ,δω πέρα σκαρφαλώναμε στους λόφους με τα χώματα .
– Μητέρα μου είναι η Σοφία ! λέει ο νεαρός .
Κι αμέσως έρχεται η εικόνα ενός μικρού δωματίου και της κυρά Ελένης να κουνά την αιωρούμενη κούνια που ήταν πιασμένη από τον ένα τοίχο στον αντικριστό , τον μικρό Άλκη .
Κι εμείς , ο Γιάννης η Σοφία ,σε μια γωνιά του δωματίου να κοιτάμε τις εικόνες από το φωτορομάντζο που ήταν στο σπίτι .
Κι ενώ έχοντας την εικόνα της κρεμαστής κούνιας στον νου
τον ακούω να μου λέει .
Μην πάτε να βγάλετε εισιτήριο κύριε Θύμιο .
Δώρο εκ μέρους μου !18765717_10211906286805160_5968355587867836585_n18699691_10211906308125693_4496624931606097_o 18739012_10211906300845511_4199775306591065621_o

18768287_10211906295245371_2342092133770573751_o

18664473_10211906180802510_1160352366839000229_n

Στη γειτονιά των ονείρων το Μουσείο της πόλης του Βόλου

DSC09497

Στους δρόμους της παιδικής μας γειτονιάς
μαζεύτηκαν οι μνήμες .
Πάνω στα τείχη του Κάστρου η παραγκούλα του ραφτάδικου
όπου έγινε το πρώτο παλτουδάκι .
Εδώ το κρύψιμο της μαθητικής σάκας ανάμεσα στα τείχη
και η απόδραση στους δρόμους της πόλης με το ποδήλατο.
Εδώ το παιχνίδι με τους χωμάτινους βόλους από το κοκκινόχωμα του Τσαλαπάτα που τους ψήναμε στον καυτό ήλιο το καλοκαίρι .
Το παιχνίδι με γεμάτες τις τσέπες και τις χούφτες καρύδια ,
και της δωδεκάδας .
Εδώ ο κατήφορος κι ανήφορος της Μητροπολίτου Γρηγορίου
όπου ακούγονταν η στεντόρεια φωνή των πραματευτάδων .
Εδώ ο μαστιχάς με την αρωματική του μαστίχα που στην έδινε τυλιγμένη στο χαρτάκι .
Εδώ οι φωνές του γανωτή ,του παπλωματά , και του γύφτου
με την αρκούδα και την τσίτα του .
Εδώ ο νυχτερινός ουρανός που φωτίζονταν από τ ‘αερόστατα μας .
Πάνω στα μεντένια του Κάστρου ο λαβωμένος Άλκης από το βέλος που έριξε με το τόξο του ο φίλος του .
Να και τα παιδιά που σκαρφαλώνουν κρυφά στα κάρα
σκίζοντας τα τσουβάλια με την σταφίδα .
Μόνο εδώ … , στα πιο όμορφα παιδικά μας χρόνια θα μπορούσε να γίνει το Μουσείο της πόλης μας .DSC09529

ο Οβριός τού Τσαλαπάτα Βόλου .

DSC07270.JPG

Έρχονταν στη γειτονιά μια φορά τη βδομάδα ,
συνήθως Σαββατοκύριακο.
Πάντα καθισμένος στην καρότσα του κάρου που το έσερνε τ’άλογο, Δεν τ’οδηγούσε ο ίδιος ,άλλος ήταν ο καροτσέρης .
Οι γυναίκες με τα παιδιά στην αγκαλιά φώναζαν η μια την άλλη.
– Πάμε μαρί Γιαννούλα , δεν άκουσες , ήρθε ο Εβραίος ,
( έλεγαν τ’όνομα του ,δυστυχώς όμως δεν το θυμάμαι ,
Σαμπεθάι , Κοέν , η μήπως Μεφσούτ ; )
Και έβγαιναν από τα παραπήγματα να πάνε να συναντήσουν
τον Εβραίο , ο οποίος με το χαμόγελο πάντα στα χείλη του
και με το καλό του λόγο , μοίραζε στις γυναίκες τα ψάρια
που είχε στα ξύλινα τελάρα γεμάτα μες στον πάγο
Το γλυκό χαμόγελο του έδιωχνε τους εφιάλτες που μας έβαζαν
οι δικοί μας (συνήθως την μεγαλοβδομάδα )
ότι να γυρίζουμε σπίτι νωρίς το βράδυ διότι εκτός από τα τζίνια
τα φαντάσματα πού βγαίνουν όταν πέσει το σκοτάδι ,
βγαίνουν και οι Οβραίοι και μαζεύουν τα παιδιά και τα πίνουνε
το αίμα που μ’αυτό κάνουν τα άζυμα !
Ανοησίες δηλαδή, διότι όπως λέει και ο Δημήτρης ο Χατζής στο διήγημα του Σαμπεθάι Καμπιλής κανένα παιδί δεν χάθηκε ποτές με αφορμή τούς οβραίους .Και το ξέραν όλοι τους .
Και το Πάσχα , την Πρωτοχρονιά και τα Καλύβια ( τη γιορτή της Σκηνοπηγίας , αυτές τις τρείς μεγάλες τους γιορτές ,
οι γειτόνοι τους οι Χριστιανοί ,κι άλλοι τους γνώριμοι μέσα στην πόλη , τα δέχονταν από αυτούς τα άζυμα πού τούς στέλνανε .
Και δε φοβόντανε πως είναι ζυμωμένα με το αίμα των παιδιών !
Τώρα θα μου πείτε πως δεν λέν ανοησίες ακόμη και σήμερα ;
Και γι άλλα πράματα .Για δες τε , ρίξτε μια ματιά στα πρωτοσέλιδα
άθλιων φυλλάδων που γράφουν για φόνους παιδιών δικών μας στα σύνορα , παιδιών που υπηρετούν την θητεία τους !
Ανοησίες δηλαδή … Ας μη ξεφύγω όμως απ’ το θέμα μου .
Στην μνήμη αυτού του ανθρώπου που τον έβλεπα
όταν ήμουν παιδί να έρχεται στη γειτονιά που μεγάλωσα ,
τούΕβραίου με το  γλυκό χαμόγελο ,
και σε όσους αγωνίζονται και άξια πεθαίνουν ,
σε όποια φυλή κι αν ανήκουν , όπου κι αν μένουν ,
και σε όποια πίστη κι αν είναι δοσμένη ,
έγινε η σημερινή επίσκεψη μου στο
Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος και στην έκθεση του
για τον Γιοζέφ Ελιγιά και τούς Εβραίους των Ιωαννίνων .
 
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ μετάφραση : Γιοζέφ Ελιγιά
 
Κεφάλαιον Β !
3 Σαν τ’αγριο τριαντάφυλλο στ’ αγκαθερά τα βάτα
Έτσι είναι η φιλενάδα μου ανάμεσα στις νέες .
Και σαν τη μηλοκυδωνιά μες στα δένδρα τού λόγγου ,
Έτσι είναι ο αγαπημένος μου στα παληκάρια μέσα .
 
ΑΣΜΑ Γ ‘ κεφάλαιον Β
 
10 Μιλεί ο καλός μου και μου λέει :
Για σήκω φιλενάδα μου ,
Σήκω έβγα μορφονιά μου
 
11 Γιατί ο χειμός εδιάβηκε
Φύγανε οι καταιγίδες
Φύγανε πια …
dsc07208
dsc07206
 dsc07221
dsc07242
dsc07232
dsc07246

Όνειρο

BeFunky_SAM_1208.jpg
Ο καροτσέρης σταματά να ξεδιψάσει
ο ίδιος και τ ‘ άλογο του .
Το κάρο φορτωμένο με τσουβάλια
σταφίδα .
Τα παιδιά περιμένουν
τη δική τους σειρά
Με ήχους υπόκωφους
ξεχύνεται το νερό .
Η στέρνα της τουλούμπας ολοκάθαρη
Πίνει τ ‘ άλογο
Κανένας μας δεν μιλάει .

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ !

στην μνήμη της αρχόντισσας Ζαχάρως
της Κωνσταντινοπολίτισσας .

Καλοκαίρι  ,ο ήλιος βασίλευε
πάνω απ’ τα Παραπήγματα του Τσαλαπάτα.
Στο ύψος του αλευρόμυλου Λούλη , στην οδό Μητροπολίτου Γρηγορίου
δεκάδες οικογένειες έστρωναν κατά μήκος του πεζοδρομίου
κουρελούδες ,κουβέρτες και ότι είχε το κάθε σπιτικό του μαχαλά.
Τα παιδιά μετά από ένα εξαντλητικό απογευματινό παιχνίδι
και ακούγοντας τις φωνές των μητέρων τους άρχιζαν σιγά σιγά
να μαζεύονται πρώτα στις παράγκες όπου και έκαναν
το μπάνιο τους στην σκαφίδα ,και κατόπιν
τρέχανε στα κλινοσκεπάσματα που ήταν στρωμένα στο πεζοδρόμιο
κάτω από τον έναστρο ουρανό.
Σ’ αυτόν τον δρόμο κάθε απόγευμα ακούγονταν η φωνή του μαστιχά με το κοντάρι
στο ένα χέρι του και το χαρτάκι που τύλιγε την μαστίχα στο άλλο . Μ α σ τ ί χ α !
Εδώ έτρεχε η πιτσιρικαρία γύρω από το ποδήλατο τού παγωτατζή
και κόντευε να πέσει μέσα στο μεγάλο δοχείο με το παγωτό
ζητώντας χωνάκι παγωτό .
Σ’  αυτό εδώ το πεζοδρόμιο και κάτω από τον  ουρανό
κάθε Τετάρτη βράδυ όλο το καλοκαίρι ένα παιδί
άκουγε την φωνή της γιαγιάς του Ζαχάρως
να του φωνάζει  ν’ αφήσει το παιχνίδι με τ’ άλλα παιδιά
γιατί αρχίζει το ΘΕΑΤΡΟ .
Και εκείνο τρέχοντας χώνονταν στην όμορφη αγκαλιά της
και εκεί ,κάτω από τ ‘αστέρια
ακούγονταν στο ραδιόφωνο μια μαγευτική φωνή να λέει.
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ !

στην φωτογραφία ο μύλος  των παιδικών μου χρόνων .

από το site της εταιρίας Λούλη : loulisgroup.com