Μην κλείνετε το παράθυρο μπορεί να μπει ο ουρανός

Μην κλείνετε το παράθυρο

μπορεί να μπει ο ουρανός

μπορεί να δεις καλή μου το κλάμα

από το σύγνεφο

Μην κλείνεις το παράθυρο

μπορεί να μπει το πουλί

με το βάρος ενός σπασμένου

κλαδιού ;

Ανοίξτε το παράθυρο

αφήστε την αναπνοή σας να βγει

Αφήστε την φωνή σας να ταρακουνήσει

τον κόσμο *

*ήχοι από την Ανατολή

Μαντατοφόρες . Γ. Ρίτσος

Γυάρος , Μάης του 67 κι ο Ρίτσος ξεκινά τις Μαντατοφόρες.
( μικρό απόσπασμα )

Μαγιάτικο λιόγερμα . Ησυχία . Ο τρομερός πολυήμερος άνεμος ,που ξεκολλούσε πέτρες απ’ τους λόφους , που γέμιζε σκόνη κι αγκάθια τα μαλλιά , τα μάτια , τα στόματα και τα κατσαρόλια του συσσιτίου , κόπασε ξάφνου τ’απομεσήμερο Χάθηκαν τα ξεμαλλιασμένα σύννεφα .Μπουνάτσα .Μόλις που ανασαίνει γύρω-γύρω το νερό στο περιγιάλι .Σκόρπια στο πέλαο ξεχωρίζουν λουλάκια τα νησάκια . – η Άντρος , η Σύρα , κι άλλα κι άλλα , ίσως η Χίος , το Τρίκερι ,
η Κρήτη , η Γαύδος ,
πιο δώθες η Λήμνος , -Μούδρο και Κοντοπούλι –
το Μακρονήσι , η Γιούρα , η Λέρος – Παρθένι και Λακί και πιο βαθιά πιο μέσα η Μονοβασιά .
Γιατί ‘ναι τέτοια απέραντη διαφάνεια που διαπερνάει το χρόνο , σβήνει σύνορα , σα για να μην αφήσει τίποτα κρυμμένο –
σταμνιά σπασμένα ,κόκκαλα , παλιά σιδερικά , αδικίες .
Γυμνό τοπίο ,με μεγάλα βράχια , λίγα καψαλισμένα θάμνα , μια σκουριασμένη δεξαμενή .
Αγκαθωτά πενταπλά συρματοπλέγματα φράζουν τον τόπο ως κάτου στ’ ακρογιάλι .
Στους γύρω λόφους και στην κορφή του πέτρινου βουνού ,παλιά ξεβαμμένα ,ξύλινα φυλάκια . Χαλκοντυμένοι φύλακες ,με σκεπασμένα πρόσωπα ,ασάλευτοι . Που και που μια κοφτερή λάμψη – απ’ τις λόγχες .Βαρειά σιωπή ,ξαστεριά ,λαμπρότητα .
Μονάχα εφτά μαυροφόρες ,με κεφαλομάντιλα , κουβεντιάζουν πιο κάτου ,μισοκρυμμένες απ’ τα βράχια .

………………………………………….. ΟΛΕΣ: Αχ , νάτανε να ξεκαθάριζε τ’αυτί μας απ’ τον κρότο της πέτρας ,
ν’ακούσουμε μια νύχτα πάλι , με την άνοιξη πάλι ,ένα φύλλο
να κουβεντιάζει μ’άλλο φύλλο ΄ κι άχ , ν’ακούσουμε το πιο μικρό μικρό αστρουλάκι
που τόσκασε απ’ τ’αδέρφια του και μοναχό τσαλαβουτάει
απ’ τη χαρά του στο ποτάμι
βρεχούμενο ως το γόνατο , κι όλα τα τζάμια ν ‘αντηχούν το χοροπήδημά του
κι όλα τα γυαλικά μες στο μπουφέ ν ‘ αντιλαμπύζουν ..

ΣΤ ‘ΓΥΝ : Κι άχ , άλλη μια βολά να ξαγρυπνήσουμε τη νύχτα , στο μεγάλο θέρο ,
όχι απ ‘ την έγνοια κι όχι απ ‘ την αγκούσα , μα απ’την αναγάλλια
τ ‘αστροπερίχυτου ουρανού ΄ κι άχ , μες από το σπλάχνο μας
μια βολά πάλι
να τιναχτεί η κραυγή : τι όμορφη , θέ μου ,πούναι η πλάση

Α» ΓΥΝ : Άχ ,έτσι , ναι , κι η μοσκοβολιά σ’ούλο το κορμί μας απ’ τα θερισμένα στάχυα
ζεστή μέσα στ ‘αγιάζι της νυχτός απ ‘ το λιοπύρι της ημέρας

Β ‘ΓΥΝ : κι η μοσκοβολιά απ’ τους δεντρόκηπους κι από τ ‘αραποσίτια .

Γ ‘ΓΥΝ : κι από τις ποτισμένες ντοματιές , τις πεπονιές , τα φασολάκια

Δ ‘ΓΥΝ : Ν’ακούσουμε των κοριτσιών τα γέλια πλάι στις θημωνιές
ν ‘ανατινάζουν στον αγέρα
άχερα , χνούδια και μικρά γαλάζια ανθάκια

………… ΟΛΕΣ : Τάχατες είταν κάποτες ; Τάχατες κάποια μέρα θάναι πάλι ;
Μηδάς τα ονειρευτήκαμε μιάν άλλη νύχτα , σ’άλλον κόσμο;
Τάχα θα βγάλουμε μια σκόλη πάλι απ’ το παλιό σεντούκι
για τους καλούς μουσαφιρέους τ ‘άσπρα ,
τα σιδερωμένα πετσετάκια
τα κεντητά με μαργαρίτες κίτρινες κι άλικες παπαρούνες;

Ζ’ ΓΥΝ : ;Ax , άμυαλες γυναίκες , άχ , αστόχαστες και παραλοισμένες ,
τι πετσετάκια λέτε και τι σκόλες , και καλούς μουσαφιρέους ;
Πού ‘ ναι τα σπίτια μας και που οι αντροί μας κι οι γονιοί
και τα παιδιά μας –
δε μάς αφήκαν μήδε τοίχο ν ‘ακουμπήσουμε τη ράχη

…… ΟΛΕΣ : Tα σπίτια μας τα διαφεντεύει τώρα η θάλασσα ,
τα διαγουμίζουνε οι ανέμοι ΄
ο θάνατος κι ο χρόνος κουμαντάρουν τα νοικοκυριά μας ΄
σπάνε τα τζάμια , πέφτουν οι σοβάδες ,τα παράθυρα κρέμασαν

Ζ ‘ ΓΥΝ : οι φορατζήδες κι οι χωροφυλάκοι παίρνουν
τα στερνά δοκάρια .

φωτογραφία : η πόρτα του στρατοπέδου εξόριστων στο Κοντοπούλι του 48 -49 .
Κι ένας άλλος ολάνθιστος δημοκρατικός Απρίλης και Δεκέμβρης στο νησί 

στό Κοντοπούλι της Λήμνου . Στρατόπεδο συγκεντρώσεως πολιτικών κρατουμένων. Νοέμβρης τού 2018

DSC05895

* Ξέρουμε πως ο ίσκιος μας
θα μείνει πάνου στα χωράφια 
πάνου στην πλίθινη μάντρα του φτωχόσπιτου
πάνου στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών που 
θα χτίζονται αύριο 
πάνου στην ποδιά της μητέρας που καθαρίζει φρέσκα φασολάκια
στη δροσερή αυλόπορτα . Το ξέρουμε .
Ευλογημένη ας είναι η πίκρα μας .
Ευλογημένη η αδελφοσύνη μας .
Ευλογημένος ο κόσμος που γεννιέται

* από το καπνισμένο τσουκάλι .
Γιάννης Ρίτσος Κοντοπούλι Λήμνου 1949

DSC05896

DSC05897

 

 

Κοινότητα – Γιάννης Ρίτσος

απόσπασμα :

Όλοι προσμένουν την συγκομιδή τους -τη δική τους ο καθένας – 
για ν ‘ ανταλλάξουνε τα προϊόντα τους , αύριο μεθαύριο ,
ωραίοι μέσα στο φως ,εργατικοί κι ενάρετοι ,
ευτυχισμένοι απ’ τη σεμνότητα της αρετής τους .

DSC08429

 

ο φύλακας των κοπαδιών

DSC01225
Εγώ ποτέ δεν φύλαξα κοπάδια ,
αλλά σαν να τα φύλαξα είναι .
Η ψυχή μου είναι ένας βοσκός ,
γνωρίζει τον άνεμο και τον ήλιο
κι από το χέρι κρατώντας τις Εποχές
ακολουθεί και κοιτάζει
 
απόσπασμα : από το βιβλίο Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο
του Φερνάντο Πεσσόα ,
σε μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα
εκδόσεις : Gutenberg
DSC04121
DSC04128

τα πρωινά όλου του κόσμου

16508657_10210885813893975_3142987542026059730_n
Τα πρωινά του νησιού .
Κάθε πρωί μου άφηναν την καλημέρα τους
– δε με πιστεύεται ; εσείς χάνετε … –
και χάνονταν πέρα στον ορίζοντα περήφανα .
Η πως το λέει ο ποιητής τώρα που τον ξαναθυμήθηκα ;

* Το φτιάξανε το γράμμα
το μόνο που ξέρουν ,
το μεγάλο V
και τώρα ταξιδεύουν .

Στα νέφη κάτι παίρνετε ,
πίσω κάτι αφήσατε .
Ευχαριστούμε ,χήνες ,
για όσα μας χαρίσατε .

Με το μόνο σας γράμμα
στον μεγάλο ουρανό ,
ίσα μ ‘ένα ράφι βιβλία
μας ξυπνήσατε καημό .

* Ismail Kadare

Στο Κοντοπούλι της Λήμνου

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ .Πολύ μακρύς ,αδελφέ μου.
Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας
<<πέρασε η ώρα >>
οι ποιητές μας εκεί στην αποθήκη … εκεί που από το 48 τους εμπόδιζαν να πουν καλημέρα στον γέροντα ,
έφτιαχναν Διαμαντόπετρες αληθινές
που της πρόσθεταν στο περιδαίρεο της Ελλάδας .
Τώρα είναι δικός μας αυτός ο δρόμος και την καλημέρα
το χαμόγελο μας στον περαστικό δεν μπορεί
να μας το κρύψει κανείς όσα εμπόδια και να βάζουν .

 

IGNΕLI Can Yücel 1926-1999

Όταν βάζεις το ανδρικό χέρι σου στη γυναικεία ντουλάπα
να μεταφέρεις πρωί πρωί το φόρεμα προς τη ραπτομηχανή
όλο και κάποια καρφίτσα θα σε τρυπήσει το δάχτυλο σ !

BeFunky_SAM_3179.jpg

 

ΟΙ ΚΑΡΦΙΤΣΕΣ

Η μάνα μου ερωτεύθηκε τον πατέρα μου ,
Και αυτός αυτήν .
Κάποια Τετάρτη πάμε βόλτα της είπε
Αλλά δεν είχε κάποιο καλό φουστάνι η μάνα μου.
Ζήτησε του αρραβώνα της αδερφής της ,
Η θεία ήταν πιο εύσωμη , δεν της έκανε το φόρεμα
Με τρυπώματα και καρφίτσες κάτι ρύθμισαν
Ο πατέρας πήρε τη μάνα από το Τόπκαπι
Και με αλλαγές πολλών τραμ 
Έφερε την Αφροδίτη του στο Μπεμπεκι 
Και ανέβηκαν στους λόφους εκεί .
Ο πατέρας μου κάθισε τη μάνα μου στο γρασίδι ,
Τις έδειξε τη θάλασσα .
Μίλησαν για καλά πράγματα 
Και κάποια στιγμή έκανε πως θα τη φιλήσει 
Άλλο που δεν ήθελε η μάνα μου .
Όταν όμως άπλωσε το χερι του εδώ κι εκεί 
Μπήχτηκαν οι καρφίτσες στο χέρι του !
Άχ ! φώναξε ο πατέρας μου …
Εκείνη τη μέρα , σε κείνο το γρασίδι ,εκείνη τη στιγμή
Έπεσα κι εγώ στης μάνας μου τη φαντασία 
Γι αυτό στη ζωή και στο ποίημα 
Εκφράζομαι πάντα με μπηχτές .

μετάφραση : Hρακλής Μήλλας
εκδόσεις Γαβριηλίδης