ο φύλακας των κοπαδιών

DSC01225
Εγώ ποτέ δεν φύλαξα κοπάδια ,
αλλά σαν να τα φύλαξα είναι .
Η ψυχή μου είναι ένας βοσκός ,
γνωρίζει τον άνεμο και τον ήλιο
κι από το χέρι κρατώντας τις Εποχές
ακολουθεί και κοιτάζει
 
απόσπασμα : από το βιβλίο Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο
του Φερνάντο Πεσσόα ,
σε μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα
εκδόσεις : Gutenberg
DSC04121
DSC04128
Advertisements

τα πρωινά όλου του κόσμου

16508657_10210885813893975_3142987542026059730_n
Τα πρωινά του νησιού .
Κάθε πρωί μου άφηναν την καλημέρα τους
– δε με πιστεύεται ; εσείς χάνετε … –
και χάνονταν πέρα στον ορίζοντα περήφανα .
Η πως το λέει ο ποιητής τώρα που τον ξαναθυμήθηκα ;

* Το φτιάξανε το γράμμα
το μόνο που ξέρουν ,
το μεγάλο V
και τώρα ταξιδεύουν .

Στα νέφη κάτι παίρνετε ,
πίσω κάτι αφήσατε .
Ευχαριστούμε ,χήνες ,
για όσα μας χαρίσατε .

Με το μόνο σας γράμμα
στον μεγάλο ουρανό ,
ίσα μ ‘ένα ράφι βιβλία
μας ξυπνήσατε καημό .

* Ismail Kadare

Στο Κοντοπούλι της Λήμνου

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ .Πολύ μακρύς ,αδελφέ μου.
Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας
<<πέρασε η ώρα >>
οι ποιητές μας εκεί στην αποθήκη … εκεί που από το 48 τους εμπόδιζαν να πουν καλημέρα στον γέροντα ,
έφτιαχναν Διαμαντόπετρες αληθινές
που της πρόσθεταν στο περιδαίρεο της Ελλάδας .
Τώρα είναι δικός μας αυτός ο δρόμος και την καλημέρα
το χαμόγελο μας στον περαστικό δεν μπορεί
να μας το κρύψει κανείς όσα εμπόδια και να βάζουν .

 

Pierre Moscovici

BeFunky_DSCN2252.jpg
o καθένας με τις προτιμήσεις του μίστερ Μοσκοβισί μας .
Μόνο που όσο κι αν προσπαθείς * δεν μπορείς να μπεις εμπόδιο ,
μάταιη η προσπάθεια , είμαι αδελφός του άνεμου και του χείμαρρου
και διψώ για το απέραντο , για το άπιαστο , το στρατί το αδοκίμαστο –
πως μπορείς να μπεις εμπόδιο ;
* Ελισαβέτα Μπαγκριάνα ( 1893 – 1991 )

BeFunky_DSCN2481.jpg BeFunky_DSCN2465.jpg BeFunky_DSCN2466.jpg

IGNΕLI Can Yücel 1926-1999

Όταν βάζεις το ανδρικό χέρι σου στη γυναικεία ντουλάπα
να μεταφέρεις πρωί πρωί το φόρεμα προς τη ραπτομηχανή
όλο και κάποια καρφίτσα θα σε τρυπήσει το δάχτυλο σ !

BeFunky_SAM_3179.jpg

 

ΟΙ ΚΑΡΦΙΤΣΕΣ

Η μάνα μου ερωτεύθηκε τον πατέρα μου ,
Και αυτός αυτήν .
Κάποια Τετάρτη πάμε βόλτα της είπε
Αλλά δεν είχε κάποιο καλό φουστάνι η μάνα μου.
Ζήτησε του αρραβώνα της αδερφής της ,
Η θεία ήταν πιο εύσωμη , δεν της έκανε το φόρεμα
Με τρυπώματα και καρφίτσες κάτι ρύθμισαν
Ο πατέρας πήρε τη μάνα από το Τόπκαπι
Και με αλλαγές πολλών τραμ 
Έφερε την Αφροδίτη του στο Μπεμπεκι 
Και ανέβηκαν στους λόφους εκεί .
Ο πατέρας μου κάθισε τη μάνα μου στο γρασίδι ,
Τις έδειξε τη θάλασσα .
Μίλησαν για καλά πράγματα 
Και κάποια στιγμή έκανε πως θα τη φιλήσει 
Άλλο που δεν ήθελε η μάνα μου .
Όταν όμως άπλωσε το χερι του εδώ κι εκεί 
Μπήχτηκαν οι καρφίτσες στο χέρι του !
Άχ ! φώναξε ο πατέρας μου …
Εκείνη τη μέρα , σε κείνο το γρασίδι ,εκείνη τη στιγμή
Έπεσα κι εγώ στης μάνας μου τη φαντασία 
Γι αυτό στη ζωή και στο ποίημα 
Εκφράζομαι πάντα με μπηχτές .

μετάφραση : Hρακλής Μήλλας
εκδόσεις Γαβριηλίδης