Μουσείο παιδικού παιχνιδιού και βιβλίου Λήμνου

*Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν ενήλικες *Andre Malraux

Μέρες του 1960 -65 ήταν που πήγαινα με την μητέρα στ ‘ Αστέρια εκεί στην Αγριά να δει την αδερφή της ,και όπου το δωμάτιο με την μικρή Αγγέλα ήταν γεμάτο με όλων των χρωμάτων τα τουβλάκια που έκανε πύργους γέφυρες και που κάμποσες φορές σωριάζονταν κάτω .Πέρα από τα ατομικά παιχνίδια υπήρχαν και τα ομαδικά , όπως οι ξιφομαχίες ,τοξομαχίες , επάνω στα μεντένια για να μην πέσει το Κάστρο του Βόλου , η δωδεκάδα , το τζαμί , το τσιλίκ τσουμάκ και πάρα πολλά άλλα κάτω από τον μύλο του Λούλη , Έπειτα ήρθαν τα ατομικά παιχνίδια και για τα δικά μας παιδιά . Κούκλες , σινεμασκόπ , σιδηρόδρομοι , στρατιωτάκια και σιδερένια αυτοκινητάκια . Σήμερα εκεί στο νησί ο Χρηστάρας ο Μπουλώτης βλέπει το όνειρο του και την επιθυμία του που τον ταλάνιζε για πολλά χρόνια , την λαχτάρα του να ιδρύσει στην όμορφη γενέτειρα του ένα Μουσείο παιδικού παιχνιδιού και βιβλίου , να παίρνει σάρκα και οστά μετά από πολλά εμπόδια χάρι στο κοπιαστικό του αγώνα .Αφεθείτε σήμερα το απόγευμα και όλες τις επόμενες μέρες στον ονειρικό κόσμο του . Ταξιδέψτε μέσα στο μαγικό παιχνιδομάνι που ανοίγει τις πόρτες του σήμερα στην Μύρινα Λήμνου στις 8.30 μ . μ

Το νόημα της φωτογραφίας είναι απλό . Αυτό υπήρξε

Γεώργιος Χριστομάνος .
Ιωάννης Μήτας

Μνήμη δυο όμορφων ανθρώπων

Το νόημα της φωτογραφίας είναι απλό . »Αυτό υπήρξε » .
Και πραγματικά είναι όμορφη αυτή η μνήμη
και αυτό που υπήρξε
γιατί και οι δυο άνθρωποι που με είχαν στην εργασία
εκεί στην γειτονιά των ονείρων , στα χρόνια της δικτατορίας μικρό παλικαράκι , ήταν εξαιρετικοί .
Με το χιούμορ τους με το χαμόγελο τους
και με τις συμβουλές τους .
Στην πόλη μας οι βιοτεχνίες με πλάκες για τις πλατείες τα πεζοδρόμια και τις αυλές των σπιτιών της , ήταν τρεις ,
Δυο μεγάλες και μια μικρότερη .
Οι μεγάλες ήταν η μία των αδελφών Κόφφα και η άλλη του Μεφσούτ .
Την τρίτη την είχαν ο Γιώργος ο Χρηστομάνος ,ο ένας από τα αδέρφια με τα φορτηγά και τους εκσκαφείς,
εκεί στην όμορφη γειτονιά δίπλα στου Τσαλαπάτα ,
μαζί με τον γαμπρό του από αδερφή , τον Γιάννη Μήττα .
Μαζί στα διαλείμματα γίνονταν το κολατσιό με το τυρί την ντομάτα και την κονσέρβα , και στις ζέστες του καλοκαιριού άνοιγαν και οι δροσερές πορτοκαλάδες και λεμονάδες της ΕΨΑ
που με έστελναν να φέρω από την ταβέρνα του κ Αποστόλη Βέτσικα .
Πραγματικά υπήρξαν δυο όμορφες ψυχές .

Το παιδί και το ποδήλατο .

 Το αγόρι μόλις είχε βγάλει το δημοτικό .   Για συνέχεια στο Γυμνάσιο  ούτε λόγος . Δεν έγινε καν κουβέντα στο σπίτι .    Και πως να γίνει όταν ο μικρός καβαλούσε το ποδηλατάκι του με την σημαία της αγαπημένης του ομάδας πάντα στην κορυφή της κεραίας , και πολλές φορές έκρυβε την σάκα του πάνω στα μπεντένια των Παλαιών ,εκεί κάτω από τα συντρίμμια του τζαμιού του , και ξεχύνονταν στην πόλη .  Έφτασε και η μέρα να βγει για τα καλά στην ζωή. Το πρώτο καλοκαίρι μετά το σχολειό  το παίρνει ο πατέρας από το χέρι και πηγαίνουν εκεί στην Αλεξάνδρας λίγο πριν την Φιλίππου Ιωάννου όπου και τον άφησε στο μπακάλικο ενός ανθρώπου για δουλειά .Για έναν μήνα ο μικρός πήγαινε καθημερινά πρωί απόγευμα τις παραγγελίας των πελατών  και τις άφηνε στις ολάνθιστες οικίες τους . Η μεταφορά των τροφίμων γίνονταν με το ποδηλατάκι του μέσα σε δυο μεγάλα καλάθια .Ένα πρωινό ακούει το αφεντικό να του λέει .  Πάρε τούτα τα τρόφιμα  και πήγαινε τα στο σπίτι .  Κάπου στην οδό Σαράτση η όμορφη δική του μονοκατοικία λίγο πιο πάνω από τον Άγιο Κωνσταντίνο ,εκεί στην γειτονιά όπου φάνταζε το κτίριο τού μύλου Καπουρνιώτη.  Φτάνει τ ‘ αγόρι στο σπίτι με το καλάθι γεμάτο ,κοντοστέκεται για λίγο  στην μισάνοιχτη πόρτα του , χτυπά το κουδούνι και βάζει φωνή . Έφερα τα πράγματα !   

Από το βάθος του σπιτιού ακούει να του λέει η φωνή της γυναίκας .           

– Άφησε τα αγόρι μου αυτού στο χώλ . Αφήνοντας το καλάθι με τα τρόφιμα δίπλα από ένα τραπεζάκι, βλέπει πάνω του ένα χαρτονόμισμα των 50 δραχμών .  Χωρίς να το πολυσκεφθεί απλώνει το χέρι και το παίρνει . Καβαλά το ποδήλατο του και περνώντας έξω από το τεράστιο κτίριο τού αλευρόμυλου πηδά τον τοίχο του και το κρύβει κάτω από μια πέτρα .  Έχοντας πια απελευθερωθεί  από το προϊόν του εγκλήματος .. συνεχίζει προς τον επαρχιακό δρόμο Βόλου – Λαρίσης  όπου και περνά τα χωριά του και μετά από ώρες φτάνει  στην Λάρισα .  Τριγυρίζοντας στη γέφυρα του Πηνειού εκεί στο Αλκαζάρ κάτω από τον καυτό ήλιο  κι έχοντας πεινάσει  , παίρνει τον δρόμο του γυρισμού                                                 

Έχει αρχίσει πια να κρύβεται  ο ήλιος και να πέφτει το βράδυ στον δρόμο , κι ενώ έχει φτάσει έξω από ένα χωριό που μια πινακίδα του  έγραφε κι έδειχνε στ ‘αριστερά Πλατύκαμπος  και προς την άλλη μεριά Χάλκη , ένας χωροφύλακας το σταματά . Το ρωτάει από που έρχεται και που πηγαίνει , και παίρνοντας την απάντηση από το παιδί , το παίρνει και μπαίνουν μαζί στο χωριό Πλατύκαμπος , όπου εκεί στο τμήμα της χωροφυλακής το έβαλε να κοιμηθεί .  Την επομένη μέρα το πρωί το ανεβάζει σε ένα φορτηγό γεμάτο σιτάρι μαζί με το ποδηλατάκι του   λέγοντας στον οδηγό του σε πιο μέρος να το αφήσει στον Βόλο .  Το φορτηγό φτάνει στον Μύλο του Λούλη όπου και αφήνει τον μικρό .     

Στο ποδήλατο ο μικρός και στο σπίτι , στην γειτονιά του ,εκεί στην Μητροπολίτου Γρηγορίου που έριχνε τον ίσκιο του τα καυτά καλοκαίρια ένας άλλος μύλος , του Λούλη , όπου και  το πλινθοκεραμοποιείο του Τσαλαπάτα. Φτάνοντας σπίτι ο πατέρας το παίρνει και το πηγαίνει  στην ασφάλεια της πόλης .   Ο διοικητής ονόματι Μπουραντάνης φόβος και τρόμος της πόλης το κατεβάζει στο υπόγειο που υπήρχαν τα κελιά και με φωνές τού λέει

– Θα το ξανακάνεις ; Άμα το ξανακάνεις δω μέσα θα μείνεις για πάντα φουκαρά μου ! 

Τις βλέπεις τις εφημερίδες ! Και του δείχνει μαζί με τον πατέρα του , την Θεσσαλία και τον Ταχυδρόμο ,την έκδοση της ημέρας , όπου στην πρώτη σελίδα σε μια φωτογραφία το ποδήλατο με το παιδί χαμογελαστό έγραφε . Αναζητείται !  Εξαφανίσθηκε ! 

Αντίο Θανάση

αντίο αγαπημένε μας ,
βάδιζες πάντα σε δρόμους ολοκάθαρους.. και ανιδιοτελείς
για την πρόοδο της πόλης και της χώρας .
Οι αγαπημένοι σου φίλοι και σύντροφοι δεν πρόκειται να σε ξεχάσουν ποτέ .

φωτογραφία : Από Ταχυδρόμο Βόλου

στό Κοντοπούλι της Λήμνου . Στρατόπεδο συγκεντρώσεως πολιτικών κρατουμένων. Νοέμβρης τού 2018

DSC05895

* Ξέρουμε πως ο ίσκιος μας
θα μείνει πάνου στα χωράφια 
πάνου στην πλίθινη μάντρα του φτωχόσπιτου
πάνου στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών που 
θα χτίζονται αύριο 
πάνου στην ποδιά της μητέρας που καθαρίζει φρέσκα φασολάκια
στη δροσερή αυλόπορτα . Το ξέρουμε .
Ευλογημένη ας είναι η πίκρα μας .
Ευλογημένη η αδελφοσύνη μας .
Ευλογημένος ο κόσμος που γεννιέται

* από το καπνισμένο τσουκάλι .
Γιάννης Ρίτσος Κοντοπούλι Λήμνου 1949

DSC05896

DSC05897

 

 

ο κυρ Χρήστος

39751528_10215442789015505_7056092248932352000_n

Εικόνα πρώτη : Πενήντα χρόνια πίσω.
Σκοτεινή Επταετία συνταγματαρχών ,λοχαγών , χωροφυλάκων και των σπιούνων τους .
Σε μια κάμαρα ενός χωριού στο βόρειοανατολικό Αιγαίο ,
που την φέγγει η λάμπα πετρελαίου ακούγεται από τα βραχέα ραδιοφωνικά κύματα μέσα σε παράσιτα – παρεμβολές , η Ελληνική εκπομπή της Ντόιτσε Βέλε όπου ενημερώνει για τις διώξεις , τα στρατοδικεία , της φυλακίσεις , τους βασανισμούς και τις δολοφονίες των Κομμουνιστών και δημοκρατικών
ανθρώπων της χώρας .
Στο παράθυρο ο χαφιές του χωριού προσπαθεί να καταλάβει..
Εικόνα δεύτερη : H επόμενη μέρα . Το κάλεσμα στον σταθμό της χωροφυλακής και η ανάκριση .
Εικόνα τρίτη : Δεύτερος χαφιές κλόουν της περιοχής στον σταθμό χωροφυλακής τον κατηγορεί για Παπανδρεϊκό και πως ακούει ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς .
Εικόνα τέταρτη : Σήμερα . Όσο υπήρξαν και υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίστηκαν και αγωνίζονται , χωρίς καμιά ιδιοτέλεια για την Δημοκρατία ενάντια στον τερατώδη φασισμό , η χώρα και οι άνθρωποι της
θα σκορπούν λεύτερα το χαμόγελο τους .
Καλό ταξίδι .. κυρ Χρήστο .

Τα δάκρυα των παιδιών του δημοτικού σχολείου Ατσικής Λήμνου .

*Σχολειό μου ,λαχτάρα μου μεγάλη .
Πόσες τρομάρες πέρασα 
Να μάθω την αλφαβήτα ! * Ίβο Άντριτς

35285179_10214975884903194_8947618244345200640_n

 Φεύγοντας η σημερινή μέρα τέλειωσε και η αποχαιρετιστήρια γιορτή των παιδιών του δημοτικού και της Έκτης τάξης .

Τα περισσότερα αγόρια και κορίτσια μαζί με τα έξη -εφτά χρόνια
που άφησαν στα θρανία του δημοτικού σχολείου άφησαν για πάντα μαζί με το όμορφο χαμόγελο τους και το τελευταίο τους( ; )δάκρυ στην αίθουσα των εκδηλώσεων και στους διαδρόμους του παιδικού τους σχολείου . Την καινούρια σχολική χρονιά το ταξίδι των γνώσεων τους θα μεγαλώσει . Θα πλεύσει σε καινούριες μεγαλύτερες θάλασσες . Το παιδικό τους όμως καρδιοχτύπι θα το θυμούνται για μια ζωή ,όπως το θυμούνται για πάντα και οι γονείς τους .
Όπως επίσης και τα λόγια που ακούσθηκαν στα σοκάκια του χωριού και πιστέψτε με είναι αληθινά , μόλις χθες από την πιτσιρικαρία του χωριού ,
( – Τι πήρες εσύ ;
Α με τόνο !
– Συ τι πήρες ;
Α
– Εσύ ;
Εγώ πήρα Β !
– Για πες μας και σύ ;
Γω ; Γω πήρα κουλούρα ! )
θα τα θυμούνται για όλη τους την ζωή .

Άκου – άκου

32231507_10214752437717154_5036452460026134528_n

Η  βαφτιστήρα σου η Σοφία , μου έστειλε δυο λόγια να σου πω .                         

Ακούς . Εκεί που κάθεσαι έχει ησυχία ,και δεν ακούγονται παρά μόνο ήχοι πουλιών   Κάθεσαι στο γρασίδι και το παντελόνι σου λερωμένο με λάσπες της γης που τόσο αγάπησες  ,αναμετρήθηκες μαζί της , και την κατέκτησες ολοκληρωτικά .    Δαγκώνεις  σαν μήλο ένα κρεμμύδι και καυγαδίζεις γλυκά με τις πεταλούδες      ιππεύεις  ένα ταύρο  που ‘ναι ήρεμος , σαν αλογάκι , δεν τρέχεις  –                                      όπως ποτέ δεν έτρεχες  – περπατάς αργά και σταθερά , αναπνέεις βαθιά τον μοσχοβολιστό  αέρα ,ατενίζοντας το άπειρο .  Έρχεσαι που και που και μας μιλάς με μάτια παιχνιδιάρικα , ύστερα δίνουμε τέσσερα φιλιά ‘  και ξαναφεύγεις  για να ξανάρθεις και να ξαναφύγεις   , να  έρθεις και να φύγεις ,  ένας κύκλος που πια δεν έχει αρχή μα ούτε τέλος .

Απάνω του !

τού Βασίλη Ρώτα 1889 -1977
– απόσπασμα κειμένου του δημοσιευμένου στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα 26 Οκτωβρίου 1945.

22815556_10213241274419016_5964464027073185067_n

Τον ξέραμε τον πόλεμο .Όχι από τις εφημερίδες . Τον είχαμε γνωρίσει καλά ζώντας τον από το δώδεκα κι εδώθε, όλα αυτά τα δίσεχτα χρόνια ,όλους τους οργισμένους μήνες,
σε Μακεδονικούς κάμπους και Ηπειρώτικα βουνά , 
σε Θρακιώτικα ακρογιάλια και σε μεγαλοπολιτείες της Ευρώπης,
σε λαγκαδιές νεκροσπαρμένες , σε ποτάμια αιματοβαμμένα ,
σε χωριά να τα τρώνε οι πυρκαγιές ,σε πολιτείες να τις χαλάνε
οι μπόμπες , σε έφοδες με τη λόγχη ,σε τάφρους μάχης ,
σε κάστρα αντίστασης ,σε στρατόπεδα αιχμαλωσίας ,σε γιορτάδες νίκης .
Είχαμε γνωρίσει ,είχαμε νιώσει με όλες τις αισθήσεις μας , με τον βρασμό του αιμάτου και το ανατρίχιασμα του τομαριού μας,
με τα χτυποκάρδια από την πάλη και τούς πόνους από τις λαβωματιές, και τους όλμους και τα φλογοβόλα , τ’ασφυξιογόνα και τα τάνκς ,και τα υποβρύχια και τ’ αεροπλάνα και τις τορπίλες και τις ρουκέτες . Είχαμε ιδεί μωροζώντανους ξεκαυκάλωτους να ζυμώνουν με τα ίδια τους τα δάχτυλα τα χυμένα μυαλά τους,
ξεκοιλιασμένους να τρέχουν σκούζοντας ,κρατώντας με τις χούφτες τους τα χυμένα άντερα τους , είχαμε δει άλλους να ξερνάνε τα πλεμόνια τους ,
Γνωρίζαμε τις μαυροφορεμένες χήρες και τα παραπονεμένα ορφανά , τους ζητιάνους ανάπηρους και τους νεόπλουτους μαυραγορίτες και εμπόρους των πολέμων .
Όλα τα γνωρίζαμε κι’ απ’ όσα γνωρίζαμε η φαντασία μας έπλαθε τα όσα φοβερότερα έμελλε να γίνουν .
Κι όμως .Τη θανατίλα του Άρη του χαλαστή ,την εσκέπασε η ζωηρή ελπίδα του αγώνα για λευτεριά .Το σύνθημα όλης της ζωής μας ήταν αισιόδοξο σάλπισμα . Απάνω του !
Ένας είναι ο εχτρός .Απάνω του .Και πάλι και πάλι και πάντα.
Απάνω του .Εμπρός στον αγώνα

εικόνα : ξυλογραφία του Τάσσου δημοσιευμένη στα Ελληνικά Γράμματα 16 .11.1940