Δω ο άνθρωπος κάθεται πάνω σε μια πέτρα . Η κάτω από το μοναχικό δέντρο για προσευχή και το αντάμωμα φίλων .

Δω συναντάς μονάχα ανθρώπους σιωπηλούς 
με τα ζώα τους .
Δω μαθαίνεις τα πρώτα πράγματα για τον πλούτο και την ομορφιά τού κόσμου .

τού Ίβο Άντριτς

DSC09296

το φίλεμα

19884479_10212365874854574_8559925461954015565_n

Μετά την λειτουργία του παπά 
έρχεται το φίλεμα από τους χωριανούς .
Ρακί , μελίχλωρο τυράκι που ευωδιάζει φτιαγμένο με πολύ κόπο
κλωσάγγουρα και πολλά άλλα καλούδια .
Και όπως έλεγε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στον Αειπλάνητο ,
Εκεί έχω ωραία κηπάρια και καταγίνομαι να καλιεργώ …
Να σε ιδούμε καμιά μέρα …
Θα σε φιλέψω σαρακοστιανό φαΐ από ζερζαβάτι ,
όλο από το χέρι μου καλλιεργημένο και μαγερεμένο .

19894774_10212365860814223_7957070072217743901_n

19894648_10212365867974402_6438709026008635454_n

Θέρος – Έρως

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
ο άγιος των Ελληνικών γραμμάτων
 
 
Ήτο ήδη δεκαεπταέτης κι εφαίνετο
να είναι είκοσιν ετών ,
εν υπερακμή ρώμης και καλλονής ,
ομοία με την πρωτομαγιάν ,
το κορύφωμα τούτο της ανοίξεως ,
την έτοιμην να παραδώση τα σκήπτρα
εις το αδυσώπητον και δρεπανοφόρων Θέρος – Έρος

ταξίδι με τον κυρ Αλέξανδρο

18813545_10211961142056507_5585605917559882939_n

Αργά το βράδυ του Σαββάτου τέλειωσε μια όμορφη εκδήλωση
όπου η κ . Γεωργία Φαρίνου -Μαλαματάρη
της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών
μαζί με τέσσερα νεαρά παιδιά από διάφορα πανεπιστήμια της χώρας , μας πήραν από το χέρι και με την βαρκούλα…
τού κυρ Αλέξανδρου , ταξιδέψαμε μέχρι την Σκιάθο
και την Αθήνα διαβαίνοντας καπηλειά , μαγειριά ,
κυράδες ,μεγαλοκυράδες .δημαρχαίους ,και βουλευτάδες,
Στον γυρισμό κι ενώ έχοντας γευθεί… σφαχτά της σούβλας
λαδόπιττες ,πιλάφια ,με μπόλικο ρακίον από στέμφυλα
ο δέσποτας της πόλης απένεμε τιμητική διάκριση
στην κ. Φαρίνου -Μαλαματάρη .

DSC00032 DSC00034

18835519_10211961168857177_3808710641654380786_n

 

 

η κερένια κούκλα

Κωνσταντίνος Χρηστομάνος 1867 – 1911

16422677_10210832192033462_3939901003738689932_o

Καλωσορίστε ! … τούς είπε το φεγγάρι
Τι γινήκατε τόσον καιρό ;
Κανείς δεν έρχεται να με ιδή εμένα , που είμαι ολομόναχο
πάνω στα βουνά …
Τόσα μάγια κάνω εγώ των ανθρώπων : μπαίνω στίς κάμαρές τους
και τους φιλώ τα μάτια , πέφτω μες στα πηγάδια ,
και ξαπλώνομαι στα δρομάκια , σκαρφαλώνω μάντρες ,
ξενυχτώ στα σκαλοπάτια μόνο και μόνο
για να βγούνε να με δούν μ ‘αυτοί μ ‘αφήνουν ολομόναχο .

16422514_10210832584923284_7276039920919781770_o

Γιάννης Σκαρίμπας .Να τον πίνεις στο ποτήρι με λημνιό κρασί !

16729249_10210961731951879_5347192665345705897_n

Μ’ένα τραμπάκουλο ο πρώτος μπαρκάρισε και πέταξε πίσω απ’τους γιαλούς κι απ ‘τ΄ς ανέμους.
Ο ρουπακιάς τώρα νέμεται το ρημαδιό το κονάκι του -δυο κάμαρες και μεσακιά μια κουζίνα .
Ο άλλος ,μια πριμαντόνα παντρεύτηκε . Πέρασε δω το σωλήνα του μέλιτος και πήρε το κατόπι της- σκλάβος .
Πιάστηκε σα μωρό απ’ τη φούστα της και γένηκε – στα πάλκα – κι αυτός πριμαντόνος .
Ο παίδαρος που επήδα σαν κάνα κατσί στο ζειμπέκικο κ’ έκανε τον αμανέ του παγώνια ,
τώρα χορεύει περιδιαγραμμάτου καντρίλιες ,σγούβοντας ,με τα χέρια ανοιχτά μπρός στις ντάμες !
Ο Τρύφωνας πάει κι αυτός μετ-αυτούς .Φτερό ‘βγαλε σαν το μερμήγκι και χάθηκε σε μια αρμαθιά καλυμαύχια .Κι ας έπνεε η μάνα του εδώ τα ολίσθια . Κι ας άφησε αμποδεμένο -γαμπρό δω το Νιώτη ! Για τα Ροσόλυμα ο θεομπαίχτης πλώρ ‘ έβαλε ,χατζής να γίνη ,λέει …
Κύριε ελέησον ! Και από κοντά παν κ’οι ρέστοι .Με μια ρουλέτα παραμάσχαλα του και τράπουλες
πήρε φτερό – πάει κι ο Τέλης .Μόνο άφησε μια γραφή περί θανάτου ,για το περβόλι :αν περιπτώσει και απόθαινε , το εχτήμα του να προέρχεται στον αδερφοποιτό του το Σπάρο .
Κι ο άλλος ,φόρεσε σκούφια με φούντα .Τσουρμάρισε με τρείς γανιούς σ’ένα ισλάντικο και τράβηξε κοπαδιάρης στους τούννους .Χαλκά πέρασε ο κιαρατάς στη μια αφτιάρα του και καταγράφτηκε
αντίς Γιάννης ,Τζιοβάννης ! Αψηλά οι βόρειες τον συνεπήραν οι θάλασσες , μ ‘ένα τσιμπούκι στα δόντια … Γιου σπίτ -ίγγλις , μουσιού ; – Τρίκ μάι φόρτ !
Ο μόνος που με θυμήθηκε και μού’γραψε : Πρώτον αίρχομαι ν’αρωτήξω περί δι ίμάς και ηγίαν
και αν αρωτάτε για τα με , ηγίαν έχο και ηγίαν ποθό …!
Και κάτω -κάτω της γραφής , το στερνόγραφο ,ένα είδος ασπασμόν πρός τα άστρα ,
κάτι σαν αίνιγμα και σοφία Σολομώντα : Φίλος τον φίλον φιλών , έφιλεν φύλλα φίλης !
Και μούχε κλείσει στο φάκελλο μια τούφα (σαν χλωρά μαλλιά νηπίου ) φύκια .
Να τώρα κ’ ετούτος .Ήρθε για να με ξανακάψη το δόλιο .
……………….. Βγήκε ψες βράδυ απ’ το κόττερο ,αυτό πούναι κει αρόδο αραγμένο ,και τράβηξε
για την ταβέρνα τού Πάτα . Στο τελάρο της πόρτας ,ως πρόβαλε ,στάθηκε μια στιγμούλα πριν έμπη Το μπόι του ,τ’αρχαγγελικό ,μες στο άνοιγμα ,έμοιασε σαν καμμιά ζουγραφιά μες στο κάδρο .
Η καρδιά μου λαχτάρησε .Αχ ,τι όμορφος πούταν !.. Τρίγυρα οι παρέες ξεχάστηκαν ,
κι εγώ χαμήλωσα τ’ αμανεδάκι μ ‘ αγάλι :
Τα βάσανα μου γένηκαν
άνθια και μαραζώνω …
– Αποπού συνάδερφε ,με το μπαρδόν ;..τον αρωτάει εκεί κάποιος .
Η μύτη του ήταν στητή σα γουδόχερο κι ο ρώτος του πεντοβολούσε ξινίλες .
-Αποπού με το μπαρδόν ; ..
– Από το κόττερο , τ’ αποκρίθηκε αυτός ‘ από το Τζιούλια Δεπάνου . Μας είχε πάρει σοφράνο ο γαρμπής και τραβερσάραμε με μισή μπούμα στίς μπούκες . Μόλις από μισή ώρα φουντάραμε .
Για την Πόλη τραβάμε .
– Είστε πολύ σωρολόι ;
– Δέκα όλοι – όλοι : η κοντεσσίτσα ,οι δυο πλοίαρχοι ,ο ναύκληρος ,μια καμαριέρα κ’εμείς -πέντε ναύτες . Εγώ ‘μαι ο λοστρόμος .Υπάρχει κι ο σκύλος μου , ο Τζάκ .
– Είναι καμιά κοντέσσα στο κόττερο ;
– Ναι ,η κόρη της Τζούλιας Δεπάνου , η Μαίρη .Του καραβιού η ιδιοχτήτρια .
Και οι λέξεις του – κοπανιαμέντο – πετάγανε σαν οι εντονώτερες νότες κιθάρας .
– Δε μου λές , καλόπαιδο , τού κάνει ένας άλλος με κρασωμένη κοντραμπάσα φωνή ,κλείνοντας πονηρά τόνα του μάτι : Είναι όμορφη η κερά σου , αδερφάκι ;
– Πολύ .
– << Πιο πολύ απ ‘αυτόνα ; >> σκύβει και μου σφυρίζει ένας πλάι μου . Και στρέφοντας στο νιοφερμένο ζερβά :
– Είναι και χαρισάρα , νια στάλα ;
– Ο χαριστής απόθανε κι ο γιός του πάει στην Πόλη !
– Πού ! φτού σου , λεβέντη μου ! τού κάνει ένας γεροναυτικός με τη βράκα του και αψηλές εως τα γόνατα μπότες . Κουκουνάρι σε τάιζε η μάνα σου ;
– Πιές , μάτια μου ! ( Τον κερνάει πάλι ο κάπελας ) Πιές , τζογούλα μου ,ψυχή της ψυχής μου !
– Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν.. , ακούστηκε και της άγια -Λεούσας ο ψάλτης ,
στεριώνοντας τα ματογιάλια στο μύτο του ,σαν κανα ποδηλατάκι σ’ αγγούρι .
Και πιο πέρα , μες σε καπνούς και τσιγκρίσματα , ένας – άλλος αυτός ! – καραβίσος , κάνοντας
τ ‘αμανεδάκι γαργάρα του , ακούστηκε σαν ψαλμωδία ιερέα :
Όταν σ ‘εγέννα η μάνα σου
ήτανε μέρα σκόλη ,
που λειτουργούσεν ο Χριστός
κ ‘ οι δώδεκ ‘ απόστολοι ! …
Και η ρετσίνα χύνονταν ποταμός και πέφταν χρυσή βροχή οι μεζέδες : ζεστή μαρίδα ,
απλοκαμοί χταποδιών , κεντρί η τσίκνα μιας παλαμίδας στη σκάρα . Η χαρά τριζοβόλαε μέλι έσταζε η πάσα γνώμη και ο Πάτας . Ο μύτος του ψάλτη , λες γέλαε ! Και παραπέρα , σ’ένα τραπέζι δεξιά ,τρεις μούτσοι , ίδιοι μπουλντόγκ καραβόσκυλοι , και δυο καραβομαραγκοί
-είδος Βάκχοι – ,κρούοντας όλοι αντάμα τις φούχτες τους ,και στρέφοντας που και που στο λοστρόμο , το λέγασι , ένα πικάντικο σέρτικο ,ένα όλο χρυσό κέφι και ντάκλα :
Έτσι μού ‘ρχεται νά
κάμω γιούργια
στο νταβλά μέ
τα κουλούρια .
– Δε μας χαρίζεις τ’ όνομα σου ,συνάδερφε ; του κάνει ένας βαρκάρης κειδά , με μούρη καλαβρέζικου σκύλου .
– Μ ά ρ ι ο ς … ακούστηκε αυτός , σα να κύλησε κάνα μαργαριτάρι στα πιάτα .
– Μ ά α α ρ ρ ρ – ι ο ς ! κάμαμ ‘ όλοι μεμιάς .
Η λέξη του – αγγελική – λές φτερούγισε σα χιμαιρικό πουλί μες στο χώρο . Μεμιάς κ’ η χλαλόη κατρακύλησε – σα φως πού πέφτει αγάλι στα μπάσα .Ο <<τελέγραφος >> άρχισε : ψί-ψί-ψιψί..
και δώσ ‘του στ’ αφτί ο πάσα ένας τού άλλου . ( << Τοιούτος ! >> ακούστηκε και μια παράξενη λέξη . )
Και τώρα ξανά , ο <<καραβίσος >> κειδά , μολάει μεσουρανίς κι άλλο άστρο φεγγοβολάει , βραχνή ρουκέτα , η φωνάκλα του :

Άγγέλοι σε βαφτίσανε
κ ‘ η Παναγιά νοννά σου ,
γι ‘ αυτό σ ‘ ωνοματίσανε
Μάριο τ ‘ όνομά σου !

Και ξανά , δώσ ‘ του ο <<τελέγραφος >> …
Με συνεπήρε ντροπή .
– Τα μυστικά φάγαν τον κυβερνήτη ! ..πετιέμαι να φωνάξω τού Πάτα . Μα δεν πρόφτασα .Ένας μαντράχαλος ,με μπλούζα γαζωτή και κυλόττα φελπέ στις αρίδες του ,σύραντας το κάθισμα του
και κάτσαντας βιζαβί στο λοστρόμο : << σαλούτο >> του φωνάζει ,τσιγκρίζοντας , όξω φρενών το ποτήρι . Απέ ,σιμώνοντας μύτη με μύτη στα μούτρα του την πυρωμένη πνοή του :
<< Μαρία λέν την Παναγιά , Μαρία λέν και σένα ! … >> τού κάνει εκειδά ,σαν προσφώνηση – ένα είδος προσευχής μπρός σ ‘εικόνα – και τού σκάει μια τσιμπιά πα στό μάγουλο .
– Με το στόμα άρα – μάρα , με τα χέρια κουλαμάρα ! …πετάγεται .
Και τραβάει μια διμούτσουνη με διπλοκαβαλλημένους τούς λύκους :
– Όξω , μπαγάσα ! και τού κολλάει μια μπουνιά ‘ όξω σου λέω ! .και τού κολλάει άλλη μιά .
– Αμάν , παιδιά ! , Ψυχραιμότης !
Πέφτουν στη μέση ο Τζίντζις κι ο Νταβάς .
– Πάν μέτριον άριστον ! φωνάζω απ’ τη θέση μου εγώ .
– Τάβραμε τα λεφτά !… μουρμουρίζει ένας άλλος .
Οι άλλοι σγούψανε ωραία . Άαα …, μακριά από κομπότρυπες !
<<Αλλά ρύσαι ημάς από τού πονηρού>> ! και το σκάει ο ψαλταδόρος στα όξω .
Κι όξω ο <<μπαγάσας>> ! Με δυο κλοτσές απανωτές και την κουμπούρα στ’αφτί ,
τον ξεκούμπισε όξω απ’ την πόρτα ο λοστρόμος . Και ξαναμπαίνοντας , πίσωθε του αμπαρώνει
: Αγκαζέ η ταβέρνα ! Κέρνα μας , κάπελα , και μεζεδάκι συνέχεια !
Οι παρέες αλάλαζαν .
– Ότι προαιρείται ο πάσα ένας ! φώναξε ο Πάτας κειδά .
Με συνεπήρε και μένα η χαρά .Ξεκρεμάω το μπουζούκι και νάμαι .Καθιστός με τόνα πόδι
πα στ’ άλλο μου και με το καβουράκι μου ανασήκωτό στο κεφάλι έκρουσα ένα ντουζένι περίπαθο , όλο πανωβελονιά και πλουμίδι . Οι ουρανοί μου χαιρέταγαν .Οι τόποι ,οι εποχές γυρνοφέρνανε ,σαν άξαφνο κανα φίλμ στο σκοτάδι . Ψυχή μου σεβντάδες ! Οι μαργιολιές ,
τ’αγαπητιλίκια μου ,οι όρκοι μου , λουλούδισαν – σγουρός σαμπούκος και δυόσμοι .
Ζουμπούλια κι αγιοδημήτρηδες θράσεψαν πίσω από παρεθυράκια και γρίλλιες .
Να , εδω το νιο φεγγάρι -δυο δαγκούνες έτοιμες λες να το χάψουν εν άστρο .
Να τα χελιδόνια ,οι νότες μου ,όμοια ως ψαλιδιές στόν αέρα .
Παπίρια κοπαδιαστά κι αγριόπαπιες . Η φούστα της κεραπριμαντόνας ανθάτη.
Ο Μιστοκλής , ο Νταλαμάγκας , ο Τρύφωνας …Ο Τέλης μου , με τις ντεκλαρασιόν του ντάμες : <<σετ ντε ντάμ ..καβαλλιέρ ! ..>>
Κι ο άλλος με την τσιμπούκα στο στόμα του :<< καπίτο ‘ ταλιάνο ; — Ω γιές !..
Και ως το μεράκι μου αψήλωσε και γένηκαν δαχτυλιδάκια οι καημοί μου ,
τότες ,γλαρώσαντας περιπαθητικά τα ματάκια μου και γέρνοντας την κεφαλή
στην παλάμη ,έτσι ταπεινά και περίπαθα , τό’σκασα το γιαρεδάκι μου -φιόρο :

Νάξερα πού κοιμάται ο θεός ,
πού βασιλεύει ο ήλιος ,
πού βραδιοξημερώνεται
ο γκαρδιακός μου φίλος …
Και τα μάτια μου άναψαν .Σπιθοβόλησαν ψιλές καούρες οι μύτες μου ,για να
μη σκάσω δάκρυ …
Χύμηξε κι ο λοστρόμος στά μπρός μου . Μ ‘αγκάλιασε αδερφικάτατα και μού’σκασε σκαστό φιλί στην κορφή μου . – Αηδόνα μου , Αντώνη !… >>
Ω ,κόσμε ! Μεσουρανούσε μου ο αστέρας , ιρίδιζαν , βεγγαλικά μου ,οι αγάπες..
Και όταν ,πρός τις αυγές , ξεπορτίσαμε , έλα Χριστέ και Παναγιά , πόσο ‘χε
αγαπήσει με ο βλάμης ! Τραβήξαμε με περασμένα τα χέρια μας ο ένας πάνω
απ’ τους ώμους του άλλου .Χρυσό αεράκι μας δρόσιζε .Αδέρφια είμαστε οι δυό μας της μπάτσικας ,καπλάνια ,της αδερφοσύμης και δράκοι .
Δε λέγαμε λόγια εμείς κουτουρού …………………………….
Εκεί ,μπρός στην Άγια Βαρβάρα ,σταθήκαμε. Στό έμβολον της πίστεως μας αμόσαμε στα κόκκαλα των ποθαμένων όλων .Πίστης , ελπίς και αγάπη !..
Αψηλά το φεγγαράκι μας τήραε , χαμογελώντας κρυφά μας .Είχεν ανάψει
απόνα νέφος την πίπα του και τράβαε κατ ‘το Νοτιά τραλαλώντας ,
τρεκλίζοντας – φιλάγαμε ο ένας τον άλλο στό στόμα . Θεέ μου -ξανά –
και συχώρα με !.. Πόσο γλυκό ήταν αυτουνού το φιλί , πόσο αμάλαγο
το χνουδωτό μάγουλο του !

(* θύμιος . * Και μετά πολλών άλλων η συνέχεια επί του βιβλίου
έχει επιστολή που γράφει . )

Φίλε μ Αντώνη ,
Όταν θα διαβάζης το γράμμα μου , εγώ θα πλέω με το Τζούλια μακριά σου .
Η διμούτσουνη δέν ήταν αληθινή , μα απομίμησις .
Ήταν από καθαρή σοκολάτα ! Τήν έφαγε το πρωί με το γάλα του ο Τζάκ .
Πές το , λοιπόν , τού μαντράχαλου για να μη μού κακόχη , αδερφάκι .
Όσο για σένα : είσαι ένα παιδί αξιαγάπητο …
Μαίρη Δεπάνου

Και υστερόγραφα -εκεί :

Τα βάσανα μου γένηκαν
άνθια και τα μαζώνω ,
κλειδάκι της υπεμονής
έχω και τα κλειδώνω .

( απόσπασμα ) : O κύριος τού Τζάκ . ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
φωτογραφία : Βαγγέλης Παλάντζας

τα κουδούνια

 

Γι ‘ άκου …!
Το λέει το φαλκάνι τού Νάσου !
Γι ‘ άκου …! Το λέει το ρουμπί τού Χρίστου !

16426023_10210823060965191_773903850898490362_n

Τα είχαν αντάμα από κάτου απλωμένα οι κουδουνάδες
τα είχαν όλα μαζί τα κουδούνια , η χωριστά τα μικρά ,
χωριστά τα μεγάλα με την τάξη τα είχαν βαλμένα ,
αραδιασμένα καταής η από ξύλα με σύρμα ,
με σκοινί κρεμασμένα …
Κάθε λογής κουδούνια ,κάθε τιμής ,κάθε τόπου !
Όλα όμορφα ,καινούρια , γιαλιστερά κουδούνια αγάπες σ’όλους
τούς πιστικούς χαρές στη στάνη !
Κουδούνια σαλωνίτικα , ζακυθινά ‘ κουδούνια απ’ τα Γιάννινα ,
απ’ το Καρπενήσι !
Κουδούνια χάλκινα ,κουδούνια μπρούτζινα ,σιδερένια !
Κουδούνια χοντρά , κουδούνια λιανά ,βαριά ,αλαφρά ‘ μικρά ,
μεγάλα , μεσακά κουδούνια !
Κουδούνια στενά ,πλατιά ,στρογγυλά ‘ κουδούνια μακρουλά ,
στραβά , πλακωτά κουδούνια !
Διπλά κουδούνια , μονά , με δυο αφτιά , με δυό γλώσσες !
Βαθιά κουδούνια , ξερά , ψιλά , βραχνά ,θλιβερά κουδούνια !
Κουδούνια δυάρικα , κουδούνια τριάρικα , κουδούνια πεντάρικα ,
δεκάρικα κουδούνια !
Κουδούνια για τα πρόβατα , κουδούνια για τα γίδια ,
κουδούνια και για τ ‘ άλογα , για τα μουλάρια !

(απόσπασμα : Γιάννης Βλαχογιάννης 1867-1945

φωτογραφίες : Χρίστος Κακαρνιάς – Θύμιος

16298633_10210823025404302_1612356268747305583_n 16406971_10210823008403877_6705598359547556518_n

 

 

 

 

O δραπέτης

του Σταύρου Βαβούρη

Αποτέλεσμα εικόνας για dead man jarmusch

Με ξύπνησαν σπαρακτικές φωνές .Μαζί με τη μαμά πού θρηνούσε ,
συγγενείς ,γνωστοί και φίλοι μπαινοβγαίναν στο δωμάτιο μου
κι ε΄καναν φασαρία ,που προηγούμενη της δεν θυμόμουνα .
Μου φάνηκε πολύ παράξενο που δεν άκουσα τη φωνή μου όταν δοκίμασα να μιλήσω
για να καθησυχάσω τη μαμά . ήμουνα κατά κάποιο τρόπο έξω από το λαιμό μου ,
όπως άλλωστε κ’έξω απ’ όλο μου το σώμα ,που ήταν ξαπλωμένο ,ακίνητο στο κρεββάτι ,
όπως όλων των νεκρών .
Δεύτερη έκπληξη μου : Είχα μια καθολική εποπτεία : Τούς έβλεπα δηλαδή όλους παντού ,
πηγαινορχόμουν απάνω απ’ όλους ,αλλά κι ανάμεσα τους , χωρίς ωστόσο να αισθάνωμαι
πως τους άγγιζα ( ενώ τους άγγιζα ) η ότι μ’άγγιζαν εκείνοι .
Ναι , τούς έβλεπα όλους κ ‘αισθανόμουνα περίεργα κι αστεία ( γιατί δεν με διέκρινε κανείς τους , ) και δεν είχα συνειδητοποιήσει την τρομερή αλλαγή .
Πρός το παρόν ,προσπαθούσα επιμόνως να πλησιάσω τη μαμά , αλλά , μέσα στον παροξυσμό που επικρατούσε ,κατάλαβα πως έπρεπε ,για την ώρα ,να αποκλείσω την προσέγγιση αυτή . Άλωστε , θύμωσα κάπως μαζί της στο τέλος , γιατί δερνόταν σχεδόν δίχως λόγο . Έτσι πίστευα τουλάχιστον εκείνες τις ώρες και ως τις στιγμές του ενταφιασμού
Το μεγάλο κακό έγινε στην κηδεία , οπότε η απόγνωση της μαμάς κ ‘ φρίκη τού ενταφιασμού ,αφού με φόβισαν και μένα αφάνταστα ,με υποχρέωσαν ,παγωμένο από τον τρόμο , ν’αρχίσω να εκτιμώ και να εννοώ τη σοβαρότητα της νέας μου καταστάσεως .
Η μαμά σπάραζε ,εγώ την τραβούσα και της μιλούσα ακατάπαυστα ,έχοντας τη γνώμη πως αντί να κλαίη θα ήταν προτιμότερο να αντιδράση και να εμποδίση όσα έκαναν στο σώμα μου , που καθώς φαίνεται το θεωρούσα προσωρινά ξεχωρισμένο από μένα .
Όταν πάντως έριξαν το τελευταίο xώμα ,και το εσκέπασαν τελείως ,έμεινα αποσβολωμένος
πάνω στον τάφο τόσο ,ώστε όταν ξαναθυμήθηκα να διαμαρτυρηθώ στη μαμά ,ήταν αργά ,γιατί στρέφοντας πρός την πόρτα τού νεκροταφείου , είδα τούς στενότερους συγγενείς να την βοηθούν να μπη σ’ένα ταξί – και φυσικά εκώφευσε και πάλι στις φωνές μου να σταματήση και για μένα .
Τότε όμως κατάλαβα πως ήμουν υπό παρακολούθησιν το λιγώτερο . Γιατί ,εκνευρισμένος από το να μη μ’ακούη ,να μη μ ‘αντιλαμβάνεται κανείς , καθώς ένευσα βλαστημώντας σ’ένα άλλο ταξί , μια παλάμη κρύα και σκληρή σαν σιδερένια μού έπιασε το χέρι
πού είχα υψώσει από τον καρπό , κ’έκλεισε γύρω του διακριτικά , αλλά με τόση σταθερότητα που απέκλειε οιαδήποτε αντίσταση .
Γύρισα το κεφάλι εξωργισμένος :
-Τι σημαίνει αυτό ; ρώτησα έξω φρενών .
Πίσω μου ,δυό άνθρωποι με στολή , μ’ατένιζαν με συνωφρυωμένη σοβαρότητα :
– Σείς , δε θα πάτε μ’αυτούς πρός τα κεί ,είπε ο πρώτος .
Θα βαδίσετε πρός τα εδώ –
κι έδειξε μια κατεύθυνση τελείως αντίθετη
από εκείνη πού έπαιρναν τ’αυτοκίνητα με τούς βιαστικούς τεθλιμένους .
-Γιατί ; Μήπως είμαι υπό κράτησιν ; ρώτησα με όργίλη ειρωνεία .
Κοιτάχθηκαν μεταξύ τους χωρίς έκφραση :
– Μα δεν καταλαβαίνει λοιπόν ; ρώτησε κείνος πού δεν είχε μιλήσει .
– Είναι δυνατόν ; ανταπέδωσε ο άλλος την ερώτηση ,και συνέχισε με αόριστη λύπη,θάλεγε κανείς , στη φωνή του :
– Πιθανόν όχι .Είναι καινούριος . Θα εννοήση γρήγορα … Πηγαίνομαι !
– Τι θα καταλάβω ; Τι να εννοήσω ; Εξηγήστε μου αμέσως ! Είμαι κρατούμενος ;
Όταν έγινε τελείως βράδυ ,άρχισαν ν’ανάβουν τριγύρω κάτι λαμπιόνια ,μικρά και θαμπά ,που μόλις μετά βίας βοηθούσαν τα μάτια . Τότε διαπίστωσα πως βρισκόμουν
σ’ένα μεγάλο ,απέραντο σταθμό ,ανάμεσα σ’ένα επίσης μεγάλο πλήθος ανθρώπων ,
με ποικίλη ψυχολογία και συμπεριφορά .
Παραδείγματος χάριν ,άλλοι έστεκαν σαν αφηρημένοι και μοναχικοί , άλλοι έκλαιγαν ζητώντας από τους ολότελα αμέτοχους ,σαν κωφάλαλους υπαλλήλους – φρουρούς ,
μια αναβολή μια άδεια . Περιμέναμε τραίνο ; Πλοίο ; Δεν ήταν δυνατό να μαντέψης .
………………………………..
Κοίταξα τους υπαλλήλους ,πνιγμένους με τον κόσμο ,έκανα πιο αργό το βήμα μου ,πιο αδιάφορο το ύφος μου ,και για μια στιγμή ,γέρνοντας τον ώμο μου στο πορτόφυλλο ,
γλίστρησα , χίμηξα έξω κι άρχισα να τρέχω μ’ όλη μου τη δύναμη πρός τα εκεί
που είχε φύγει το ταξί το απόγευμα , με τη μαμά και τους στενούς συγγενείς .
Έφτασα στο σπίτι με την ψυχή στα δόντια κι αναστατωμένος άπλωσα σχεδόν το χέρι μου
στην τσέπη , να βγάλω το κλειδί . Συνήλθα αμέσως , κι όπως ήμουνα σε θέση πια να ξέρω πως ήταν εύκολο να φτάσω απ’ οπουδήποτε στο δωμάτιο της μαμάς ,σκαρφάλωσα από τον τοίχο , ως στο μπαλκόνι . Στάθηκα λίγο δίπλα απ’ την ανοιχτή τζαμόπορτα .
Δεν θα τρόμαζε βλέποντάς με , μες στη νύχτα , ξαφνικά ;
( Το είχα συνειδητοποιήσει πιά : ήμουν νεκρός ! )
– Μαμά … μαμά … ψιθύρισα . Δέν άκουσε … Προσευχόταν ,κλαίγοντας ακόμη … Μπήκα .
– Μαμά ! ,της μίλησα πιο δυνατά .
Δεν αντελήφθη τίποτα και πάλι ! Πέρασε το νυχτικό της , με λυγμούς πάντοτε ‘
πέρασα μπροστά της και την έπιασα από τούς ώμους :
-Μαμά , μαμά , επί τέλους !
Τίποτα ! Ξάπλωσε και παρ’ όλες τίς διαμαρτυρίες μου και τίς εκκλήσεις μου
άρχισε να βυθίζεται στόν ύπνο ….
-Και όμως ,λέγατε πώς μ’αγαπάτε όσο τίποτα στόν κόσμο !
φώναξα απεγνωσμένα .
Αποκοιμήθηκε τσακισμένη απ’ τις συγκινήσεις της ημέρας , δίχως τίποτα να δείχνη
ότι ένιωσε ούτε και το σφοδρότερο τράνταγμά μου .
Έμεινα εκστατικός . Ήταν φανερό πιά . Χρειαζόμουν τα χέρια μου , τη φωνή μου !..
Αλλιώς ,πως θα την έπειθα να με βοηθήση ; Πώς θα με αντιλαμβανόταν ;
Τα χέρια μου , τη φωνή μου , τη ρίζα τους : την καρδιά μου ! Πού ήταν ;
Πήρα τούς δρόμους , τρελός .
Οι υπάλληλοι –φρουροί με βρήκαν να σκάβω τον τάφο μου , μ’απόγνωση
που μεγάλωνε όσο δεν κατώρθωνα ούτε ένα βώλο χώμα να μετακινήσω .
Κοιτάχθηκαν μ ‘ανείπωτη κατάπληξη :
-Ελάτε ! ..Αυτά τα πράγματα είναι ανόητα , μου είπε ο ένας . Καθυστερήσατε το αποψινό δρομολόγιο , δίχως λόγο και δίχως ελπίδα . Θα βρούμε όλοι τον μπελά μας .
Σηκώθηκα , καθώς μ’έπνιγε το κλάμα . Ο άλλος έβαλε το χέρι του στον ώμο μου ,
χαμογελόντας πικρά …
Στο σταθμό παρήλασα ανάμεσα τους , σ’όλο το μάκρος της παρατεταγμένης φάλαγγας που ήταν έτοιμη να ξεκινήση . Όλοι έστρεφαν και με κοίταζαν σαν τέρας
-Είναι ο δραπέτης ,άκουσα να ψιθυρίζη κάποιος θαμπωμένος .
– Ο Δραπέτης ! Ο Δραπέτης ! αντήχησε πολλές φορές η κούφια μεγάλη αίθουσα .
Ο Κύριος στό γκισέ μ’αναμέτρησε με κατάπληξη και αποτροπιασμό :
-Αυτό ήταν πρωτοφανές , έστρεψε κ ‘είπε σ ‘ένα φύλακα .
Ναυαγούσα σ ‘ένα πέλαγος δακρύων . Δεν διέκρινα τίποτα πίσω από το υδάτινο
παραπέτασμα τους .
-Στη θέση του ! …. Φεύγετε ! … άκουσα να διατάζη στόν ίδιο τόνο .
Μ ‘άφησαν ανάμεσα στη Μελίντα και στη γυναικούλα , πού δεν τόλμησαν
ούτε λοξά να με κοιτάξουν .
Οι λυγμοί με συγκλόνιζαν και μ’έκαναν να χάνω τα βήματα μου , να παραπαίω ..
όπως δινόταν εκκωφαντικά τό σινιάλο για να ξεκινήσουμε .

Οι Ερινύες

Φωτογραφία του Θύμιος Παλάντζας.

Ρένου Αποστολίδη .    ( απόσπασμα )

Πως τόκανα γω τέτοιο λάθος .κι δεν το σκέφθηκα ,δεν πήγε ο νούς μου .τι θα μπορούσε να συμβή με τη χοντράδα και το άψητο μες στη ζωή της ανιψιάς μου ! Άκου να δής : Ήταν ν’αφήσει η μάνα μου -ογδόνταοχτώ χρονώ ,με τον πατέρα μου εφτά χρόνια κιόλας πεθαμένο – για πάντα πια το σπιτικό της -το σπίτι μου το πατρικό ,κει παρακάτω λίγο και να πάει να ζήσει με τον αδερφό μου ,νάχει τη φροντίδα της πρώτης νύφης της και προπάντων της αγγόνας της.
………….. Πάμε ! πάμε μού έλεγε και ξανάλεγε .
Ε ,κ ‘η αγγόνα :
– …Σωστά …Γιαγιά είν ‘ αυτή,λέει ,κι ανθρώπ ‘είμαστε !…Βέβαια και θα τήνε φροντίζουμε -όλα της θα τάχη !και το δωμάτιο της το ξεχωριστό (φτάνει να νοικιάσης εσύ ,που την ξεφορτώνεσ ‘έτσι, μεγαλύτερο σπίτι να μένουμε ) ,μα να πέφτη κ’η γιαγιά όλο το μπερντέ της παρακαλώ : τη σύνταξη τα επιδόματα ,τα επικουρικά ,
και όλα τα μυστήρια και τις παναγίες της τέλος πάντων ,απ’ όπου παίρνει ,ό τ ι π α ί ρ ν ε ι – τ α π ά ν τ α τ η ς ! Έτσι ; ..Ξηγημένα , μιλημένα !…
-Βεβαίως και θα τάχετε …
-Όλα !…Τα πάντα της !..
-Τα πάντα …
-Και …κοίτα να δής :στο καινούριο σπίτι δε θα κουβαλήσουμε όλη την παλιατσαρία και τα κουτσομπάρδακα της γιαγιάς .
Πρωί ,δέκα , μου τηλεφώνησε :
-Για σπάσε κι εσύ κατά δω ,γιατί η γιαγιά δεν αφήνει ! Τούτο το θέλει και τ’άλλο το χρειάζεται μου λέει .Και όλλα είναι παλιατζούρες βρωμοκούρελα -τι τα φυλάει ;.. Της τα πετάω κι αυτή μου τα ξαναμαζεύει !
Πήγα .
Και εκεί με περίμεναν οι Ερινύες ύστερα από είκοσπέντε χρόνια:
Όλο το σπίτι της μάνας μου ανάστατο Όλα τα παράθυρα διάπλατα ,οι πόρτες ανοιχτές κ’η οξώπορτα ! Κ ‘οι ντουλάπες όλες ανοιχτές ,
και τα συρτάρια όλα τραβηγμένα ,πεταμένα χάμω ,ανακατωμένα !…
Και το κάθε τι βγαλμένο ,αρπαγμένο βάναυσα ,συρμένο απ’τη θέση του όξω ,τσαλακωμένο ,κλοτσημένο -να φύγη να χαθή – μ’έσχατη περιφρόνηση και προστυχιά και προσβολή ! ..
Όλ’ ανοιγμένα ,ξεδιπλωμένα ,μπερδεμένα ,πατημένα , παρακλοτσημένα – για τα σκουπίδια !
Κ’ η μάνα μου στη μέση ,πικρογελούμενη και χορευτικά απαγγέλοντας ,κάνοντας πότε πότε και καμιά -δυο στράκες με τα κοκαλιάρικα της δάκτυλα ,σα να το γλένταγε σε ξεφάντωση ! αυτή που δε πάταγε μια ζωή το πόδι της σ’εκκλησιά ,δεν είχε σχέση την παραμικρή με ψαλμούς και τροπάρια , μωρέ το γλένταγε ,το γλένταγε αυτοσαρκαστικά ,μαζοχικά , και περνοδιάβαινε ,πεταχτή ακόμα η γριούλα μου ,ανάμεσα στα ρημαγμένα της καλά φορέματα ,καλά ταγιέρ ,καλά παλτά και σάλια ,και σκόρπια παπούτσια ,αφόρετα ,σαν πνεύμα τρελλό , ξωπαρμένο , καταδιασκεδάζοντας τραγουδιστά ,ψέλνοντας :
– Διαμερίσαντο τα ιμάτια μου ..και επί τόν ιματισμόν μου έβαλον κλήρον !..
Και βρισκότανε μπροστά μου ,κι έκανε πάλι μια-δυο στράκες ,ψευτοχοροπηδηχτούλα ,και μου συμπλήρωνε -με μάτια γελούμενα ,μα που άστραφταν μέσα , με φλόγες μαβιές μου φάνηκαν
(σπαθιά η ατσάλια ; ) – κι ήταν υγρά τα μάτια της και περιγελούσαν !
(ποιον περιγελούσαν ; ποιον έσφαζαν ; ) :
– Ότι εκύκλωσάν με κύνες πολλοί – άκου ! όλ’αυτά τα παπαδίστικα
η μάνα μου (που τάξερε ; ) , μια ζωή με φίλαξε από τη βλακεία κάθε πίστης
( : Μάνα ,δε θα μου το κουτιάνης εσύ το παιδί ! τη θυμάμαι να το ξεκόβη της μάνας της ,πέντε χρονώ σαν ήμουνα :Δε θα μου το ξαναπάρης στην εκκλησιά ! – ) και το συνέχιζε ψευτοψέλνοντας : Ώρυξαν χείράς μου και πόδας ,εξηρίθμησαν πάντα τα οστά μου …
και εις χούν θανάτου – πως λέει γιόκα μου ; συμπλήρωστο εσύ ,που το ξέρεις ! ( εγώ ; το ξέρω ; δέν είμαστε καλά ! ) –
εις χούν θανάτου κατήγαγες με ,δεν μπορεί να μην το ξέρης ! …
– Πάψε μάνα ! της λέω αγριεμένος .. Σταμάτα ,ρε .κι εσύ , να δούμε τι θέλει !
Σταμάτησε κείνη ,ξαναμμένη απ’το πέταμα και το παραγιόμισμα τσουβαλιών για τα σκουπίδια με τα φορέματα και τα ρουχικά της μάνας .
Κ’ η μάνα χοροπήδαγε :
Εκύκλωσάν με κύνες πολλοί ,.και διαμερίσαντο τα ιμάτια μου !
-Πάψε , μάνα ! της φωνάζω .Τι θές ; ..
Μα είναι κ α ι ν ο ύ ρ γ ι α ! μου λέει . Ε ί ν α ι κ α ι ν ο ύ ρ γ ι α !
Κ’ήτανε σαν παιδούλα ,σα νυφούλα η έρμη ! Κι έσφιγγε στο στήθος της ένα ταγιέρ από σεττακρούτα – Είν ‘ ολοκαίνουργο !..
Να ! ..Είν ‘ολοκαίνουργο ! Μια φορά ,όλη κι όλη , τόβαλα !..
Τότε που πήγαμε στη Σπάρτη εκδρομή με τον πατέρα σου ,στο Μυστρά ,δε θυμάσαι ; – και με παρακάλαγε η μάνα μου η ίδια ,
το παιδί της σαν κατή παρακάλαγε να της δώση δίκιο , να της αφήση το καλό της το καλοκαιρινό – Είν αφόρετο , γιόκα μου !…Να ! Είν άθιχτο ! και μου τ’άπλωνε ,με τρεμάμενα χέρια ,κάτω απο τα μάτια μου ,παρακαλώντας με ,το γιό της , με τα πιό γλυκά της βλέμματα –
εκλιπαρώντας με να της τ’αφήσουμε ! …
Και γω να μην ξέρω απο υφάσματα -λες και χρειαζότανε το κτήνος να ξέρω ! λες και χρειαζότανε να εξετάσω ,να δικάσω , ο Πιλάτος το αίτημα της μάνας μου ( που ποτέ της δε νοιάστηκε στη ζωή της για ρούχα και για φορέματα και στολίδια και λούσα η δόλια ! ) –
κι ορμάει ,πάνω κει ο βάρβαρος ,ο θηλυκός Αττίλας ,και της τ ‘αρπάει με δύναμη απ’τα χέρια ,της το ξεκαρφώνει απ’το στήθος που τόσφιγγε η γριά παιδούλα μου ,και της το χώνει κάτω απ’ τη μύτη ,της το κολλάει στα μάτια και της φωνάζει :
– Ε ! αυτό ! ; Αυτό γριά ,είναι καινούργιο ; αφόρετο ; Δεν το βλέπεις που τόφαγε ο σκόρος , ε ; δεν το βλέπεις ;.. Να ! Εδώ ! κ’εδώ ,
κ’εδώ , κ’εδώ -το βλέπεις ; Αλλά βέβαια ! Σ τ ρ α β ώ θ η κ ε ς !
Και της το πετάει χάμω ,μπρός στα πόδια της -και γυρνάει και σακκουλιάζει άλλα ,βλαστημώντας , μουγκρίζοντας έξαλλη …
Και να λέει κείνη περσότερο τρέμοντας τώρ’ απ’ την ταραχή της :
-..Ο σκόρος ;… Ο σκόρος ; …Πως ο σκόρος ; που εγώ ..τά ‘ χα
πάντα όλα στη ναφθαλίνη …-δεν είναι δυνατό ! ..Πως ο σκόρος ;
– Να !να ! να της φωνάζει άγρια ,γυρνώντας και ξαναγυρνώντας μ’άλλα στα χέρια ,και της τα κολλάη κι αυτά κάτω απ’ τα γεροντικά της μάτια ,πούτρεχαν τώρα βρύσες ,ποτάμια -να !..
Άμα δεν βλέπεις ,να μη μιλάς !Παλιοκούρελο είναι κι αυτό ,και το φυλάς ! Κι αυτό παλιοκούρελο (και το σακούλιαζε ) Αμέ τούτο ;
Θα το βάλεις στο Μυστρά να πας σεινάμενη – κουνάμενη ;Και την παράσταινε δήθεν πρόστυχα . ) Πως θα το βάλης που κόντυνες ; Δεν βλέπεις πόσο κόντυνες ; Κόντυνες κόντυνες και θα το πατάς !
Η μέση σου έχει κατέβη στον πισινό – νάτη η μέση σου !
Να !στον πισινό η μέση του ταγιέρ ( Και της το προβάρει πάνω της ,τάχα , βγάζοντας και τη γλώσσα απο πίσω της -να την δω εγώ . )
θα πάει στο Μυστρά με δαύτο !( Και το σακκουλιάζει κι αυτό ,και γυρνάει τη πλάτη της και τρέχει γι άλλα !…
Κι η γριούλα η μάνα μου τρέμει , τρέμει σαν φύλλο τώρα συλλαμβάνοντας και στα δικά μου μάτια – και στα μάτια του παιδιού της του ίδιου τ’ αντικειμενικά , να πάρη ο διάολος τα μάτια , που την πεθαίνουν έτσι τα ίδια , και του παιδιού της τώρα τα μάτια την πεθαίνουν , θέλουν δε θέλουν , με την αλήθεια ! – συλλαμβάνει πόσο κόντυνε πράγματι ,..πόσο κόντυνε !..
-Μα πως εκόντυνα ; μου λέει . Π ω ς ε κ ό ν τ υ ν α ; …
Η μάνα μου η πανύψηλη που τη θυμάμαι ! Πού την έβλεπα να φτάνει τη λάμπα , θεόρατη , σα θεά .. και μίλαγε , μίλαγε ,κάτω από το φως κάτω απ’ τις αστραπές τού αμιάντου , στόν πατέρα !
μίλαγε ορμητικά ,δυνατά , με απόφαση ! κι ο πατέρας την άκουγε !
……………Και τώρα να ! Της τελειώσανε τα λόγια !
Και με κοιτάει στα μάτια παρακαλεστικά , να της αφήσω το φόρεμα της , κι ας είναι κι απ’ το σκόρο φαγωμένο ,κι ας είναι μακρύ !
Μου ζητάει χάρη , η μάνα μου !
Η μάνα μου χάρη από μένα !
Κι είναι αυτή τώρα μικρούλα -ελάχιστη μπρός μου !
Αυτή απροστάτευτη , με το καλό της το καλοκαιρινό να της το παίρνουνε , να της το πετάνε !..
– Πάψε ! …της κάνω της άλλης . Ας ‘το ταγιέρ χάμω (που τόχε ξαναπιάσει ,για να το στείλη πια στα σκουπίδια ). Ας το αφού σού λέει ! .. Και μην την ξαναπής γριά ! άκουσες
Με κοίταξε απορημένη -σα να της έφευγα κ’εγώ κάπου στην τρέλλα
και στα γεράματα της γιαγιάς – κούνησε το χέρι της έτσι : Άιντε -άιντε ,πάς κι εσύ ! και γύρισε τη ράχη της σίφουνας ,να τσουβαλιάση όλα τ’άλλα το χοντροθήλυκο …
Άνοιγε άθιχτα κεντητά τραπεζομάντηλα – σάμπως καταλάβαινε ο ούννος από κεντήματα στό χέρι τι ξεδίπλωνε ;- και τάστρωνε χάμω ,σαν της τελείωσαν τα σακκούλια ,και με δαύτα έκανε τους μπόγους και τους κλότσαγε να πάνε κάτω τη σκάλα , να τα πάρη ο θυρωρός για τα σκουπίδια !…
Ο θυρωρός , ο ξένος άνθρωπος ,ήταν αλαλιασμένος ,ταραγμένος , και τα μάζευε , με κοίταγε στα μάτια όποτε ξανάφτανε πάνω να πάρη κι άλλα – ξέφευγα τα μάτια του , κ’ είχα σκύψει στη μάνα μου, πάλευα να της πω , να τη γλυκάνω :
-Mάνα ,.. δεν ξέρω γω απ’ αυτά ,…άσ’την να ξεδιαλέξη …Αυτή γυναίκα είναι … ξέρει ! Κ ‘έπειτα… ότι καλό ,..πού φοριέται ,…
θα το κρατήσουμε – στο υπόσχομαι γω !… Τ ί π ο τ α κ α λ ό δ ε θ α π ε τ α χ τ ή – δε θ’αφήσω γω΄! Ν ά ! Έλα να δούμε μαζί !..

o Ξυλοθραύστης

DSC07815

ο Ξυλοθραύστης .
Δημήτριος Ζ .Φιλιππότης 1834 -1919

*Πατρίδα ξέρω τον αγέρα μητέρα ξέρω τα λιθάρια
Τα βήματα μας ..ακολουθούν κρυμμένα αχνάρια

 

*Ημερολόγιο του Αρχιπελάγους .
του Ιωάννη Πανουτσόπουλου