ΘΑΨΤΕ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ

δυο στρατιώτες φυλάνε φρουροί στη γραμμή του μετώπου,
πίσω από ένα φράγμα από σακιά άμμο .
Ο βρόντος των κανονιών είναι πολύ δυνατός .Φαίνονται και λάμψεις.
Ο Μπέβινς ,ένας φαντάρος σαραντάρης και παχουλός ,με κοιλίτσα
και γκριζωπά μαλλιά που ξεπετιούνται κάτω από το κράνος του .

ΜΠΕΒΙΝΣ :Άκουσες τίποτες , Τσάρλι ,για κάτι συναδέλφους που δε
στέργουνε ναν’ τους θάψουν ;
ΤΣΑΡΛΙ: Άκουσα . Ακόμα πολλά θ’ακούσουμε σε τούτον τον πούτανο
τον πόλεμο .
ΜΠΕΒΙΝΣ : Εσένα πως σου φαίνεται , Τσάρλι ;
ΤΣΑΡΛΙ : Τι θένε και σηκώνουνται ξανά -αυτό να μου πείς.
Καινούριους μπελάδες να βγάζουνε .Τά ‘μαθα τα σχετικά .Βρωμάνε.
Θάψτε τους .Αυτό .
ΜΠΕΒΙΝΣ : Ξέρεις τι ,Τσάρλι -έτσι να σου πω,τους νιώθω πως νιώθουνε .
Χριστούλη μου – βάλε να με παραχώνανε ,λέει , τώρα δα δυο μέτρα κάτω
από τη γής . Να μου λείπει ! Α σιχτίρ !
ΤΣΑΡΛΙ : Τι έχεις να χάσεις ;
ΜΠΕΒΙΝΣ : Έχω , λέει ! Άσχημα είναι έτσι … νά ‘σαι ζωντανός !
Άσχημα νά’ σαι πάνω στη γής ,να βλέπεις πράματα , ν’ακούς θάματα,
να μυρίζεις μυρουδιές .
ΤΣΑΡΛΙ: Από μυρουδιές – όλοι οι πεθαμένοι που δεν προλαβαίνουνε
να τους παραχώσουνε .Μυρουδιά μιά φορά !
ΜΠΕΒΙΝΣ : Πάλι πιό καλά ,παρά να σου ρίχτουνε χώματα πάνω σου .
Λέω να δείς – τούτοι οι συνάδελφοι που λέμε , άμα αρχίνεψαν και
τούς ρίχνανε χώματα ,νιώσανε σάματις νάν τούς πιάσανε κορόιδα ,
ε , δεν το βαστάξανε , -θές πεθαμένοι θές απέθαντοι .
ΤΣΑΡΛΙ : Πεθαμένοι είναι ,γιατί δέν είναι ; Βάλθηκε κανένας ναν τους θάψει
αν ήντουσαν ζωντανοί ;
ΜΠΕΒΙΝΣ : Το ίδιο κάνει ,Τσάρλι .Έπρεπε να ‘ ναι ζωντανοί .
Τι είναι -παλικαράκια είναι -παιδιά αμούστακα .
Τα παιδιά δέν κάνει να πεθαίνουνε ,Τσάρλι . Να δείς ,έτσι θα συλλογίστηκαν,
άμα άρχισε και έπεφτε το χώμα απάνω τους . Τι στο διάολο
νά ‘σαι πεθαμένος ; Τι βγαίνει ; Τούς αρώτησε κανένας ;
Το θέλανε , να δούμε ,να στέκουνται αυτού ,που έπεφτε βροχή το μολύβι.
Παλικαράκια αχνούδωτα -για τίποτες άντρες με γυναίκες και κουτσούβελα .
Λαχταρεύαν να ‘σαντε σπίτι ,να διαβάζουνε κάνα βιβλίο , για να μαθαίνουνε
το παιδί τους να συλλαβίζει τη γάτα γου-α-γα-του-α-τα ,
γιά να παγαίναν με τήν κοπέλα τους εξοχή μ’ανοιχτό αμάξι ,
νάν τούς φυσά ο αγέρας .
Έτσι δά συλλογιστήκανε ,άμα άρχισε κι έπεφτε το χώμα απάνω τους –
πεθαμένοι απέθαντοι -ότι κι αν ήσαντε .
ΤΣΑΡΛΙ : Θάψτε τους . Αυτό ξέρω και λέω !
( Αντηχεί το γάζωμα ενός πολυβόλου μές ‘στη νύχτα. Λαβώνεται
ο Μπέβινς . Παραπατά . )
ΜΠΕΒΙΝΣ ,πιάνει τό λαιμό του : Τσάρλι ,Τσάρλι … ( Με τα δάχτυλα του
σωριάζει το πάνω σακί ,καθώς γκρεμίζεται .Ξαναγαζώνει το πολυβόλο .
Λαβώνεται ο Τσάρλι .Παραπατά . )
ΤΣΑΡΛΙ : Όχ , θεέ μου .
( Ξαναγαζώνει το πολυβόλο .Πέφτει πάνω στόν Μπέβινς . Για λίγο σιωπή .
Μετά ,το αιώνιο πυροβολικό .)
ΣΚΟΤΑΔΙ
( Ένας μικρός προβολέας ,άσπρος ,φωτίζει τον 1ο Στρατηγό ,όρθιο πάνω
απ’ τούς δυό μπρουμυτισμένους στρατιώτες .
Έχει το δάχτυλο στα χείλια του . )
1ος ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ , ψιθυρίζει βραχνά : Σσστ ! Κρατήστε το κρυφό !
Κανένας να μήν το μάθει ! Λέξη ! Σσστ !…
ΣΚΟΤΑΔΙ

ΙΡΒΙΝ ΣΟΟΥ
( μετάφραση Γιώργος Σεβαστίκογλου )
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Advertisements

* Όλος ο κόσμος μια σκηνή …

στόν   Βαγγέλη  

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

Σκηνή 1

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ :

δώσε τα φώτα ,ηλεκτρολόγε .
Άναψε φώτα στη σκηνή ,τα πάνω φώτα ,τα πλάγια φώτα της οροφής,
τα φώτα της ράμπας ,το δύο ,το πέντε ,το εφτά ,το εννιά ,το έντεκα …
όλα τα νούμερα άναψέ τα.
Το σκοτάδι δε μας ταιριάζει σήμερα . Άναψε φώτα να ξυπνήσει ο κόσμος ,
δε θέλουμε θεατές μισοκοιμισμένους . Θέλουμε πλατεία ξύπνια , μυαλά σβέλτα ,
το σκοτάδι ναρκώνει ,κοιμίζει .
Κι αν είναι να ονειρευτούνε ,ας ονειρευτούνε στο φώς .
Κι αν χρειαστεί να δείξουμε και λίγη νύχτα ,έχουμε ψεύτικα φεγγάρια ,
και χαρτονένια φανάρια για τις γωνιές των δρόμων ,και άλλα κόλπα του θεάτρου.
Δώσε λοιπόν όλα τα φώτα ,να δει καλά ο κόσμος τη δουλειά μας .

 

 

 

Η ΟΠΕΡΑ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

* William  Shakspeare

Τα όμορφα παιδιά όμορφα και με πολύ κόπο αλλά με χαμόγελο δημιουργούνε .

Και όμως υπάρχουν πολλά παιδιά στην Ελλάδα
και σε ολόκληρο τον κόσμο που αντιστέκονται
στο σκοτάδι που σπέρνει ο φασισμός στο διάβα του
και σε πόλεις της Ελλάδας ,
με τον πολιτισμό τους , το μεράκι τους ,την αγάπη τους
και τις δημιουργίες τους που προάγουν τον πολιτισμό
και την Ελπίδα ότι σε αυτή την χώρα δέν θα επικρατήσει το σκοτάδι και το μίσος .
Τα παιδιά της Ελλάδας δέν είναι οι φουσκωτοί μπράβοι και η συμμορία της Χρυσής Αυγής
αλλά τα πανέμορφα παιδιά της που δημιουργούν πολιτισμό ,που εργάζονται δίχως να πληρώνονται…
τα άνεργα παιδιά της που δίχως ευρώ η δραχμή…
στέκονται αλληλέγγυα και με χαμόγελο το ένα στο άλλο.
Τα όμορφα παιδιά όμορφα και με πολύ κόπο δημιουργούνε .

                                                                  Aγάπη    στα δύο

«H Αγάπη στα δύο. ΑποχωρίζομαιΦεύγω, η ανάγκη με διώχνει, με χωρίζει από πρόσωπα αγαπημένα και τόπους με αναμνήσεις. Φτάνω στον άγνωστο προορισμό μου με όνειρα και ελπίδα για το αύριο. Θέλω οι άνθρωποι να με κοιτούν στα μάτια. Εκεί η ιστορία μου κυλά σαν φιλμ…»

Αφηγητής….«Και κάποτε ένα πρωινό ζεστό αλλά συννεφιασμένο που προχωρούσαν έξω από την πύλη της πόλης, ο Ιφλαντ είπε αυτός ο καιρός θα ήταν θαυμάσιος για να φύγει κανείς – και πράγματι ο καιρός έμοιαζε ταξιδιάρης, ο ουρανός βρισκόταν τόσο χαμηλά, κοντά στη γη, και τα πράγματα ολόγυρα τόσο σκοτεινά… λες και όλα καλούσαν την προσοχή του οδοιπόρου να συγκεντρωθεί πάνω στο δρόμο που βάδιζε και μόνο σε αυτόν.»

Karl Philipp Moritz “ Anton Reiser”

Αφηγητής….«Εξαφανίζονται πίσω μου. Φεύγουν. Οι άνθρωποι που τους γνώρισες σε διάφορα μέρη φεύγουν μόλις φύγεις και εσύ. Σαν να του καταπίνει η γη, να τους ρουφάνε οι τοίχοι σαν υγρασία και μένουν μαζί σου μόνο σαν φαντάσματα οι φωνές τους γίνονται ηχώ σβήνει σιγά σιγά, αλλά την θυμάσαι. Το σπίτι είναι άδειο τώρα.»

Tennessee Williams – “Vieux Carre

Σκηνοθεσία – Χορογραφία : Πάρης Μαντόπουλος

Χορεύουν, παίζουν και γράφουν : Νικόλ Δημητρακοπούλου, Λευτέρης Καταχανάς, Πάρης Μαντόπουλος , Μαρία Μερμήγκη , Αννα Μερτζάνη, Σοφία Παλάντζα, Σεραφείμ Ράδης, Πηνελόπη Φλουρή.

Μουσική επιμέλεια – Video : Πάρης Μαντόπουλος

Φωτογραφίες : Γιάννης Καλογρίδης

Φωτισμοί : Θωμάς Οικονομάκος

Τετάρτη 13 και Παρασκευή 15 Ιουνίου στις 21:00
Πέμπτη 14 Ιουνίου στις 22:30

Θέατρο Ροές – Ιάκχου 16 Γκάζι

—————————————————————————————————————————————————————————————————————-

    ΜΑΤΖΟΥΡΑΝΑ         

Η νέα ταινία της  Όλγας Μαλέα .

Τρόμος και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ

Καί νά ,εκεί ,τόσοι και τόσοι
που τις γυναίκες τους αρπάει ,
γυναίκα << αρία >> για να τούς δώσει .
Κατάρες ,θρήνοι ,πάν ‘ χαμένοι .
Αφού είστε τόσο εκφυλισμένοι ,
εκείνος τη φυλή θα σώσει .

Η     ΕΒΡΑΙΑ

Φρανκφούρτη  ,1935 .   Βράδυ .
Μια γυναίκα φτιάχνει τις βαλίτσες της . Διαλέγει τη
θα πάρει μαζί της   .Πότε- πότε αλλάζει γνώμη ,
βγάζει κάτι απ’τη βαλίτσα ,το ξαναβάζει στη θέση του
στο δωμάτιο ,και παίρνει κάτι άλλο.
Διστάζει ώρα πολλή αν πρέπει να πάρει από το κομό
μια μεγάλη φωτογραφία του άνδρα της .
Στο τέλος ,την αφήνει  στην θέση της .
Κουρασμένη απ΄ την ετοιμασία,καθίζει για λίγο πάνω
σε μια βαλίτσα ,ακουμπώντας το κεφάλι στα χέρια της.
Έπειτα σηκώνεται και πάει στο τηλέφωνο .

Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Εδώ ,Ιουδήθ Κέηθ .Εσείς είστε,γιατρέ ; Καλησπέρα.
Ήθελα μόνο να σας πώ ότι θα πρέπει να βρείτε
κάποιον άλλον για τέταρτο στο μπρίτζ : ναι ,φεύγω ταξίδι.
– Όχι για πολύ …. αλλά το λιγότερο ,μερικές βδομάδες – Πάω
στο Άμστερνταμ  – Ναί ,λένε πώς η Άνοιξη είναι πολύ όμορφη στην Ολλανδία.
– Έχω μερικούς φίλους εκεί .- Όχι , φ ί λ ο υ ς , στον πληθυντικό ,όσο κι
αν σας φαίνεται απίστευτο .- Πώς θα παίζετε τώρα μπρίτζ χωρίς εμένα ;
– Μα έχουμε δυό βδομάδες να παίξουμε . – Φυσικά , και ο Φρίτς ήταν κατακρυωμένος.
Με τέτοιο κρύο ,πώς να παίξει κανείς μπρίτζ ; αυτό είπα κι εγώ !
– Μα όχι ,γιατρέ , πώς μπορούσε να μου περάσει τέτοια ιδέα ;
-Το ξέρω πώς κι η Θέκλα ήταν πολύ αποσχολημένη με την επίσκεψη
της μητέρας . – Γιατί να σκεφτώ κάτι τέτοιο ; – Όχι ,δέν ήταν διόλου
<<ξαφνικό>>…το ανέβαλα ολοένα ,τώρα όμως πρέπει …
– Ναί ,ούτε στον κινηματογράφο θα μπορέσω να έρθω μαζί σας .
Χαιρετισμούς στη Θέκλα . – Και … αν θέλατε να τηλεφωνείτε ,πότε-πότε,
στόν Φρίτς  … προπάντων , τις Κυριακές . – Λοιπόν , καλήν αντάμωση !
– Μα ναί  , βέβαια , ευχαρίστως !  – Χαίρετε !

( Κλείνει και παίρνει έναν άλλον αριθμό )

Εδώ , Ιουδήθ Κέηθ .Μπορώ να μιλήσω με την κυρία Σέκ ;
– Λόττε εσύ ; Ήθελα να σε αποχαιρετίσω βιαστικά …φεύγω
για λίγο καιρό . – Όχι ,είμαι μια χαρά…μόνο για ν’αλλάξω λίγο περιβάλλον.
– Ναί ,θέλω να σε παρακαλέσω … την άλλη Τρίτη το βράδυ ,ο Φρίτς
έχει καλέσει σπίτι τον καθηγητή … λοιπόν , θα μπορούσες νά’ ρθεις και σύ ;
Εγώ φεύγω απόψε ,όπως σου είπα .- Ναί ,την Τρίτη . – Όχι ,πρέπει να φύγω απόψε…
αυτό δέν έχει καμιά σχέσει …έλεγα πως θα μπορούσες να έρθεις .
– Πολύ καλά ,ας πούμε : μ’ όλο που δέν θα είμαι εγώ εδώ , σύμφωνοι ;
– Το ξέρω πως δέν είσαι τέτοιος άνθρωπος ,αλλά και να ήσουνα …
ζούμε σε τόσο αναστατωμένη εποχή ,κι όλος ο κόσμος είναι πολύ προσεχτικός,
φυλάγεται απ’ όλα . Λοιπόν , θά ‘ ρθεις ; – Αν μπορεί ο Μάξ  ; Ω ,θα μπορέσει :
πές του , πως θα είναι ο καθηγητής ,και θά ‘ρθει .
-Τώρα ,όμως  πρέπει να σ’αφήσω . Λοιπόν , αντίο !

( Κλείνει και παίρνει έναν άλλον αριθμό )

Εσύ είσαι ,Γερτρούδη ; Εδώ , Ιουδήθ . Με συγχωρείς που σ’ενοχλώ.
-Ευχαριστώ . Θέλω να σε παρακαλέσω … να’ χεις λίγο το νού σου στον Φρίτς…
εγώ θα λείψω για ένα -δυό μήνες . – Έλεγα πως εσύ ,σαν αδελφή του …
Γιατί << δέ θά έπρεπε >> ; – Μα κανένας δε θα σε παρεξηγήσει ,
και ακόμα λιγότερο ο Φρίτς . – Φυσικά ,το  ξέρει πως εσύ και γώ δέν …
δέν τα πάμε τόσο καλά , όμως …
– Τότε ,θα σου τηλεφωνήσει ε κ ε ί ν ο ς ,αν το θέλεις ,- Ναι θα του το πώ .
– Όλα είναι ταχτοποιημένα ,λιγό -πολύ …μόνο που το σπίτι είναι κάπως μεγάλο.
– Μη σε νοιάζει για το γραφείο του ,η Ίντα ξέρει τι πρέπει να κάνει, ας’το σ’ αυτήν.
– Είναι αρκετά έξυπνη , νομίζω ,κι ο Φρίτς την έχει συνηθίσει .
– A , και κάτι άλλο …σε παρακαλώ, μη με παρεξηγήσεις…
αλλά δέν του αρέσουν οι συζητήσεις πρίν απ’ το φαγητό ,
λοιπόν… μην το ξεχάσεις , έ ; Προσπαθούσα πάντα να τις αποφεύγω
-Δε θά  ήθελα να το κουβεντιάσουμε ,αυτό ,τώρα …
το τραίνο μου φεύγει σε λίγο ,και δέν έχω ακόμα ετοιμάσει τις βαλίτσες μου ξέρεις.
-Φρόντιζε ,πότε πότε ,τα κουστούμια του και θύμισε του να πάει στο ράφτη του…
έχει παραγγείλει ένα παλτό … Και πρόσεξε να ‘χει θέρμανση στην κρεβατοκάμαρα του,
κοιμάται πάντα μ’ανοιχτά παράθυρα ,και κάνει τόσο κρύο αυτό τον καιρό .
– Όχι ,δε νομίζω πως θα έπρεπε να γίνει λιγότερος σκληραγωγημένος .
Τώρα όμως ,πρέπει να κλείσω . – Σ ‘ ευχαριστώ πολύ ,Γερτρούδη ,θα σου γράφω
και θα μου γράφεις κάθε τόσο . -Αντίο !

( Κλείνει και παίρνει έναν άλλον αριθμό )

Άννα , Εδώ , Ιουδήθ . Άκου ,φέυγω αμέσως . – Όχι , πρέπει ,
τα πράγματα έγιναν πολύ δύσκολα . – Πολύ δύσκολα !
– Ναί , όχι , δέν το θέλει ο Φρίτς ,ούτε κάν το ξέρει ….
απλούστα ,έφτιαξα τις βαλίτσες μου..
– Δέν το νομίζω – Δέ νομίζω πως θα έχει αντίρρηση .
Βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση … κ ο ι ν ω ν ι κ ά ,θέλω να πώ.
– Αυτό δέν το συζητήσαμε .Δέ μιλάμε ποτέ γι’ αυτό ,ποτέ !
– Όχι ,δέν έχει αλλάξει διόλου ,ίσα ίσα .
-Σε παρακαλώ ,μην τόν αφήσετε μονάχο του ,τον πρώτο καιρό .
-Ναί ,τις Κυριακές ,προπάντων …και πέίσετέ τον να μετακομίσει.
– Το διαμέρισμα είναι πολύ μεγάλο για κείνον . – Ήθελα πολύ νά ‘ ρθω
να σ’αποχαιρετίσω … αλλά ξέρεις , ο θυρωρός ! …
– Λοιπόν ,αντίο … – Όχι μην έρθεις στο σταθμό ,με κανέναν τρόπο !
– Αντίο ,θα σου γράφω πότε -πότε . -Ούτε λόγος .

( Κλείνει και δέν παίρνει άλλον αριθμό .Όσην ώρα τηλεφωνούσε κάπνιζε.
Τώρα ,καίει το καρνέ όπου είχε γραμμένα τα τηλέφωνα.
Σουλατσάρει πάνω κάτω .Έπειτα ,αρχίζει να μιλάει μόνη της :
<<προβάρει >> το <<λογίδριο>>που θα πεί στον άντρα της
μιλώντας πρός μια καρέκλα ,όπου <<κάθεται >> εκείνος )

Ναί ,φεύγω ,Φρίτς ,τώρα . Ίσως έμεινα πιό πολύ απ’ όσο ΄έπρεπε…
συχώρεσε με , αλλά …

( Σταματάει ,σκέφτεται και ξαναρχίζει )
Φρίτς ,μην προσπαθήσεις να με κρατήσεις άλλο ,δέν μπορείς πιά…
Έναι ολοφάνερο πώς ,άν μείνω ,θα σε καταστρέψω …
ξέρω πως δεν είσαι δειλός ,δε φοβάσαι την Αστυνομία,
όμως υπάρχουν και χειρότερα .
Δε θα σε πάνε βέβαια σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως ,
αλλά αύριο -μεθαύριο ,δε θα σ’αφήσουν να μπείς στην Κλινική σου…
εσύ δέ θα πείς τίποτα ,μά θ’ αρρωστήσεις .
Δέ θέλω να σε βλέπω καθισμένον όλη μέρα εδώ μέσα ,
να ξεφυλλίζεις περιοδικά …
Φεύγω από καθαρό εγωισμό ,και τίποτ ‘ άλλο .Μήν πείς τίποτα…

( Σταματάει πάλι . Ξαναρχίζει )

Μήν πείς πώς δέν έχεις αλλάξει . Έ χ ε ι ς !…Τήν περασμένη βδομάδα ,
ανακάλυψες ,<<κρίνοντας εντελώς αντικειμενικά >>,ότι το ποσοστό
των Εβραίων ανάμεσα στους επιστήμονες <<δέν είναι και τόσο μεγάλο>>.
Όλα αρχίζουν με κάτι τέτοιες <<αντικειμενικές διαπιστώσεις>>…
Και γιατί μου λές ολοένα ότι ποτέ δέν ήμουνα τόσο φανατική  Εβραία όπως τώρα;
Και βέβαια είμαι ! Ο φανατισμός ,βλέπεις ,είναι κολλητικός ! …
Ω , Φρίτς ,τι κακό μας βρήκε !

( Σταματάει πάλι . Ξαναρχίζει )

Δέ στο είπα πώς θέλω να φύγω ,πώς ήθελα να φύγω από καιρό ,
γιατί δέν μπορώ να μιλήσω όταν σε κοιτάω ,Φρίτς .
Τότε, τα λόγια μου φαίνονται τόσο άχρηστα και μάταια …
<<Αυτοί>>έχουν αποφασίσει για όλα και για όλους ,το ξέρεις.
Όμως , τι τους έχει πιάσει ; Τι θέλουν ,π ρ α γ μ α τ ι κ ά ;
Τι τούς έκανα ε γ ώ ; Ποτέ μου δέν ανακατεύτηκα στήν πολιτική .
Ψήφισα εγώ τόν Τέλμαν και τούς άλλους κομμουνιστές ;
Έμαι μια αστή νοικοκυρά , με υπηρεσία και λοιπά…και ξαφνικά ,
σου λένε πώς μονάχα οι ξανθές γυναίκες έχουν το δικαίωμα
να είναι νοικοκυρές και αστές ! …
Τόν τελευταίο καιρό ,σκέφτηκα πολλές φορές κάτι πού μού είχες
πεί  πρίν αρκετά χρόνια : πώς υπάρχουν άνθρωποι <<χρήσιμοι>>
και άλλοι <<λιγότερο χρήσιμοι >> ,
και πώς οι πρώτοι έχουν δικαίωμα να παίρνουν ινσουλίνη
όταν είναι άρρωστοι , ενώ οι δεύτεροι δέν έχουν .
Κι  εγώ  , η ανόητη , συμφωνούσα μαζί σου ! …
Τώρα , φτιάξανε κι ά λ λ ε ς κατηγορίες τέτοιου είδους ,
κι εγώ ανήκω στήν κατηγορία τών αχρήστων . Καλά να πάθω !

( Σταματάει πάλι . Ξαναρχίζει )

Ναί ,φτιάχνω τίς βαλίτσες μου . Μήν κάνεις πώς δέν κατάλαβες
τίποτα , όλες αυτές τίς μέρες …
Φρίτς , μπορώ να υπομείνω τα πάντα , εκτός από ένα :
να μήν κοιταγόμαστε στά μάτια ,τίς τελευταίες ώρες πού μας μένουν.
Αυτό δέν πρέπει να το καταφέρουν οι ψεύτες που αναγκάζουν όλο
τόν κόσμο να λέει ψέματα …
Πρίν δέκα χρόνια , άμα έλεγε κανένας ότι δέν φαίνομαι πως είμαι Εβραία,
εσύ απαντούσες αμέσως : << Π ώ ς , φ α ί ν ε τ α ι ! >> Και χαιρόμουνα γι’αυτό.
Ήταν τίμιο και ξεκάθαρο …
Γιατί ,λοιπόν ,τώρα να κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλο μας ;
Φεύγω ,επειδή , αν μείνω , θα σε πάψουν από Αρχίατρο .
Κι επειδή σού έχουν κιόλας κόψει την καλημέρα στην Κλινική,
κι επειδή δέν κλείνεις μάτι , τις νύχτες …
Μή μού πείς να μείνω .
Φεύγω βιαστικά επειδή δε θέλω να μού πείς εσύ ,μια μέρα ,να φύγω.
Γιατί αυτό θα γίνει, αργά η γρήγορα .Έναι ζήτημα χρόνου .
Ο χαρακτήρας είναι ζήτημα χρόνου .
Αντέχει περισότερο η λιγότερο ,όπως και τα γάντια .
Τα καλά κρατάνε πολύ ,αλλά όχι για πάντα …
Μη νομίζεις πώς είμαι θυμωμένη . Ό χ ι  , ε ί μ α ι !
Γιατί πρέπει εγώ να δείχνω  πάντα <<κατανόηση>> ;
Τι κακό υπάρχει στο σχήμα της μύτης μου η στο χρώμα τών μαλλιών μου;
Πρέπει να παρατήσω την πόλη όπου γεννήθηκα ,για να μην είναι
<<αυτοί >> υποχρεωμένοι να μού δίνουν κι εμένα βούτυρο ! …
Τί είδους άνθρωποι είσαστε ; ναί , και σύ !
Βρήκατε τη θεωρία τών κβάντα ,κι όμως κάθεστε και σας διατάζουν
αυτοί οι κανίβαλοι …  σάς τάζουν πώς θα κατακτήσετε τόν κόσμο ,
αλλά δέν σας επιτρέπουν να κρατήσετε τη γυναίκα που θέλετε .
Απ’ τη μιά ,τεχνητή αναπνοή -κι  απ’ την άλλη , θηλιά στο λαιμό ! …
Είσαστε τέρατα η ποδογλείφτες τεράτων ! …
Ναί ,είμαι παράλογη ,αλλά τί χρησιμεύει η λογική σ’έναν τ έ τ ο ι ο  κόσμο;
Κάθεσαι εκεί και βλέπεις τη γυναίκα σου να φεύγει και δε λές λέξη .
Οι τοίχοι έχουν αυτιά , έ ;
Μα τι να τα κάνουν  , αφού  δ έ  μ ι λ ά ε ι  κανένας σας ;
Οί μισοί ακούνε κι οί άλλοι μισοί σωπαίνουν , Στο διάβολο ! …
Ξέρω , κι εγώ έπρεπε να μή μιλάω .
Όταν σ’αγαπούσα δέ μίλαγα . Σ’ αγαπώ αληθινά …
Δώσ ‘ μου εκείνα τά εσώρουχα .
Έχουν  <<σέξ  αππήλ>>, θα μου χρειαστούν .
Είμαι 36 χρονών ,δέ με πήρανε τα χρόνια ,αλλά δέν μπορώ πιά
να κάνω πειράματα …
Στήν πρώτη χώρα όπου θα πάω ,θα είναι αλλιώτικα από δώ.
Ο πρώτος άντρας πού θα βρώ ,θά ‘χει το δικαίωμα να με κρατήσει …
Και μήν πείς πως θα μου στέλνεις χρήματα ,ξέρεις πώς δέν μ π ο ρ  εί ς .
Και μήν κάνεις πώς πιστεύεις ότι αυτή η ιστορία δέ θά κρατήσει
πάνω από τέσσερις εβδομάδες .
Εδώ οι  <<ιστορίες >> κρατάνε πολύ περισσότερο .Το ξέρω και το ξέρεις.
Λοιπόν ,μή μού πείς : <<στό κάτω ,κάτω, λίγες βδομάδες είναι αυτές>>
όταν θα μού δίνεις το γούνινο παλτό μου ,
πού δέ θά τό χρειαστώ παρά τόν άλλο χειμώνα …
Κι ας μη μιλήσουμε για << α τ υ χ ί α >> .Άς μιλήσουμε γιά  ν τ ρ ο π ή…
Ω , Φρίτς !

(Σταματάει . Ακούγεται μια πόρτα .Φτιάχνεται βιαστικά .
Μπαίνει ο Άντρας της  )

Ο  ΑΝΤΡΑΣ : Τί κάνεις  εκεί ; Συγυρίζεις ;
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Όχι .
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Γιατί φτιάχνεις βαλίτσες ;
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Φεύγω .
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Τί θές να πείς ;
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Είχαμε συζητήσει πολλές φορές την περίπτωση να φύγω για λίγο.
Δέν είναι και τόσο ωραία η κατάσταση εδώ .
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Ανοησίες .
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Δηλαδή πρέπει να μείνω ;
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Που θές να πάς ;
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Στό  Άμστερνταμ .Μακριά από δώ .
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Μα δέν ξέρεις κανέναν εκεί .
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Όχι .
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Τότε ,γιατί δέ μένεις ; Οπωσδήποτε ,δέ φαντάζομαι να φεύγεις εξαιτίας μου;
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Όχι .
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Ξέρεις ότι δέν έχω αλλάξει – δέν το ξέρεις ,Ιουδήθ ;
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Ναί .
( Τήν αγκαλιάζει.Μένουν αμίλητοι ανάμεσα στίς βαλίτσες ) .
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Μήπως υπάρχει κάτι άλλο που σε κάνει να φεύγεις ;
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Ξέρεις πως όχι .
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Ίσως δέν είναι και τόσο κακή ιδέα .Χρειάζεσαι ν’ αλλάξεις λίγο αέρα.
Εδώ πνίγεται κανείς .Θα έρθω να σε πάρω .Δυό μέρες πέρα από τα σύνορα ,
θα νιώσω κι  εγώ  πολύ καλύτερα .
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Ναί , φυσικά .
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Άλλωστε ,αυτή εδώ η ιστορία δέ θα κρατήσει για πολύ.
Ριζικές αλλαγές θα γίνουν ,από κάπου ,έτσι κι αλλιώς .Όλο το πράγμα
θα σβήσει όπως μια φλεγμονή … Ήταν πραγματικά μια ατυχία .
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Σωστά … Είδες τόν Σέκ ;
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Ναί … Δηλαδή , στίς σκάλες … Νομίζω ότι λυπάται
που διακόψανε σχέσεις μαζί μας . Ήταν πολύ αμήχανος …
Αργά η γρήγορα ,θα καταλάβουν ότι δέν μπορούν να μας ταπεινώνουν
έτσι εμάς τούς διανοούμενους ,όσο και αν μας μισούν .
Ούτε μπορούν να κάνουν πόλεμο με άβουλα κνώδαλα …
Αυτοί οι άνθρωποι δέν είναι τόσο αγύριστα κεφάλια ,όταν τούς αντιμετωπίσεις
σταθερά και θαρραλέα …  Τί ώρα φεύγεις ;
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Στίς 9 και τέταρτο .
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Και …. πού να σού στείλω χρήματα ;
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Δέν ξέρω … πόστ -ρεστάντ στό Άμστερνταμ ,ίσως .
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Θα πάρω ειδική άδεια . Διάβολε ,δέν μπορώ να στείλω τη γυναίκα μου
στό εξωτερικό με 10 μάρκα τό μήνα ! Τί κτηνωδία είναι όλα αυτά ! Νιώθω απαίσια .
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Όταν θά ‘ ρθεις να με πάρεις , θα νιώσεις πολύ καλύτερα .
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Ά , νά μπορεί κανείς να διαβάσει μιά εφημερίδα όπου να υπάρχει
κ ά τ ι !  πού νά  λ έ ε ι κάτι !
Η ΓΥΝΑΙΚΑ : Τηλεφώνησα στή Γετρούδη .Θα σε φροντίσει .
Ο ΑΝΤΡΑΣ : Δέν ήταν καμιά ανάγκη – για λίγες εβδομάδες .
Η ΓΥΝΑΙΚΑ :  ( πού ξανάρχισε να φτιάχνει τίς βαλίτσες της ) . Καί τώρα ,
μού δίνεις τό παλτό μου , σέ παρακαλώ ;
Ο ΑΝΤΡΑΣ :  ( τής τό δίνει ) . Στό κάτω – κάτω , λίγες βδομάδες είναι αυτές .

Μπέρτολτ  Μπρέχτ

μετάφραση : Mάριος Πλωρίτης
εκδόσεις :  Δωδώνη  Αθήνα .

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ από ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Ο ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ

                       foto : από την παράστασηΜια νιφάδα τα Χριστούγεννα . των ONE TWO FREE στη Ν. Σμύρνη.

Άν καμιά χειμωνιάτικη νύχτα ,την ώρα που κοιτάς  απ’ το θαμπό τζάμι του παραθύρου,
δεις ένα χιονάνθρωπο να στρίβει τη γωνιά του δρόμου ,μπορεί να κάνεις λάθος ,
μπορεί να μην είδες καλά ,αλλά πάλι -ποιός ξέρει-
μπορεί να είδες ένα χιονάνθρωπο που πηγαίνει στο Βόρειο Πόλο …

Όλο το βράδυ χιόνιζε σιωπηλά ,τόσο σιωπηλά που κανείς δέν το κατάλαβε .
Κι όταν ξημέρωσε ,φάνταζε πάλλευκη η πολιτεία .
Στη μεγάλη στρογγυλή πλατεία ,το μαρμαρένιο άγαλμα του ατρόμητου καβαλάρη
κόντευε να φταρνιστή από το κρύο .
Αυτός ο ατρόμητος καβαλάρης ,ξέρετε ,νόμιζε ότι όλη η πλατεία είναι δική του
και του κακοφαινόταν όταν γέμιζε με κόσμο .
Ιδιαίτερα δέν του άρεσαν τα παιδιά που έκαναν φασαρία και δέν έδειχναν καθόλου σεβασμό.
Γι’ αυτό ,εκείνο το χειμωνιάτικο το πρωινό που αρχίζει η ιστορία μας ,ήταν έξω φρενών με τα παιδιά
του δημάρχου ,τη Μαριάννα και τα δίδυμα .το Φανούλη και το Θανούλη,που τον σημάδευαν
κι έριχναν χιονιές στη μύτη και στ’ αυτιά του .
Η Μαριάνα είχε ολόξανθα μαλλιά και φορούσε μενεξελί παλτό ,
μενεξελί κασκόλ και μπότες με χρυσά κουμπιά.
Τα δίδυμα που ήταν ολόιδια ,φορούσαν τα γκρίζα τους παλτά και δώστου όλοι
μαζί έριχναν ολοένα χιονιές στο άγαλμα του ατρόμητου καβαλάρη .
Οι πιό πολλές χιονιές δέν το πετύχαιναν ,αλλά μερικές τον πετύχαιναν κι ο μαρμαρένιος
καβαλάρης σκεφτόταν τι ωραία που θα ήταν να μπορούσε να κατέβει από το άλογο του
και να τα ξυλοφορτώσει,
όταν τα παιδιά βαρέθηκαν αυτό το παιχνίδι κι αποφάσισαν να φτιάξουν ένα χιονάνθρωπο .
Αλλά ο ατρόμητος καβαλάρης και πάλι δεν ήταν ευχαριστημένος .
– Δέν μπορώ να καταλάβω γιατί φτιάχνουν χιονάνθρωπο ,σκεφτόταν . Λές και δεν φτάνω εγώ
για να στολίζω την πλατεία ! Άσε που ο χιονάνθρωπος – δεν μπορεί – θα λιώσει και είναι περιττό
να φτιάχνεις κάτι που κάποτε θα λιώσει . Τσουτ  τσουτ  τσουτ ! … τι ανόητη απασχόληση ! …

Σε λίγο ο χιονάνθρωπος ήταν έτοιμος  . Δηλαδή , όχι ακριβώς έτοιμος ,αλλά σχεδόν έτοιμος .
Η Μαριάννα του έβαλε τρυφερά δυο χαλικάκια στη θέση των ματιών .ο Φανούλης πέντε φουντούκια
για κουμπιά κι ο Θανούλης  έφερε απο το σπίτι το τσιμπούκι του μπαμπά ,
ένα ωραίο σκαλιστό τσιμπούκι από σπάνιο ξύλο βυσσινιάς ,
και το ‘ βαλε στου χιονάνθρωπου το στόμα .
– Τι όμορφος χιονάνθρωπος !
– Κύριος σωστός !
– Πώς να τον λέμε;
-Να τον λέμε Τουρτούρι ,πρότεινε η Μαριάνα κι ήταν τα χείλη της σαν κερασένια
και γινόταν η ανάσα της αχνός .
<< Τουρτούρι ; μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο μαρμαρένιος καβαλάρης .
Άκου όνομα  ! Άκου όνομα !  Όνομα είναι αυτό ;
Για να μείνεις στην ιστορία πρέπει να σε λένε η Μεγαλέξαντρο η Ναπολέοντα η έστω Ριχάρδο !
Να μου το θυμηθείτε ! Αυτός ο χιονάνθρωπος ό ‘τι και να κάνει ,δέν πρόκειται να μείνει στην ιστορία !
Με τέτοιο όνομα που έχει ,κανένας σοβαρός ιστορικός ,που σέβεται τον εαυτό του ,
δέν πρόκειται να τον μνημονέψει σε δερματόδετο ,ούτε βέβαια σε χρυσόδετο βιβλίο .
Τουρτούρι !  Χα ! Ας γελάσω ! >>
   Τα δίδυμα άρχισαν να παίζουν χιονοπόλεμο με τ ‘ άλλα παιδιά .
Η Μαριάνα όμως έμεινε κοντά στον Τουρτούρι και τον καμάρωνε ,Ο χιονάνθρωπος είχε ύφος
στοχαστικό και μια αδιόρατη θλίψη στο πρόσωπο του .
– Σ ‘αρέσει που σε φτιάξαμε ; ρώτησε το κορίτσι .
– Αμέ ! … ψιθύρισε δειλά ,πολύ δειλά ο χιονάνθρωπος .
Η Μαριάννα έμεινε για λίγο σιωπηλή . Μετά είπε :
– Θέλω να ζήσεις για πάντα !
– Πόσο πάντα ; ρώτησε ο χιονάνθρωπος που δεν ήξερε πόσο μεγάλο είναι ένα <<πάντα>>
– Πάντα , πάντα , ΠΑΝΤΑ ! Να μη λιώσεις ποτέ ! Μου το υπόσχεσαι ;
– Αφού μου το ζητάς εσύ ,θα ζήσω για πάντα , πάντα ,ΠΑΝΤΑ .Δε θα λιώσω ποτέ !
  υποσχέθηκε ο χιονάνθρωπος χωρίς δισταγμό .

Η πλατεία είχε αδειάσει .Ο χιονάνθρωπος είχε μείνει μόνος .Κοίταξε γύρω τριγύρω …
– Που βρίσκομαι ; αναρωτήθηκε .Τι είναι εδώ ; Δέν το ξέρω αυτό το μέρος κι όμως κάτι μου θυμίζει …
  – Βρίσκεσαι στην Πολιτεία των Πολύξερων Ανθρώπων ,εξήγησε ο μαρμαρένιος καβαλάρης
που τον άκουσε ,αλλά όχι για πολύ !
Σε λίγο η πολιτεία  θα γδυθεί απ’ το παραμυθένιο της κουκούλι. Θα φανούν τα δέντρα γυμνά ,
μαύρα κατάμαυρα κλωνιά και λασπωμένοι δρόμοι .
Οι καμινάδες που μοιάζουν τώρα ζαχαρένιες ,θ ‘αλλάξουν στο λεπτό !
Θα στάζουν μούχλα ,γκριζωπές από το βρώμικο καπνό … τότε …εσύ ,
χιονάνθρωπε ,θα λιώσεις ! …
 – Τι έκανε ,λέει ;
– Θα χαθείς για πάντα !
 – Μα δεν μπορεί ! Υποσχέθηκα στη Μαριάννα να μη λιώσω ποτέ . Να ζήσω για πάντα !
– Χα ! Ας γελάσω ! Χα , χα , χα !
  -Γιατί γελάς ;
-Τις ξέρουμε αυτές τις υποσχέσεις ! Λόγια ! Λόγια ! Δε μου λές ,γιατί άρχισες να δίνεις υποσχέσεις
ακόμα δέν σε φτιάξανε καλά καλά ;
  -Μου το ζήτησε η Μαριάννα  ,με φίλησε κιόλας !
-Ε και λοιπόν ;Χαρά στο πράγμα .Αλλά δεν φταις εσύ ,φταίει η Μαριάννα που σε βάζει να υποσχεθείς
ότι δε θα λιώσεις ποτέ και μετά δεν θα βλέπει την ώρα  να έρθει το καλοκαίρι ,για να πάει να παίξει
στην αμμουδιά ! Άκουσε το λοιπόν , χαζούλη , και βάλ ‘το στο μυαλό σου μια και καλή !
Όλοι οι χιονάνθρωποι λιώνουν κάποιο πρωί από ένα αδυσώπητο εχθρό ,πιό δυνατό απ’ την
ελπίδα , απ’ τ ‘ όνειρο πιο δυνατό ! Κατάλαβες ;
  -Δε μου λες ; Εσύ θα λιώσεις ;
-Αστειεύεσαι ; Για ποιόν με πέρασες ;Εγώ είμαι άγαλμα ! Δεν είμαι χιονάνθρωπος !
  -Αφού είσαι άσπρος σαν και μένα !
-Δεν έχει να κάνει …
  -Γιατί δεν έχει να κάνει ;
-Φίλε μου ,σ’αυτό τον κόσμο υπάρχουν αγάλματα ,υπάρχουν άνθρωποι, που άσ’τους ,δεν λογαριάζονται,
υπάρχουν και χιονάνθρωποι.
Ε ,λοιπόν ,αν θέλεις τη γνώμη μου ,καλύτερα να είσαι άγαλμα ! Γλιτώνεις από ένα σωρό απογοητεύσεις
κι ας σου κουτσουλάνε τα πουλιά τη μύτη !
  – Ποπό ! Τι έπαθα ! Δέν έπρεπε να το υποσχεθώ ! Τι να κάνω τώρα ;
Δε γίνεται τίποτα για να μη λιώσω ;
– Τίποτα ! Τελεία και παύλα .
  -Μα …
-Δε σηκώνει συζήτηση !
-Γινεται κάτι , ακούστηκε τότε μια μελωδική φωνή ,καλοσυνάτη .
Ήταν μια νιφάδα χιονιού ,περαστική από εκείνα τα μέρη ,που άρχισε να χορεύει ανάλαφρα
γύρω απ’ τον Τουρτούρι .
– Υπάρχει μια λύση για να μη λιώσεις ,μικρέ χιονάνθρωπε ,είπε η νιφάδα .Να πας στο Βόρειο Πόλο !
-Στο Βόρειο τι ;
-Στο Βόρειο Πόλο  ! Είναι πολύ όμορφα εκεί …τόσο όμορφα που δεν μπορείς να φανταστείς …
και δεν φτάνουν εκεί του χρυσού εχθρού τα βέλη τα αστραφτερά ! Εκεί όλα είναι μια χαρά  !
– Αλήθεια ; Τι ωραία  ! Από πού πάνε στο Βόρειο Πόλο ,καλή μου νιφάδα ;

για την όμορφη  συνέχεια τού Τουρτούρι στο ταξίδι του προς τον Βόρειο Πόλο
δέν έχετε παρά να διαβάσετε το βιβλίο τού Ευγένιου Τριβιζά
Ο Χιονάνθρωπος και το κορίτσι

ΧΕΙΜΩΝΑΣ 1871

Έχετε  ακούσει γι’ αυτό το υπέροχο επεισόδιο της ανθρώπινης ιστορίας, την Παρισινή Κομμούνα;

Η ιστορία ξεκινάει με μια βλακεία. Αναφέρομαι στον Ναπολέοντα τον Γ!  Ναί, τον ανηψιό του Βονοπάρτη.

Ήταν ένας παλιάτσιος, ένας ηθοποιός που χαμογελούσε στο πλήθος , ενώ δεκαέξι εκατομμύρια Γάλλοι χωρικοί ζούσαν σε σκοτεινές τρώγλες και τα παιδιά τους λιμοκτονούσαν.

Επειδή όμως δεν κατάργησε τη βουλή, επειδή ο κόσμος ψήφιζε , όλοι θεωρούσαν ότι είχαν δημοκρατία…..

Συνηθισμένο λάθος.

Ο Ναπολέοντας ο Γ! ήθελε να δοξαστεί και έκανε το λάθος να επιτεθεί στις στρατιές του Βίσμαρκ.

Σύντομα ηττήθηκε και οι Γερμανοί στρατιώτες  μπήκαν νικητές στο Παρίσι για να έρθουν αντιμέτωποι με κάτι πιο καταστροφικό απο τα όπλα – τη σιωπή.  Βρήκαν τα αγάλματα στους δρόμους του Παρισιού

καλυμένα με  μαύρα πανιά,  μια γιγάντια , αόρατη ,  σιωπηλή  αντίσταση. Έκαναν τη σοφή επιλογή.

Παρέλασαν κάτω απο την Αψίδα του Θριάμβου και αποχώρησαν.

Και  η  παλιά γαλλική τάξη , η Δημοκρατία … Φιλελεύθεροι , έτσι αυτοαποκαλούνταν. Δέν τολμούσαν να μπούν στο Παρίσι. Έτρεμαν απο το φόβο τους επειδή , όταν έφυγαν οι Γερμανοί , το Παρίσι καταλήφθηκε απο τους εργάτες , τις νοικοκυρές , τους υπαλλήλους , τους  διανοούμενους , τους ένοπλους πολίτες. Ο λαός του Παρισιού δεν έφτιαξε κυβέρνηση, αλλά κάτι πιο ένδοξο, κάτι που τρέμουν παντού οι κυβερνήσεις, μία κομμούνα, τη συλλογική ενέργεια του λαού.

Ήταν  η  Κομμούνα  του   Παρισιού .

Η Κομμούνατου Παρισιού  έζησε λίγους μόνο μήνες , αλλά υπήρξε το πρώτο νομοθετικό σώμα στην ιστορία στο οποίο εκπροσωπούνταν οι φτωχοί. Οι νόμοι που ψηφίζονταν ήταν για εκείνους.

Κατάργησε τα χρέη τους , ανέβαλε την καταβολή των ενοικίων , υποχρέωσε τα ενεχυροδανειστήρια να τους επιστρέψουν τα πιο απαραίτητα υπάρχοντα τους.

Α ρ ν ή θ η κ α ν  ν α  ο ρ ί σ ο υ ν  γ ι α  τ ο υ ς  ε α υ τ ο ύ ς  τους   μ ι σ θ ο ύ ς   ψ η λ ό τ ε ρ ο υ ς 

α π ‘  ό ,τ ι  τ ω ν   ε ρ γ α τ ώ ν.

Μείωσαν το ωράριο των αρτοποιών. Έκαναν σχέδια για το πώς θα κατάφερναν να προσφέρουν σε όλους ελεύθερη είσοδο στα θέατρα.

Ξανάνοιξαν τα μουσεία , έφτιαξαν μια επιτροπή για την εκπαίδευση των γυναικών – κάτι το

ανήκουστο-   Δήλωσε το στόχο των σχολείων – να  μάθουν τα παιδιά να αγαπούν και να σέβονται τα άλλα πλάσματα.   

Έχω διαβάσει τις ατελείωτες συζητήσεις σας για την παιδεία. Τι ανοησίες! Διδάσκουν ό’τι χρειάζεται κάποιος για να πετύχει στον καπιταλιστικό κόσμο . Μαθαίνουν όμως στους νέους  να αγωνίζονται για τη δικαιοσύνη;

Τα μέλη της Κομμούνας είχαν καταλάβει τη σημασία αυτού του πράγματος.Δίδασκαν όχι μόνο με λόγια

αλλά και με τα έργα τους.

Κατάργησαν την γκιλοτίνα , αυτό το εργαλείο της τυραννίας, ακόμα και της επαναστατικής τυραννίας.

Μετά ,φορώντας  κόκκινα μαντίλια και μ ‘ ένα μεγάλο κόκκινο λάβαρο, μαζεύτηκαν στη Βαντόμ , γύρω από τη στήλη – σύμβολο της στρατιωτικής εξουσίας, ένα πελώριο γλυπτό που στη κορυφή του  είχε την προτομή του Ναπολέοντα Βονοπάρτη. Έδεσαν μία τροχαλία στο μαρμάρινο κεφάλι , γύρισαν ένα βαρούλκο και το γλυπτό σωριάστηκε στο έδαφος κι έγινε κομμάτια .

Οι άνθρωποι σκαρφάλωσαν στα χαλάσματα. Μια κόκκινη σημαία κυμάτιζε πλέον πάνω στο βάθρο.

Τώρα ήταν το βάθρο όχι μίας χώρας αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας και όλοι, άντρες και γυναίκες,

παρακολουθούσαν κλαίγοντας απο τη χαρά τους.

Ναι , αυτή ήταν η Κομμούνα του Παρισιού. Οι δρόμοι ήταν πάντα γεμάτοι , παντού γίνονταν συζητήσεις

Οι άνθρωποι μοιράζονταν πράγματα . Χαμογελούσαν πιο συχνά . Η καλοσύνη κυριαρχούσε.

Οι δρόμοι ήταν ασφαλείς ,χωρίς κανενός είδους αστυνόμευση.

Ν α ι  ,  α υ τ ό   ή τ α ν   σ ο σ ι α λ ι σ μ ό ς  !

Φυσικά , η Κομμούνα δεν ήταν δυνατό να περάσει έτσι, γιατί θα δημιουργούσε ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Οι στρατιές της Δημοκρατίας προέλασαν στο Παρίσι και άρχισαν τις σφαγές.

Οι ηγέτες της Κομμούνας οδηγήθηκαν στο νεκροταφείο Περ Λασέζ, όπου τους έστησαν στον

τοίχο και τους τουφέκισαν. Συνολικά σκοτώθηκαν τριάντα χιλιάδες άτομα.

Η Κομμούνα συντρίφτηκε από λύκους κι από γουρούνια . Αλλά υπήρξε το πιο ένδοξο

επίτευγμα των καιρών μας …..

 

Ο  Μ α ρ ξ   στο  Σ ό χ ο  : Howard  Zinn