Θάνατος παλληκαριού


Κανείς δεν έπεσε να κοιμηθή ΄ όλοι αγρυπνούσαν .
Που να κλείσουν μάτι τέτοια χρονιάρα νύχτα .
Νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής .
Ό τι πέρασαν τα μεσάνυχτα , βουβές οι καμπάνες και στις τρεις εκκλησούλες του Θαλασσοχωριού .
Σωπαίνουν κ ‘ οι καμπάνες για του Χριστού τα πάθη ,
σα νάχουν κι αυτές ανθρώπινη ψυχή και δεν μπορούν απ ‘ το βαθύ καημό τους ούτε να ξεφωνίσουν .
Μόνο τα ξύλινα τριτσόνια ξεκουφαίνουν τον κόσμο στων παιδιών τα χέρια ‘τρέχουν τα παιδιά , κι από γειτονιά σε γειτονιά , κι από πόρτα σε πόρτα ,και τα χτυπούνε με κακό και με φωνές .:
Ώρα για την εκκλησιά ! Ώρα για την εκκλησιά ! Κ ‘ οι λιγοστοί που απομένουν βάρυπνοι , πετούνται ξαφνισμένοι και τρέχουν στο παράθυρο , θαρρώντας πως γλυκοχαράζει και πως περνάει κάπου ο επιτάφιος .
Για την αγάπη του Χριστού , μια φορά το χρόνο , τη μεγάλη Παρασκευή βουβαίνοντ ‘ οι καμπάνες του Θαλασσοχωριού – εκείνες μόνο – γιατί απ ‘ άκρη σ ‘άκρη το Θαλασσοχώρι σηκώνεται στο πόδι , για την αγάπη πάλι του Χριστού ,
μια φορά το χρόνο ,τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής .
Έτσι κ ‘ εκείνη τη νύχτα γυναίκες κι άντρες , άλλοι χώρια κι άλλοι μαζωχτοί , έβγαιναν απ ‘ τα σπίτια , από τους καφενέδες , και σκορπίζονταν εδώ κ ‘ εκεί κατά τις εκκλησιές .
Οι περπατησιές βαρυχτυπούσαν στα καλντερίμια κι ολοένα εμάκραινε τους ήχους ο αντίλαλος της νύχτας .
Κ ΄ η νύχτα , δροσοστάλαχτη , απριλιάτικη , μ ‘ένα φεγγάρι νυστασμένο , που πάει να βασιλέψη και χύνει αχνότερη γι ‘ αυτό τη λάμψη του στα μαύρα και ξασβέστωτα παλιόσπιτα και στα στραβά σοκάκια που , λίγη – περισσή , ποτέ κ ‘ η λάσπη δεν τους λείπει .
Οι εκκλησιές ολόφωτες με πόρτες ορθάνοιχτες .
Κάπου – κάπου ξεχύνονται ως έξω η φωνή του αναγνώστη ,πριν αρχίσουν οι θρήνοι ..
Αλλά το μεγάλο πανηγύρι γίνεται απ ‘έξω απ’ τις εκκλησιές .
Γύρω σε φωτιές μεγάλες , θρεμμένες με ρετσίνα ,με κληματόξυλα , με σανίδια με φρόκαλα , με σκαφίδια και με κοφίνια της μπουγάδας , και κάπου – κάπου μ ‘ολόκληρο παραθυρόφυλλο – αλίμονο στα χαμηλά σπιτάκια και στις ασυλλόγιστες νοικοκυρές ,
τη νύχτα εκείνη ! – γύρω σε φωτιές , του κόσμου τα παιδιά και τα παλιόπαιδα , και μέσα στα παιδιά κι άντρες με μουστάκια πηδούνε , τρέχουν , αλαλάζουν , δαιμονίζονται ‘
κι αστραποβολούνε στα σκότη και βροντοχτυπούνε στην ησυχία οι σαλιόρες και τα χαλκούνια – σώσον Κύριε !
κ ‘ οι τρακατρούκες και τα χαιμαλιά , με τέχνη καμωμένα από καλάμια κι από χοντρόχαρτα , και γεμισμένα με μπαρούτι , με μπαρούτι ατέλειωτο .
Δίσκος για το μπαρούτι γύριζε μέσα στις εκκλησιές .
Άντρες και παιδιά φωτοκάιγονταν μ ‘εκείνα , της φωτιάς τα σύνεργα , για την καλη χρονιά . Μπαρούτι μύριζε το Θαλασσοχώρι κ όι ενορίτες με τους ενορίτες στέκονταν αμάν για πόλεμο . Δεν ήταν μόνον οι εκκλησιές ανοιχτές ,την ώρα εκείνη . Εδώ κ ‘εκεί πρόβαλλε μισανοιγμένο κάνα μαγερειό ,κανένας καφενές .Όσο νάρθ ‘ η ώρα που θα βγη ο επιτάφιος , ως τις τρεις το πρωί , όλος ο κόσμος δε μπορούσε να περνά την ώρα του ολόρθος μες στην εκκλησιά !
Μ ‘ένα βαρύ – γλυκό μ ‘ένα μεζέ και δυο ρουφηξιές
«Κοτζινιώτικο… » κρασί , καταπιάνεται κανείς ύστερ ‘από τη νηστεία και παίρνει δύναμη για να συντροφέψη τον επιτάφιο .
Κι έτσι σιγά – σιγά οι παρέες τραβιούνταν κατά τις εκκλησιές με δροσισμένο στομάχι . Τελευταία είχε ξεχαστή στο κρασοπουλιό του Ψημένου μια συντροφιά χαρούμενη : o Μήτρος ο Ρουμελιώτης , ο Γιαννακός ο Ταρνάναμας , ο Μάρκος ο Κανίνιας και το παιδί της Χαρίταινας , που κανείς δεν τόκραζε με τ ‘ όνομα του ,όσο που και το ίδιο το ξέχασε κι άκουγε μόνο σαν τον φώναζαν » η Ταρία Ταρέλα «
Κ’ οι τέσσαρες θαλασσινοί ‘ ο πρώτος είχε ψαροκάικο ,
ο δεύτερος δούλευε στο ψαροκάικο του πρώτου , ο τρίτος ταξίδευε με τις μαούνες ,
και η Ταρία Ταρέλα ήταν ψαράς .
Και οι τέσσαρες , εικοσιπέντε χρονών κι αδερφωμένοι από τα μικρά τους χρόνια .
Το κρασί κ ΄η κουβέντα τους άναψαν το κεφάλι , κι αν δεν ήταν Μεγάλη Παρασκευή , θα τόσκουζαν . Το τραγούδι μισογαλινό , απαλά -απαλά κι αθέλητα ξεφύτρωνε στα χείλη τους τέτοια νύχτα .
Στα ύστερνά κατάλαβαν πως άργησαν . Στον Αι Νικόλα , λίγα ποδάρια παρέκει από το κρασοπουλιό , άρχισαν κ ‘έψελναν : Αι γενεαί αι πάσαι. Ο Ψημένος έστεκε στο φτερό για να κλείση . Πεταχτήκανε στη στιγμή . Βρεθήκανε στο δρόμο .
– Μωρέ ξέχασα τα βεγγαλικά ! φωνάζει ο Κανίνιας
Τα βεγγαλικά τα είχαν για να τ ‘ανάψουνε στον επιτάφιο .
– Στα πόδια του τραπεζιού τ ‘απίθωσα , ζερβά στην αγκωνή ,
λέει ο Μήτρος ‘ στάσου και στα φέρνω .
Και βιαστικός έκανε να γυρίση στον καφενέ .
Μα γυρίζοντας ,γλυστράει στο πεζούλι απάνου και ξαπλώνεται μακρύς -πλατύς και , γκόπ ! ακούστηκ ‘ ένας ξερός κρότος .Τρία ξέσκαστά γέλια ξέφυγαν από τα στόματα του Μάρκου , του Γιαννάκου και της Ταρίας , και μια φωνή , ένα «σκοτώθηκα» από το στόμα του Μήτρου .
– Καλά , αδερφέ που σκοτώθηκες ! … Σήκω τώρα ‘ μήπως χτύπησες ;
– Μωρέ , σκοτώθηκα ! Δεν μπορώ να σηκωθώ !
Δεν με πιστεύετε ; * απόσπασμα : ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

( Στους φίλους , στα παιδιά που λείπουν κι έφυγαν για πάντα από κοντά μας )

Η φωτογραφία του Επιτάφιου από τον φίλο και προέδρο της Ομοσπονδίας Λημνιακών Συλλόγων Αντώνη Καραγιάννη από τα χωριά της Σκάλας Λήμνου , Φισίνη – Αγία Σοφία -Σκανδάλι .

Στρατής Φιλιππότης

Πάει και ο Στρατής . 
Αυτός ο σφριγηλός γέροντας με την ελιά στο μέτωπο 
αρμάτωσε για τελευταία φορά το γαλανό μπλέ 
θαλασσί καράβι του που έλεγε και η Μάρω , 
και τράβηξε για την γη που τόσο αγάπησε και ύμνησε , 
για την τελευταία του κατοικία .
Στον Στρατή Φιλιππότη πήγαινα τακτικά όταν ερχόμουν Αθήνα .
Και στο βιβλιοπωλείο εκεί στην Σόλωνος 69 με την προσωπογραφία του με τον Ριζοσπάστη ζωγραφισμένη στον τοίχο ,με την Μάρω Βαμβουνάκη παντού στον χώρο , 
και την μινιατούρα του Στάλιν σε μια γωνίτσα . 
Και στο υπόγειο εξομολογητήριο μετά από την μετακόμιση του που έγινε ύστερα από τις μεγάλες διαδηλώσεις τις μάχες και τις καταστροφές του κέντρου .
Δεν ξέρω ,αλλά κάτι με τραβούσε σε αυτόν τον γέροντα . 
Κουβέντες ανησυχίες και αγωνία για την κατάσταση στην χώρα μας . Τα λέγαμε και για τα τσιπουράδικα της Νέας Ιωνίας Βόλου, για τον τωρινό Μητροπολίτη Λήμνου και συμμαθητή του αν δεν κάνω λάθος και για τα βιβλία του .
Σαν να ταν χθές θυμάμαι να ανοίγω την πόρτα για πρώτη φορά διστακτικά και να του λέω .
-Καλημέρα
-Καλή σου μέρα
-Να κοιτάξω λίγο τα βιβλία;
…απαντά με μια κίνηση του χεριού που λέει λεύτερα.
Μετά από την περιήγηση στο πάγκο με το πλήθος των βιβλίων
αποφασίζω και παίρνω το ΘΡΥΛΟΙ ΤΩΝ ΚΑΣΤΡΩΝ ΜΑΣ
και το ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΩΡΑΙΟΙ ΤΡΕΛΟΙ που αναφέρεται στους Περικλή Γιαννόπουλο,Γεώργιο Βιζυηνό ,
Μιχαήλ Μητσάκη, Γιαννούλη Χαλεπά . Κώστα Καριωτάκη ,Ναπολέοντα Λαπαθιώτη,και Ρώμου Φιλύρα.
Αφού πληρώνω τα βιβλία ,τον ρωτώ,εσείς είστε εκδότης;
Μου γνέφει ναι με το κεφάλι του
και πιάνει ένα βιβλίο από τον πάγκο και μου το δίνει λέγοντας μου.
Αυτό στο χαρίζω.
σ ά τ υ ρ ο ς ε ρ ω ς .
γειά σου γέροντα Στρατή . Να ξερες πόσες φορές σάλταρα στα κλεφτά στο γαλανό καράβι σου με τους συγγραφείς σου .

παραμύθια

Η μέρα σήμερα λεν πως είναι για τα παιδιά
και το παιδικό βιβλίο .
Αν σας πω πως χθές  Πρωταπριλιά περπάτησα αρκετά 
για να φτάσω ψηλά στο Χολαργό όπου σε ένα πανέμορφο
σπιτικό με υποδέχτηκαν ευγενικά δυο αδέρφια με την μητέρα τους όπου και πήρα δυο βιβλία γεμάτα παραμύθια
θα με πιστέψετε ; δεν θα με πιστέψετε .
Ας είναι .
Το ένα ήδη τ’ άρπαξε η θεατρίνα

Στο Κουκονήσι της Λήμνου

21558812_10212949841093365_6428756355050145935_n

*Στις προϊστορικές θέσεις του αρχαιολογικού χάρτη του Αιγαίου προστέθηκε το 1992 το Κουκονήσι Λήμνου, μία μικρή νησίδα στον μυχό του κόλπου του Μούδρου, πολύ κοντά στο ομώνυμο σημερινό χωριό. Τον Σεπτέμβριο της χρονιάς εκείνης, ύστερα από χωροσκοπήσεις (survey) διενεργήθηκε για πρώτη φορά ολιγοήμερη ανασκαφική έρευνα (Τομή 1, στο χαμηλότερο ανατολικό τμήμα της νησίδας) από τον γράφοντα σε συνεργασία με την Κ’ Εφορεία Κλασικών και Προϊστορικών Αρχαιοτήτων. Από το 1994 άρχισαν συστηματικές ανασκαφές (Τομή 2, στο υψηλότερο βορειοανατολικό πλάτωμα, το επoνομαζόμενο Κούκονος), αφού πρώτα το έργο εντάχθηκε στα ερευνητικά προγράμματα της Ακαδημίας Αθηνών με τίτλο «Έρευνα στον προϊστορικό οικισμό Κουκονήσι Λήμνου».

απόσπασμα : του Χρίστου Μπουλώτη  ,αρχαιολόγου που διενεργεί την ανασκαφή .

ολόκληρο το άρθρο του ΕΔΩ

21616069_10212949814932711_7278456793605010341_n

21616519_10212949811532626_5933293250877834102_n

21751423_10212949869894085_4094450271566946852_n

καρουζέλ

του Χρίστου Μπουλώτη 

απόσπασμα από το βιβλίο του Με τα φτερά τού Πήγασου εκδ. Γνώση .

dsc06899

Το πιο μαγευτικό απ ‘τα παιχνίδια ήταν το καρουζέλ . Όλοι το λέγαν .Και το αφεντικό φούσκωνε από καμάρι ,γιατί αυτό ήταν όλη η περιουσία του . Απ’ αυτό κέρδιζε το φαί και το πιοτό και τα ρούχα του .  ……..Τα παιδιά τρελαίνονταν να στριφογυρνούν με τις βάρκες , καβάλα στα ποδήλατα και στο ξύλινο άλογο ,που κρέμονταν με σιδιρόβεργες ψηλά απ’ το στεφάνι . Πανζουρλισμός ώσπου να έρθει η σειρά τους …… Μα τ’άσπρο άλογο απόψε , τώρα που τέλειωσε το πανηγύρι κι έφυγαν τα παιδιά ένιωσε να τρυπώνει στην καρδιά του μια μικρούλα τόση δα θλίψη , που όσο κυλούσε η ώρα όλο και μεγάλωνε . Πρώτη φορά αισθανόταν τόσο μόνο . Και έτσι όπως έπεφτε η βροχή και χτύπησε τρεις χτύπους το μεγάλο ρολόι του δημαρχείου , νταν ,νταν ,νταν , άρχισε το άλογο να αναρωτιέται φωναχτά :  «Μπα σε καλό μου , τι μ ‘έπιασε νυχτιάτικα ; Δεν είναι δα και η πρώτη φορά που μένω μόνο …      Να φταίει τάχα η ξαφνική βροχή ; «

στο υπόγειο του Στρατή Φιλιππότη

Στο υπόγειο τώρα πια ο καπετάνιος Στρατής
σε προσκαλεί να κάνεις το ταξίδι μ ‘ένα λεβέντικο σκαρί
στο μπλε στο γαλανό το θαλασσί στο γαλάζιο .
Στο κατάστρωμα δεκάδες οι συγγραφείς του, αγόρια και κορίτσια ,
και το ταξίδι ξεκινά .

 * Τόσο νερό τα σώματα
και λαμπαδιάζουν μέχρι τη στάχτη τους
σε ένα σπίρτο
* Ρίγος θαλάσσης : για τον Παντελή Ευθυμίου ,
Μάρω Βαμβουνάκη Άνοιξη 2014

Τα στρατιωτάκια της ένστολης εξουσίας !

<<Μεγάλη θαρρετή ψυχή που φωλιάζεις μέσα στο ξύλινο αλογάκι,
εσύ που λικνίζεις πάνω σε κύματα φανταστικά
την καρδιά του μικρού αγοριού [ …]
Ψυχές ,εσείς , όλων των μοναχικών παιχνιδιών και περιπετειών ΄
απλοϊκά πρόθυμη ψυχή της μπάλας , ψυχή αισθητή στη μυρωδιά
των ψηφίδων του ντόμινο ,ανεξάντλητη ψυχή του βιβλίου
με τις εικόνες >>
Rainer Maria Rilke

DSC01424-2

Τον Χρήστο Μπουλώτη  τον πρωτοσυνάντησα… σ’ ένα περιοδικό για την Αρχαιολογία πριν κάμποσα χρόνια, σε ένα άρθρο του.
Για δεύτερη φορά … όταν επισκέφθηκα το Κουκονήσι Λήμνου
μετά από την ευγενική πρόσκληση ενός άλλου Χρίστου
– τού Κακαρνιά – που συμμάζευε το σκέπαστρο μιας ανασκαφής που ξεριζώθηκε από τον δυνατό βούριαδο .
Προχθές τον ξαναείδα με μεγάλη μου έκπληξη
στο μικρό δωματιάκι που έχουν στοιβαγμένα διάφορα παιχνίδια , βαζάκια , μικρά και μεγάλα πράγματα τα παιδιά ,
Τον είδα να παίζει με τα στρατιωτάκια των φίλων του μαζί τους ,
στη πέτρινη ποδιά του πηγαδιού της αυλής τού σπιτιού του
στη Μύρινα ,
και να με στέλνει αμέσως σε λόφους γεμάτους κοκκινόχωμα
να πλάθουμε τα κο΄ι΄νάκια ( μικρές μπίλιες ) και να τα ξεραίνουμε κάτω από τον καυτό ήλιο στο πεζοδρόμιο του κυλινδρόμυλου Λούλη !
Βλέπεις οι γυάλινες μπίλιες -γυαλίζες – στην αρχή τους ,
ήταν προνόμιο των πλoυσιόπαιδων …

Ελάτε να κονέψουμε

DSC03840 -53

Η μυρουδιά του σταριού σκεπάστηκε από τη μυρουδιά του αλευριού.
Και αυτή από τη μυρουδιά της φρέσκιας σταχτοκουλούρας
που είχε ψηθεί .
Την έβγαλε ,την άφησε λίγο να κρυώσει ,την τίναξε να φύγουν
τα κάρβουνα και οι στάχτες και την έβαλε στον σοφρά .
Ελάτε να κονέψουμε . Βγάλαμε και μεις λίγες ελιές μια ντομάτα λίγο τυρί
και μοιραστήκαμε το γεύμα .
Εκείνη η γεύση ακόμη έρχεται στο στόμα κάθε φορά που η αφθονία
εξαφανίζει τη φυσική γεύση .

( απόσπασμα από το βιβλίο : μύλοι και μυλωνάδες Προβιομηχανική Ήπειρος .

DSC03903 - 6 DSC03900 - 4

DSC03830 -55

» Σας κλείσαμε εδώ για να πεθάνετε » Έπαρχος Λήμνου

Μούδρος Ιούνιος 1948 Ιούλιος 1949

11080817_725543974229187_694809983014827372_o

από το βιβλίο Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ εκδόσεις : επικαιρότητα του Κώστα Ν .Λιναρδάτου ( 1920 – 2013 )

Στον συρματόκλειστο χώρο του στρατοπέδου του Μούδρου
*στα χρόνια της φασιστικής κατοχής υπήρχε γερμανική ναυτική βάση,
πολεμικός ναύσταθμος στο Βόρειο Αιγαίο .
Το 1948-1949 στο στρατόπεδο ήμαστε έγκλειστοι ,
κάτω από άθλιες συνθήκες ,1400 πολιτικοί εξόριστοι ,
άντρες όλων των ηλικιών.
Σ΄ένα δισέλιδο γράμμα που με δικό μου τρόπο κατόρθωσα να στείλω
στο σπίτι μου στην Αθήνα ,στη μάνα μου και στον αδελφό μου
περιγράφω την κατάσταση .
23 Δεκεμβρίου 1948 : Βοριάς παγωμένος ,χιόνι ,υγρασία που περνάει ως το κόκκαλο ,βράχοι τριγύρω και θάλασσα , πείνα ,γύμνια ,αρρώστιες
και θάνατος είναι οι αχώριστοι σύντροφοι των 1.400 πολιτικών εξορίστων.
Μέσα στο συρματόκλειστο χώρο , στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο ,
μέσα σε παγερές αποθήκες ,σε υγρούς στάβλους ,
σε μισογκρεμισμένα κτίρια η σε χιλιοτρυπημένες σκηνές,
προσπαθούμε ,οι πολιτικοί εξόριστοι ,να ζεστάνουμε τα παγωμένα μας μέλη,
τυλιγμένοι με κουβέρτες όσοι έχουν ,σχηματίζουμε στις 3 το απόγευμα
την ατέλειωτη σειρά του προσκλητηρίου ,που «από καθήκον »
και τις πιο παγερές μέρες δεν το παραλείπουν οι «φύλακές» μας …
Ξεψύχησε ο Δημ. Χέλμης , Έφεδρος ανθυπολοχαγός ,πολεμιστής στην Αλβανία
και στις 20-12 1948 πέθανε ο Λυμπέρης Λυμπερόπουλος ,
28 χρονών παλληκάρι…
Όταν οι φυματικοί πήγαν στον Σταθμάρχη για να του πουν
ότι πέθανε ο Λ .Λυμπερόπουλος , τους απάντησε : «Nα του πείτε
να δώσει χαιρετίσματα στον Άγιο Πέτρο »
Τα λουλούδια που πήγαμε να ρίξουμε στο φέρετρο του Λυμπερόπουλου
τα ποδοπάτησαν οι χωροφύλακες
Στην δεύτερη σελίδα του γράμματος γράφω :ΟΙ 1400 πολιτικοί εξόριστοι
του Μούδρου . Γέροι ,μεσήλικες και νέοι , ανήλικα παιδιά και ανάπηροι
άρρωστοι και υγιείς .
Άστεγοι όλο το καλοκαίρι παλεύαμε με τον καυτό ήλιο ,
την νυχτερινή υγρασία ,τους αέρηδες και τα σύννεφα της σκόνης.
Οι βροχές και τα πρώτα κρύα του φθινοπώρου μας βρήκαν στην ύπαιθρο…
Ο χειμώνας στην ύπαιθρο ,κάτω από τα δέντρα ,το τσουχτερό κρύο και το χιόνι
μας βρήκαν τσακισμένους από τις κακουχίες και τον υποσιτισμό …
Αργοπεθαίνουμε ..Οι φυματικοί έφτασαν τους διακόσιους ,οι τριάντα είναι
κατάκοιτοι και οι μισοί απ’αυτούς χαροπαλεύουν ..

DSC02846 11406514_10206121652672922_9181926124642988368_o

* ευχαριστώ τον φίλο Στρατή Λιαδέλλη
για την προσφορά της φωτογραφίας του
για τούτη την ανάρτηση μου.
Οι φωτογραφίες του Κώστα Λιναρδάτου και οι εξόριστοι
στο Μούδρο , βρίσκονται στο βιβλίο του
από όπου έγινε η λήψη τους.

Αχγιάτ Ανχάρ

11110373_10205885381126281_52692978306887048_o

Κοίταζα την βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου χθες ,και το μάτι μου
έπεσε σε ένα βιβλίο που είχε τον παράξενο ..τίτλο Αχγιάτ Ανχάρ.
και συγγραφέα την Μαρώ Κάργα .
Μπαίνω στο μαγαζί ,ζητάω να το δω για λίγο ,και βλέπω πως η συγγραφέας
του μεγάλωσε στη Μύρινα ( Κάστρο ) και ότι οι δικοί της πήγαν εκεί
από τη Σμύρνη ,το Αιβαλί ,την Πόλη και την Αλεξάνδρεια
και ότι είναι το πρώτο της μυθιστόρημα ,
το οποίο αναφέρετε σε ζωές που κυλούν σαν τα ποτάμια
στην Κωνσταντινούπολη ,τη Λήμνο , την Αλεξάνδρεια
στα τέλη του 19 ου αιώνα .

( ένα μικρό απόσπασμα )

To απόγευμα ήθελαν τα κορίτσια
να περπατήσουν στον Ρωμαίικο Γιαλό και μορφοντύθηκαν .
Φόρεσαν όλες ρούχα καλά ,που στο χωριό δεν τα ‘βαλαν
ούτε μια μέρα,για ν΄αποφύγουν το κακό μάτι και τα κακά στόματα,
όπως έλεγε η Φρόσω ,που αυτά πολύ τα υπολόγιζε.
Από κει που έμεναν άρχιζε ο Ρωμαίικος Γιαλός με τα αρχοντικά
που ήταν χτισμένα κατά μήκος του .
Δυο απ’αυτά τους φάνηκαν περίκαλα.
Το ένα πολύ κοντά στο σπίτι τους και τ’αλλο στην άλλη άκρη του,
μεγάλα ολόκληρα απο πελεκημένη πέτρα με σκαλιστά φουρούσια
στα μπαλκόνια τους και πορτεσιές,όλα από μάρμαρο .
Τους άρεσαν και τα άλλα με τις χοντρές πορτάρες και τα ξύλινα
χαγιάτια τους να βλέπουν στο κάστρο και στη θάλασσα.
– Με είπε ο Δάλλης ότι εδωνά οι Ρωμιοί είναι κοντά στις τέσσερις χιλιάδες.
Κάμποσοι ανάμεσό τους παραλήδες έχουνε αλισβερίσια με φραντσέζικα
και ιταλιάνικα λιμάνια και κάμνουν εμπόρια με τη Σμύρνη
και με την Αλεξάνδρεια. Τούτα τα σπίτια μπρε κάμνουνε παράδες,
έλεγε η Άννα καθώς τα κοίταζαν.
-Ας είναι να χαρεί λίγο το μάτι μας . Ένα χρόνο σ ‘εκείνο το παλιοχωριό
ξεχάσαμε πως ζούν οι άνθρωποι .
Κι αν δεν πάντρευε η θεία τον πατέρα μας ,ακόμα εκεί θα ήμασταν,
ψιθύρισε η Στέλλα γελώντας στ’ αυτί της Φωτεινής, μα εκείνη
έδειξε σαν να μην τ’ άκουσε .
Απ’ το γιαλό έστριψαν και περπάτησαν μες στα σοκάκια του Ρωμαίικου
μαχαλά κι ύστερα ξαναβγήκαν στα τσαρσιά κι έκοψαν δρόμο
για την προκυμαία .
– Δεν φεύγουμε αύριο , μπρε απόλωλες ,που ούλα τώρα θέλετε
να τα διείτε . Θα σας πρηστούνε τα ποδάρια με τόσους δρόμους
που κάματε απ’ το πρωί και θα γυρεύεται αλατόνερο το βράδυ,
γκρίνιαζε η Φρόσω .Κουράστηκε και ήθελε να γυρίσουν πίσω
μα εκείνες τίποτα . Γνώμη δεν άλλαζαν κι ήταν τόσο χαρούμενες
που βολταρίζανε .
Βρίσκονταν πια στο μπεζεστένι του τουρκομαχαλά ,
κοντά στον Τουρκικό Γιαλό ,όταν είδαν μπροστά την ισκελέ ,
γεμάτη σκούνες και καίκια .
– Τούτο μπρε μάλιστα , είναι λιμάνι , είπε η Άννα .
Όχι σαν εκειό που μας κατέβασε ο Πανάς και μα χολόκοψε.
Μόλις που ακούστηκαν τα λόγια της . Χάθηκαν μέσα στη φωνή του μουεζίνη
που αντιλαλούσε απ’ τον μιναρέ που έστεκε δίπλα τους .
Τούρκοι κατέφθαναν από τ’ αριστερά τους,καθώς κοίταζαν τη θάλασσα,
κι έρχονταν κι άλλοι απ’ τον μεντρεσέ που ήταν πιο κει .
Έβγαζαν τις κεντητές παντόφλες τους ,έπλεναν χέρια και πόδια
στην κρήνη του Μεχμέτ πασά κι έμπαιναν μέσα στο τζαμί.
Στα δεξιά τους ορθωνόταν το κάστρο και κάτω απ’ τη σκιά του
στεκόταν ολόλευκος ο τουρμπές του Νιγιαζί Μισρί .
Κάθισαν κάτω από ένα δέντρο ,έξω απ’ τον κα’ι’φενέ του λιμανιού
που ήταν απέναντι ,και σεργιάνιζαν πια με τα μάτια κουβεντιάζοντας
μέχρι που ο ήλιος έπεσε .
Αυτό το βράδυ το σπίτι σ ‘όλες φάνηκε πιο έμορφο ,όταν μαζεύτηκαν
κι άναψαν τις λάμπες .

11182717_10205885382166307_8620199566989608898_o  11061782_10205885389406488_403726124800534425_o