Απάνω του !

τού Βασίλη Ρώτα 1889 -1977
– απόσπασμα κειμένου του δημοσιευμένου στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα 26 Οκτωβρίου 1945.

22815556_10213241274419016_5964464027073185067_n

Τον ξέραμε τον πόλεμο .Όχι από τις εφημερίδες . Τον είχαμε γνωρίσει καλά ζώντας τον από το δώδεκα κι εδώθε, όλα αυτά τα δίσεχτα χρόνια ,όλους τους οργισμένους μήνες,
σε Μακεδονικούς κάμπους και Ηπειρώτικα βουνά , 
σε Θρακιώτικα ακρογιάλια και σε μεγαλοπολιτείες της Ευρώπης,
σε λαγκαδιές νεκροσπαρμένες , σε ποτάμια αιματοβαμμένα ,
σε χωριά να τα τρώνε οι πυρκαγιές ,σε πολιτείες να τις χαλάνε
οι μπόμπες , σε έφοδες με τη λόγχη ,σε τάφρους μάχης ,
σε κάστρα αντίστασης ,σε στρατόπεδα αιχμαλωσίας ,σε γιορτάδες νίκης .
Είχαμε γνωρίσει ,είχαμε νιώσει με όλες τις αισθήσεις μας , με τον βρασμό του αιμάτου και το ανατρίχιασμα του τομαριού μας,
με τα χτυποκάρδια από την πάλη και τούς πόνους από τις λαβωματιές, και τους όλμους και τα φλογοβόλα , τ’ασφυξιογόνα και τα τάνκς ,και τα υποβρύχια και τ’ αεροπλάνα και τις τορπίλες και τις ρουκέτες . Είχαμε ιδεί μωροζώντανους ξεκαυκάλωτους να ζυμώνουν με τα ίδια τους τα δάχτυλα τα χυμένα μυαλά τους,
ξεκοιλιασμένους να τρέχουν σκούζοντας ,κρατώντας με τις χούφτες τους τα χυμένα άντερα τους , είχαμε δει άλλους να ξερνάνε τα πλεμόνια τους ,
Γνωρίζαμε τις μαυροφορεμένες χήρες και τα παραπονεμένα ορφανά , τους ζητιάνους ανάπηρους και τους νεόπλουτους μαυραγορίτες και εμπόρους των πολέμων .
Όλα τα γνωρίζαμε κι’ απ’ όσα γνωρίζαμε η φαντασία μας έπλαθε τα όσα φοβερότερα έμελλε να γίνουν .
Κι όμως .Τη θανατίλα του Άρη του χαλαστή ,την εσκέπασε η ζωηρή ελπίδα του αγώνα για λευτεριά .Το σύνθημα όλης της ζωής μας ήταν αισιόδοξο σάλπισμα . Απάνω του !
Ένας είναι ο εχτρός .Απάνω του .Και πάλι και πάλι και πάντα.
Απάνω του .Εμπρός στον αγώνα

εικόνα : ξυλογραφία του Τάσσου δημοσιευμένη στα Ελληνικά Γράμματα 16 .11.1940

Advertisements

α χα !

που ‘ λεγε χθές βράδυ στην σκοτεινή αίθουσα ο Τζάρμους .
Εξακολουθεί η μαυρίλα Θόδωρε
να χτυπά απαίσια τις καμπάνες
να ωρύεται και να κουνά το δάκτυλο .
Εμείς εδώ όμως .
Τραγουδάμε και τη φωνή μας την παίρνει ο αγέρας
και την ταξιδεύει στο μέλλον

το γεύμα των Χριστουγέννων

Φωτογραφία του Θύμιος Παλάντζας.

Άπαντες κάθονται στο Χριστουγεννιάτικο γεύμα .
Κάποια είναι ειρηνικά και πλούσια , λιγότερο πλούσια ,φτωχικά .
Πολλά αγόρια και κορίτσια τραγουδάνε στις πόλεις της χώρας μας
εδώ και μερικά χρόνια σαν σύνθημα έναν πανέμορφο στίχο
που λέγεται αλληλεγγύη .
Προσφέρουν άπειρες ώρες από τον χρόνο τους στον διπλανό τους.
Είτε είναι πρόσφυγας και μετανάστης είτε άνεργος – φίλος .
Αν ανοίξεις τα μάτια σου και το μυαλουδάκι σου θα τα δεις .
Βρίσκονται εκεί που δεν έχει θέση η μισαλλοδοξία .
Το δικό μας γεύμα το σημερινό μπορείς να το πεις και πλούσιο
σαν αυτά των παιδιών στις γειτονιές .
Και είναι πλούσιο διότι έχει και την αγάπη την ανιδιοτελή από φίλους
που το πλούτισαν με την καρδιά τους βάζοντας το κρασί
το τυρί το ελαιόλαδο και το κρέας από την γη τού νησιού .
Χρόνια Πολλά παιδιά

Πρός περιφερειακή οργάνωσην μπαξέδων Ε.Α.Μ , Ζβέρδιας και Κότζινου

 

13923854_10209193554148539_4030418970433526334_o

Συναγωνιστές σας γνωρίζουμε ότι παραλάβαμε
τα παρακάτω είδη απ τους μπαξέδες σας .

20 κιλά ντομάτες που μοσχοβόλαγαν γη ( είκοσι )
2 βάζα ελιές ( δύο )
8 κουκνάρες ( οχτώ )
15 κιλά πατάτες με το χώμα του χωραφιού ( δέκα πέντε )
4 κιλά πιπεριές καφτερές ( τέσσερα )
2 Γαλοπούλες αποκεφαλισμένες (δύο )
5 κεφάλια μελίχλωρο (πέντε )
5 κιλά αμπελοφάσουλα ασπρομύτκα ( πέντε)
10 κιλά φασούλια πλακουτσοτά ( δέκα )
3 λίτρα κρασί βαρελίσιο μπρούσκο ( τρία )
3 λίτρα κρασί βαρελίσιο άρωμα ( τρία )
5 κιλά κρομύδια ( πέντε )
10 κιλά αχλάδια ( δέκα )
1 σακούλι στάρι ( ένα )

γιά την οργάνωσην Ε.Α.Μ Βόλου .
υπογραφή : καπετάνισσα… Μαρούλα13923423_10209193558228641_8360613486053084520_o

ΣΗΜΕΙΩΣΗ . η δεύτερη φωτογραφία ,απο το βιβλίο
τού Αριστείδη Τσοτρούδη Η Γερμανική Κατοχή μέσα από τα αρχεία του ΕΑΜ ΛΗΜΝΟΥ

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ Π .Α . ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΙΑ (απόσπασμα)

DSC07147

Γιάννης Ρίτσος

Κατηφόρισαν με σκισμένα χιτώνια, με παλιά ντουφέκια
δίχως ψωμί στο γυλιό δίχως σφαίρες .
Μονάχα με μικρά οργισμένα ποτάμια κλείναν τα περάσματα
πίσω τους .

Είχαν βαδίσει μήνες και μήνες πάνου σ’ άγνωστες πέτρες
πάνου στο χιόνι μαζί με τις ελιές τους και τ’ αμπέλια τους –
άλλος άφησε κει πάνου ένα πόδι ένα χέρι
άλλος ένα μεγάλο κομμάτι απ ‘την ψυχή του
καθένας κι έναν η πιότερους νεκρούς .

Ύστερα γύρισαν με τις πληγές και τα κρυοπαγήματα
θάψανε τα ντουφέκια τους στα βράχια , στο χιόνι ,
στις κουφάλες των δέντρων
στο αχούρι , ανάμεσα στέγη και ταβάνι ,στη σκοτεινή αποθήκη
που βγάζει στο πίσω μέρος της νύχτας με ένα
μικρό λαδοφάναρο υπομονή .