Θάνατος παλληκαριού


Κανείς δεν έπεσε να κοιμηθή ΄ όλοι αγρυπνούσαν .
Που να κλείσουν μάτι τέτοια χρονιάρα νύχτα .
Νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής .
Ό τι πέρασαν τα μεσάνυχτα , βουβές οι καμπάνες και στις τρεις εκκλησούλες του Θαλασσοχωριού .
Σωπαίνουν κ ‘ οι καμπάνες για του Χριστού τα πάθη ,
σα νάχουν κι αυτές ανθρώπινη ψυχή και δεν μπορούν απ ‘ το βαθύ καημό τους ούτε να ξεφωνίσουν .
Μόνο τα ξύλινα τριτσόνια ξεκουφαίνουν τον κόσμο στων παιδιών τα χέρια ‘τρέχουν τα παιδιά , κι από γειτονιά σε γειτονιά , κι από πόρτα σε πόρτα ,και τα χτυπούνε με κακό και με φωνές .:
Ώρα για την εκκλησιά ! Ώρα για την εκκλησιά ! Κ ‘ οι λιγοστοί που απομένουν βάρυπνοι , πετούνται ξαφνισμένοι και τρέχουν στο παράθυρο , θαρρώντας πως γλυκοχαράζει και πως περνάει κάπου ο επιτάφιος .
Για την αγάπη του Χριστού , μια φορά το χρόνο , τη μεγάλη Παρασκευή βουβαίνοντ ‘ οι καμπάνες του Θαλασσοχωριού – εκείνες μόνο – γιατί απ ‘ άκρη σ ‘άκρη το Θαλασσοχώρι σηκώνεται στο πόδι , για την αγάπη πάλι του Χριστού ,
μια φορά το χρόνο ,τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής .
Έτσι κ ‘ εκείνη τη νύχτα γυναίκες κι άντρες , άλλοι χώρια κι άλλοι μαζωχτοί , έβγαιναν απ ‘ τα σπίτια , από τους καφενέδες , και σκορπίζονταν εδώ κ ‘ εκεί κατά τις εκκλησιές .
Οι περπατησιές βαρυχτυπούσαν στα καλντερίμια κι ολοένα εμάκραινε τους ήχους ο αντίλαλος της νύχτας .
Κ ΄ η νύχτα , δροσοστάλαχτη , απριλιάτικη , μ ‘ένα φεγγάρι νυστασμένο , που πάει να βασιλέψη και χύνει αχνότερη γι ‘ αυτό τη λάμψη του στα μαύρα και ξασβέστωτα παλιόσπιτα και στα στραβά σοκάκια που , λίγη – περισσή , ποτέ κ ‘ η λάσπη δεν τους λείπει .
Οι εκκλησιές ολόφωτες με πόρτες ορθάνοιχτες .
Κάπου – κάπου ξεχύνονται ως έξω η φωνή του αναγνώστη ,πριν αρχίσουν οι θρήνοι ..
Αλλά το μεγάλο πανηγύρι γίνεται απ ‘έξω απ’ τις εκκλησιές .
Γύρω σε φωτιές μεγάλες , θρεμμένες με ρετσίνα ,με κληματόξυλα , με σανίδια με φρόκαλα , με σκαφίδια και με κοφίνια της μπουγάδας , και κάπου – κάπου μ ‘ολόκληρο παραθυρόφυλλο – αλίμονο στα χαμηλά σπιτάκια και στις ασυλλόγιστες νοικοκυρές ,
τη νύχτα εκείνη ! – γύρω σε φωτιές , του κόσμου τα παιδιά και τα παλιόπαιδα , και μέσα στα παιδιά κι άντρες με μουστάκια πηδούνε , τρέχουν , αλαλάζουν , δαιμονίζονται ‘
κι αστραποβολούνε στα σκότη και βροντοχτυπούνε στην ησυχία οι σαλιόρες και τα χαλκούνια – σώσον Κύριε !
κ ‘ οι τρακατρούκες και τα χαιμαλιά , με τέχνη καμωμένα από καλάμια κι από χοντρόχαρτα , και γεμισμένα με μπαρούτι , με μπαρούτι ατέλειωτο .
Δίσκος για το μπαρούτι γύριζε μέσα στις εκκλησιές .
Άντρες και παιδιά φωτοκάιγονταν μ ‘εκείνα , της φωτιάς τα σύνεργα , για την καλη χρονιά . Μπαρούτι μύριζε το Θαλασσοχώρι κ όι ενορίτες με τους ενορίτες στέκονταν αμάν για πόλεμο . Δεν ήταν μόνον οι εκκλησιές ανοιχτές ,την ώρα εκείνη . Εδώ κ ‘εκεί πρόβαλλε μισανοιγμένο κάνα μαγερειό ,κανένας καφενές .Όσο νάρθ ‘ η ώρα που θα βγη ο επιτάφιος , ως τις τρεις το πρωί , όλος ο κόσμος δε μπορούσε να περνά την ώρα του ολόρθος μες στην εκκλησιά !
Μ ‘ένα βαρύ – γλυκό μ ‘ένα μεζέ και δυο ρουφηξιές
«Κοτζινιώτικο… » κρασί , καταπιάνεται κανείς ύστερ ‘από τη νηστεία και παίρνει δύναμη για να συντροφέψη τον επιτάφιο .
Κι έτσι σιγά – σιγά οι παρέες τραβιούνταν κατά τις εκκλησιές με δροσισμένο στομάχι . Τελευταία είχε ξεχαστή στο κρασοπουλιό του Ψημένου μια συντροφιά χαρούμενη : o Μήτρος ο Ρουμελιώτης , ο Γιαννακός ο Ταρνάναμας , ο Μάρκος ο Κανίνιας και το παιδί της Χαρίταινας , που κανείς δεν τόκραζε με τ ‘ όνομα του ,όσο που και το ίδιο το ξέχασε κι άκουγε μόνο σαν τον φώναζαν » η Ταρία Ταρέλα «
Κ’ οι τέσσαρες θαλασσινοί ‘ ο πρώτος είχε ψαροκάικο ,
ο δεύτερος δούλευε στο ψαροκάικο του πρώτου , ο τρίτος ταξίδευε με τις μαούνες ,
και η Ταρία Ταρέλα ήταν ψαράς .
Και οι τέσσαρες , εικοσιπέντε χρονών κι αδερφωμένοι από τα μικρά τους χρόνια .
Το κρασί κ ΄η κουβέντα τους άναψαν το κεφάλι , κι αν δεν ήταν Μεγάλη Παρασκευή , θα τόσκουζαν . Το τραγούδι μισογαλινό , απαλά -απαλά κι αθέλητα ξεφύτρωνε στα χείλη τους τέτοια νύχτα .
Στα ύστερνά κατάλαβαν πως άργησαν . Στον Αι Νικόλα , λίγα ποδάρια παρέκει από το κρασοπουλιό , άρχισαν κ ‘έψελναν : Αι γενεαί αι πάσαι. Ο Ψημένος έστεκε στο φτερό για να κλείση . Πεταχτήκανε στη στιγμή . Βρεθήκανε στο δρόμο .
– Μωρέ ξέχασα τα βεγγαλικά ! φωνάζει ο Κανίνιας
Τα βεγγαλικά τα είχαν για να τ ‘ανάψουνε στον επιτάφιο .
– Στα πόδια του τραπεζιού τ ‘απίθωσα , ζερβά στην αγκωνή ,
λέει ο Μήτρος ‘ στάσου και στα φέρνω .
Και βιαστικός έκανε να γυρίση στον καφενέ .
Μα γυρίζοντας ,γλυστράει στο πεζούλι απάνου και ξαπλώνεται μακρύς -πλατύς και , γκόπ ! ακούστηκ ‘ ένας ξερός κρότος .Τρία ξέσκαστά γέλια ξέφυγαν από τα στόματα του Μάρκου , του Γιαννάκου και της Ταρίας , και μια φωνή , ένα «σκοτώθηκα» από το στόμα του Μήτρου .
– Καλά , αδερφέ που σκοτώθηκες ! … Σήκω τώρα ‘ μήπως χτύπησες ;
– Μωρέ , σκοτώθηκα ! Δεν μπορώ να σηκωθώ !
Δεν με πιστεύετε ; * απόσπασμα : ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

( Στους φίλους , στα παιδιά που λείπουν κι έφυγαν για πάντα από κοντά μας )

Η φωτογραφία του Επιτάφιου από τον φίλο και προέδρο της Ομοσπονδίας Λημνιακών Συλλόγων Αντώνη Καραγιάννη από τα χωριά της Σκάλας Λήμνου , Φισίνη – Αγία Σοφία -Σκανδάλι .

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s