O δραπέτης

του Σταύρου Βαβούρη

Αποτέλεσμα εικόνας για dead man jarmusch

Με ξύπνησαν σπαρακτικές φωνές .Μαζί με τη μαμά πού θρηνούσε ,
συγγενείς ,γνωστοί και φίλοι μπαινοβγαίναν στο δωμάτιο μου
κι ε΄καναν φασαρία ,που προηγούμενη της δεν θυμόμουνα .
Μου φάνηκε πολύ παράξενο που δεν άκουσα τη φωνή μου όταν δοκίμασα να μιλήσω
για να καθησυχάσω τη μαμά . ήμουνα κατά κάποιο τρόπο έξω από το λαιμό μου ,
όπως άλλωστε κ’έξω απ’ όλο μου το σώμα ,που ήταν ξαπλωμένο ,ακίνητο στο κρεββάτι ,
όπως όλων των νεκρών .
Δεύτερη έκπληξη μου : Είχα μια καθολική εποπτεία : Τούς έβλεπα δηλαδή όλους παντού ,
πηγαινορχόμουν απάνω απ’ όλους ,αλλά κι ανάμεσα τους , χωρίς ωστόσο να αισθάνωμαι
πως τους άγγιζα ( ενώ τους άγγιζα ) η ότι μ’άγγιζαν εκείνοι .
Ναι , τούς έβλεπα όλους κ ‘αισθανόμουνα περίεργα κι αστεία ( γιατί δεν με διέκρινε κανείς τους , ) και δεν είχα συνειδητοποιήσει την τρομερή αλλαγή .
Πρός το παρόν ,προσπαθούσα επιμόνως να πλησιάσω τη μαμά , αλλά , μέσα στον παροξυσμό που επικρατούσε ,κατάλαβα πως έπρεπε ,για την ώρα ,να αποκλείσω την προσέγγιση αυτή . Άλωστε , θύμωσα κάπως μαζί της στο τέλος , γιατί δερνόταν σχεδόν δίχως λόγο . Έτσι πίστευα τουλάχιστον εκείνες τις ώρες και ως τις στιγμές του ενταφιασμού
Το μεγάλο κακό έγινε στην κηδεία , οπότε η απόγνωση της μαμάς κ ‘ φρίκη τού ενταφιασμού ,αφού με φόβισαν και μένα αφάνταστα ,με υποχρέωσαν ,παγωμένο από τον τρόμο , ν’αρχίσω να εκτιμώ και να εννοώ τη σοβαρότητα της νέας μου καταστάσεως .
Η μαμά σπάραζε ,εγώ την τραβούσα και της μιλούσα ακατάπαυστα ,έχοντας τη γνώμη πως αντί να κλαίη θα ήταν προτιμότερο να αντιδράση και να εμποδίση όσα έκαναν στο σώμα μου , που καθώς φαίνεται το θεωρούσα προσωρινά ξεχωρισμένο από μένα .
Όταν πάντως έριξαν το τελευταίο xώμα ,και το εσκέπασαν τελείως ,έμεινα αποσβολωμένος
πάνω στον τάφο τόσο ,ώστε όταν ξαναθυμήθηκα να διαμαρτυρηθώ στη μαμά ,ήταν αργά ,γιατί στρέφοντας πρός την πόρτα τού νεκροταφείου , είδα τούς στενότερους συγγενείς να την βοηθούν να μπη σ’ένα ταξί – και φυσικά εκώφευσε και πάλι στις φωνές μου να σταματήση και για μένα .
Τότε όμως κατάλαβα πως ήμουν υπό παρακολούθησιν το λιγώτερο . Γιατί ,εκνευρισμένος από το να μη μ’ακούη ,να μη μ ‘αντιλαμβάνεται κανείς , καθώς ένευσα βλαστημώντας σ’ένα άλλο ταξί , μια παλάμη κρύα και σκληρή σαν σιδερένια μού έπιασε το χέρι
πού είχα υψώσει από τον καρπό , κ’έκλεισε γύρω του διακριτικά , αλλά με τόση σταθερότητα που απέκλειε οιαδήποτε αντίσταση .
Γύρισα το κεφάλι εξωργισμένος :
-Τι σημαίνει αυτό ; ρώτησα έξω φρενών .
Πίσω μου ,δυό άνθρωποι με στολή , μ’ατένιζαν με συνωφρυωμένη σοβαρότητα :
– Σείς , δε θα πάτε μ’αυτούς πρός τα κεί ,είπε ο πρώτος .
Θα βαδίσετε πρός τα εδώ –
κι έδειξε μια κατεύθυνση τελείως αντίθετη
από εκείνη πού έπαιρναν τ’αυτοκίνητα με τούς βιαστικούς τεθλιμένους .
-Γιατί ; Μήπως είμαι υπό κράτησιν ; ρώτησα με όργίλη ειρωνεία .
Κοιτάχθηκαν μεταξύ τους χωρίς έκφραση :
– Μα δεν καταλαβαίνει λοιπόν ; ρώτησε κείνος πού δεν είχε μιλήσει .
– Είναι δυνατόν ; ανταπέδωσε ο άλλος την ερώτηση ,και συνέχισε με αόριστη λύπη,θάλεγε κανείς , στη φωνή του :
– Πιθανόν όχι .Είναι καινούριος . Θα εννοήση γρήγορα … Πηγαίνομαι !
– Τι θα καταλάβω ; Τι να εννοήσω ; Εξηγήστε μου αμέσως ! Είμαι κρατούμενος ;
Όταν έγινε τελείως βράδυ ,άρχισαν ν’ανάβουν τριγύρω κάτι λαμπιόνια ,μικρά και θαμπά ,που μόλις μετά βίας βοηθούσαν τα μάτια . Τότε διαπίστωσα πως βρισκόμουν
σ’ένα μεγάλο ,απέραντο σταθμό ,ανάμεσα σ’ένα επίσης μεγάλο πλήθος ανθρώπων ,
με ποικίλη ψυχολογία και συμπεριφορά .
Παραδείγματος χάριν ,άλλοι έστεκαν σαν αφηρημένοι και μοναχικοί , άλλοι έκλαιγαν ζητώντας από τους ολότελα αμέτοχους ,σαν κωφάλαλους υπαλλήλους – φρουρούς ,
μια αναβολή μια άδεια . Περιμέναμε τραίνο ; Πλοίο ; Δεν ήταν δυνατό να μαντέψης .
………………………………..
Κοίταξα τους υπαλλήλους ,πνιγμένους με τον κόσμο ,έκανα πιο αργό το βήμα μου ,πιο αδιάφορο το ύφος μου ,και για μια στιγμή ,γέρνοντας τον ώμο μου στο πορτόφυλλο ,
γλίστρησα , χίμηξα έξω κι άρχισα να τρέχω μ’ όλη μου τη δύναμη πρός τα εκεί
που είχε φύγει το ταξί το απόγευμα , με τη μαμά και τους στενούς συγγενείς .
Έφτασα στο σπίτι με την ψυχή στα δόντια κι αναστατωμένος άπλωσα σχεδόν το χέρι μου
στην τσέπη , να βγάλω το κλειδί . Συνήλθα αμέσως , κι όπως ήμουνα σε θέση πια να ξέρω πως ήταν εύκολο να φτάσω απ’ οπουδήποτε στο δωμάτιο της μαμάς ,σκαρφάλωσα από τον τοίχο , ως στο μπαλκόνι . Στάθηκα λίγο δίπλα απ’ την ανοιχτή τζαμόπορτα .
Δεν θα τρόμαζε βλέποντάς με , μες στη νύχτα , ξαφνικά ;
( Το είχα συνειδητοποιήσει πιά : ήμουν νεκρός ! )
– Μαμά … μαμά … ψιθύρισα . Δέν άκουσε … Προσευχόταν ,κλαίγοντας ακόμη … Μπήκα .
– Μαμά ! ,της μίλησα πιο δυνατά .
Δεν αντελήφθη τίποτα και πάλι ! Πέρασε το νυχτικό της , με λυγμούς πάντοτε ‘
πέρασα μπροστά της και την έπιασα από τούς ώμους :
-Μαμά , μαμά , επί τέλους !
Τίποτα ! Ξάπλωσε και παρ’ όλες τίς διαμαρτυρίες μου και τίς εκκλήσεις μου
άρχισε να βυθίζεται στόν ύπνο ….
-Και όμως ,λέγατε πώς μ’αγαπάτε όσο τίποτα στόν κόσμο !
φώναξα απεγνωσμένα .
Αποκοιμήθηκε τσακισμένη απ’ τις συγκινήσεις της ημέρας , δίχως τίποτα να δείχνη
ότι ένιωσε ούτε και το σφοδρότερο τράνταγμά μου .
Έμεινα εκστατικός . Ήταν φανερό πιά . Χρειαζόμουν τα χέρια μου , τη φωνή μου !..
Αλλιώς ,πως θα την έπειθα να με βοηθήση ; Πώς θα με αντιλαμβανόταν ;
Τα χέρια μου , τη φωνή μου , τη ρίζα τους : την καρδιά μου ! Πού ήταν ;
Πήρα τούς δρόμους , τρελός .
Οι υπάλληλοι –φρουροί με βρήκαν να σκάβω τον τάφο μου , μ’απόγνωση
που μεγάλωνε όσο δεν κατώρθωνα ούτε ένα βώλο χώμα να μετακινήσω .
Κοιτάχθηκαν μ ‘ανείπωτη κατάπληξη :
-Ελάτε ! ..Αυτά τα πράγματα είναι ανόητα , μου είπε ο ένας . Καθυστερήσατε το αποψινό δρομολόγιο , δίχως λόγο και δίχως ελπίδα . Θα βρούμε όλοι τον μπελά μας .
Σηκώθηκα , καθώς μ’έπνιγε το κλάμα . Ο άλλος έβαλε το χέρι του στον ώμο μου ,
χαμογελόντας πικρά …
Στο σταθμό παρήλασα ανάμεσα τους , σ’όλο το μάκρος της παρατεταγμένης φάλαγγας που ήταν έτοιμη να ξεκινήση . Όλοι έστρεφαν και με κοίταζαν σαν τέρας
-Είναι ο δραπέτης ,άκουσα να ψιθυρίζη κάποιος θαμπωμένος .
– Ο Δραπέτης ! Ο Δραπέτης ! αντήχησε πολλές φορές η κούφια μεγάλη αίθουσα .
Ο Κύριος στό γκισέ μ’αναμέτρησε με κατάπληξη και αποτροπιασμό :
-Αυτό ήταν πρωτοφανές , έστρεψε κ ‘είπε σ ‘ένα φύλακα .
Ναυαγούσα σ ‘ένα πέλαγος δακρύων . Δεν διέκρινα τίποτα πίσω από το υδάτινο
παραπέτασμα τους .
-Στη θέση του ! …. Φεύγετε ! … άκουσα να διατάζη στόν ίδιο τόνο .
Μ ‘άφησαν ανάμεσα στη Μελίντα και στη γυναικούλα , πού δεν τόλμησαν
ούτε λοξά να με κοιτάξουν .
Οι λυγμοί με συγκλόνιζαν και μ’έκαναν να χάνω τα βήματα μου , να παραπαίω ..
όπως δινόταν εκκωφαντικά τό σινιάλο για να ξεκινήσουμε .

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s