Οι Ερινύες

Φωτογραφία του Θύμιος Παλάντζας.

Ρένου Αποστολίδη .    ( απόσπασμα )

Πως τόκανα γω τέτοιο λάθος .κι δεν το σκέφθηκα ,δεν πήγε ο νούς μου .τι θα μπορούσε να συμβή με τη χοντράδα και το άψητο μες στη ζωή της ανιψιάς μου ! Άκου να δής : Ήταν ν’αφήσει η μάνα μου -ογδόνταοχτώ χρονώ ,με τον πατέρα μου εφτά χρόνια κιόλας πεθαμένο – για πάντα πια το σπιτικό της -το σπίτι μου το πατρικό ,κει παρακάτω λίγο και να πάει να ζήσει με τον αδερφό μου ,νάχει τη φροντίδα της πρώτης νύφης της και προπάντων της αγγόνας της.
………….. Πάμε ! πάμε μού έλεγε και ξανάλεγε .
Ε ,κ ‘η αγγόνα :
– …Σωστά …Γιαγιά είν ‘ αυτή,λέει ,κι ανθρώπ ‘είμαστε !…Βέβαια και θα τήνε φροντίζουμε -όλα της θα τάχη !και το δωμάτιο της το ξεχωριστό (φτάνει να νοικιάσης εσύ ,που την ξεφορτώνεσ ‘έτσι, μεγαλύτερο σπίτι να μένουμε ) ,μα να πέφτη κ’η γιαγιά όλο το μπερντέ της παρακαλώ : τη σύνταξη τα επιδόματα ,τα επικουρικά ,
και όλα τα μυστήρια και τις παναγίες της τέλος πάντων ,απ’ όπου παίρνει ,ό τ ι π α ί ρ ν ε ι – τ α π ά ν τ α τ η ς ! Έτσι ; ..Ξηγημένα , μιλημένα !…
-Βεβαίως και θα τάχετε …
-Όλα !…Τα πάντα της !..
-Τα πάντα …
-Και …κοίτα να δής :στο καινούριο σπίτι δε θα κουβαλήσουμε όλη την παλιατσαρία και τα κουτσομπάρδακα της γιαγιάς .
Πρωί ,δέκα , μου τηλεφώνησε :
-Για σπάσε κι εσύ κατά δω ,γιατί η γιαγιά δεν αφήνει ! Τούτο το θέλει και τ’άλλο το χρειάζεται μου λέει .Και όλλα είναι παλιατζούρες βρωμοκούρελα -τι τα φυλάει ;.. Της τα πετάω κι αυτή μου τα ξαναμαζεύει !
Πήγα .
Και εκεί με περίμεναν οι Ερινύες ύστερα από είκοσπέντε χρόνια:
Όλο το σπίτι της μάνας μου ανάστατο Όλα τα παράθυρα διάπλατα ,οι πόρτες ανοιχτές κ’η οξώπορτα ! Κ ‘οι ντουλάπες όλες ανοιχτές ,
και τα συρτάρια όλα τραβηγμένα ,πεταμένα χάμω ,ανακατωμένα !…
Και το κάθε τι βγαλμένο ,αρπαγμένο βάναυσα ,συρμένο απ’τη θέση του όξω ,τσαλακωμένο ,κλοτσημένο -να φύγη να χαθή – μ’έσχατη περιφρόνηση και προστυχιά και προσβολή ! ..
Όλ’ ανοιγμένα ,ξεδιπλωμένα ,μπερδεμένα ,πατημένα , παρακλοτσημένα – για τα σκουπίδια !
Κ’ η μάνα μου στη μέση ,πικρογελούμενη και χορευτικά απαγγέλοντας ,κάνοντας πότε πότε και καμιά -δυο στράκες με τα κοκαλιάρικα της δάκτυλα ,σα να το γλένταγε σε ξεφάντωση ! αυτή που δε πάταγε μια ζωή το πόδι της σ’εκκλησιά ,δεν είχε σχέση την παραμικρή με ψαλμούς και τροπάρια , μωρέ το γλένταγε ,το γλένταγε αυτοσαρκαστικά ,μαζοχικά , και περνοδιάβαινε ,πεταχτή ακόμα η γριούλα μου ,ανάμεσα στα ρημαγμένα της καλά φορέματα ,καλά ταγιέρ ,καλά παλτά και σάλια ,και σκόρπια παπούτσια ,αφόρετα ,σαν πνεύμα τρελλό , ξωπαρμένο , καταδιασκεδάζοντας τραγουδιστά ,ψέλνοντας :
– Διαμερίσαντο τα ιμάτια μου ..και επί τόν ιματισμόν μου έβαλον κλήρον !..
Και βρισκότανε μπροστά μου ,κι έκανε πάλι μια-δυο στράκες ,ψευτοχοροπηδηχτούλα ,και μου συμπλήρωνε -με μάτια γελούμενα ,μα που άστραφταν μέσα , με φλόγες μαβιές μου φάνηκαν
(σπαθιά η ατσάλια ; ) – κι ήταν υγρά τα μάτια της και περιγελούσαν !
(ποιον περιγελούσαν ; ποιον έσφαζαν ; ) :
– Ότι εκύκλωσάν με κύνες πολλοί – άκου ! όλ’αυτά τα παπαδίστικα
η μάνα μου (που τάξερε ; ) , μια ζωή με φίλαξε από τη βλακεία κάθε πίστης
( : Μάνα ,δε θα μου το κουτιάνης εσύ το παιδί ! τη θυμάμαι να το ξεκόβη της μάνας της ,πέντε χρονώ σαν ήμουνα :Δε θα μου το ξαναπάρης στην εκκλησιά ! – ) και το συνέχιζε ψευτοψέλνοντας : Ώρυξαν χείράς μου και πόδας ,εξηρίθμησαν πάντα τα οστά μου …
και εις χούν θανάτου – πως λέει γιόκα μου ; συμπλήρωστο εσύ ,που το ξέρεις ! ( εγώ ; το ξέρω ; δέν είμαστε καλά ! ) –
εις χούν θανάτου κατήγαγες με ,δεν μπορεί να μην το ξέρης ! …
– Πάψε μάνα ! της λέω αγριεμένος .. Σταμάτα ,ρε .κι εσύ , να δούμε τι θέλει !
Σταμάτησε κείνη ,ξαναμμένη απ’το πέταμα και το παραγιόμισμα τσουβαλιών για τα σκουπίδια με τα φορέματα και τα ρουχικά της μάνας .
Κ’ η μάνα χοροπήδαγε :
Εκύκλωσάν με κύνες πολλοί ,.και διαμερίσαντο τα ιμάτια μου !
-Πάψε , μάνα ! της φωνάζω .Τι θές ; ..
Μα είναι κ α ι ν ο ύ ρ γ ι α ! μου λέει . Ε ί ν α ι κ α ι ν ο ύ ρ γ ι α !
Κ’ήτανε σαν παιδούλα ,σα νυφούλα η έρμη ! Κι έσφιγγε στο στήθος της ένα ταγιέρ από σεττακρούτα – Είν ‘ ολοκαίνουργο !..
Να ! ..Είν ‘ολοκαίνουργο ! Μια φορά ,όλη κι όλη , τόβαλα !..
Τότε που πήγαμε στη Σπάρτη εκδρομή με τον πατέρα σου ,στο Μυστρά ,δε θυμάσαι ; – και με παρακάλαγε η μάνα μου η ίδια ,
το παιδί της σαν κατή παρακάλαγε να της δώση δίκιο , να της αφήση το καλό της το καλοκαιρινό – Είν αφόρετο , γιόκα μου !…Να ! Είν άθιχτο ! και μου τ’άπλωνε ,με τρεμάμενα χέρια ,κάτω απο τα μάτια μου ,παρακαλώντας με ,το γιό της , με τα πιό γλυκά της βλέμματα –
εκλιπαρώντας με να της τ’αφήσουμε ! …
Και γω να μην ξέρω απο υφάσματα -λες και χρειαζότανε το κτήνος να ξέρω ! λες και χρειαζότανε να εξετάσω ,να δικάσω , ο Πιλάτος το αίτημα της μάνας μου ( που ποτέ της δε νοιάστηκε στη ζωή της για ρούχα και για φορέματα και στολίδια και λούσα η δόλια ! ) –
κι ορμάει ,πάνω κει ο βάρβαρος ,ο θηλυκός Αττίλας ,και της τ ‘αρπάει με δύναμη απ’τα χέρια ,της το ξεκαρφώνει απ’το στήθος που τόσφιγγε η γριά παιδούλα μου ,και της το χώνει κάτω απ’ τη μύτη ,της το κολλάει στα μάτια και της φωνάζει :
– Ε ! αυτό ! ; Αυτό γριά ,είναι καινούργιο ; αφόρετο ; Δεν το βλέπεις που τόφαγε ο σκόρος , ε ; δεν το βλέπεις ;.. Να ! Εδώ ! κ’εδώ ,
κ’εδώ , κ’εδώ -το βλέπεις ; Αλλά βέβαια ! Σ τ ρ α β ώ θ η κ ε ς !
Και της το πετάει χάμω ,μπρός στα πόδια της -και γυρνάει και σακκουλιάζει άλλα ,βλαστημώντας , μουγκρίζοντας έξαλλη …
Και να λέει κείνη περσότερο τρέμοντας τώρ’ απ’ την ταραχή της :
-..Ο σκόρος ;… Ο σκόρος ; …Πως ο σκόρος ; που εγώ ..τά ‘ χα
πάντα όλα στη ναφθαλίνη …-δεν είναι δυνατό ! ..Πως ο σκόρος ;
– Να !να ! να της φωνάζει άγρια ,γυρνώντας και ξαναγυρνώντας μ’άλλα στα χέρια ,και της τα κολλάη κι αυτά κάτω απ’ τα γεροντικά της μάτια ,πούτρεχαν τώρα βρύσες ,ποτάμια -να !..
Άμα δεν βλέπεις ,να μη μιλάς !Παλιοκούρελο είναι κι αυτό ,και το φυλάς ! Κι αυτό παλιοκούρελο (και το σακούλιαζε ) Αμέ τούτο ;
Θα το βάλεις στο Μυστρά να πας σεινάμενη – κουνάμενη ;Και την παράσταινε δήθεν πρόστυχα . ) Πως θα το βάλης που κόντυνες ; Δεν βλέπεις πόσο κόντυνες ; Κόντυνες κόντυνες και θα το πατάς !
Η μέση σου έχει κατέβη στον πισινό – νάτη η μέση σου !
Να !στον πισινό η μέση του ταγιέρ ( Και της το προβάρει πάνω της ,τάχα , βγάζοντας και τη γλώσσα απο πίσω της -να την δω εγώ . )
θα πάει στο Μυστρά με δαύτο !( Και το σακκουλιάζει κι αυτό ,και γυρνάει τη πλάτη της και τρέχει γι άλλα !…
Κι η γριούλα η μάνα μου τρέμει , τρέμει σαν φύλλο τώρα συλλαμβάνοντας και στα δικά μου μάτια – και στα μάτια του παιδιού της του ίδιου τ’ αντικειμενικά , να πάρη ο διάολος τα μάτια , που την πεθαίνουν έτσι τα ίδια , και του παιδιού της τώρα τα μάτια την πεθαίνουν , θέλουν δε θέλουν , με την αλήθεια ! – συλλαμβάνει πόσο κόντυνε πράγματι ,..πόσο κόντυνε !..
-Μα πως εκόντυνα ; μου λέει . Π ω ς ε κ ό ν τ υ ν α ; …
Η μάνα μου η πανύψηλη που τη θυμάμαι ! Πού την έβλεπα να φτάνει τη λάμπα , θεόρατη , σα θεά .. και μίλαγε , μίλαγε ,κάτω από το φως κάτω απ’ τις αστραπές τού αμιάντου , στόν πατέρα !
μίλαγε ορμητικά ,δυνατά , με απόφαση ! κι ο πατέρας την άκουγε !
……………Και τώρα να ! Της τελειώσανε τα λόγια !
Και με κοιτάει στα μάτια παρακαλεστικά , να της αφήσω το φόρεμα της , κι ας είναι κι απ’ το σκόρο φαγωμένο ,κι ας είναι μακρύ !
Μου ζητάει χάρη , η μάνα μου !
Η μάνα μου χάρη από μένα !
Κι είναι αυτή τώρα μικρούλα -ελάχιστη μπρός μου !
Αυτή απροστάτευτη , με το καλό της το καλοκαιρινό να της το παίρνουνε , να της το πετάνε !..
– Πάψε ! …της κάνω της άλλης . Ας ‘το ταγιέρ χάμω (που τόχε ξαναπιάσει ,για να το στείλη πια στα σκουπίδια ). Ας το αφού σού λέει ! .. Και μην την ξαναπής γριά ! άκουσες
Με κοίταξε απορημένη -σα να της έφευγα κ’εγώ κάπου στην τρέλλα
και στα γεράματα της γιαγιάς – κούνησε το χέρι της έτσι : Άιντε -άιντε ,πάς κι εσύ ! και γύρισε τη ράχη της σίφουνας ,να τσουβαλιάση όλα τ’άλλα το χοντροθήλυκο …
Άνοιγε άθιχτα κεντητά τραπεζομάντηλα – σάμπως καταλάβαινε ο ούννος από κεντήματα στό χέρι τι ξεδίπλωνε ;- και τάστρωνε χάμω ,σαν της τελείωσαν τα σακκούλια ,και με δαύτα έκανε τους μπόγους και τους κλότσαγε να πάνε κάτω τη σκάλα , να τα πάρη ο θυρωρός για τα σκουπίδια !…
Ο θυρωρός , ο ξένος άνθρωπος ,ήταν αλαλιασμένος ,ταραγμένος , και τα μάζευε , με κοίταγε στα μάτια όποτε ξανάφτανε πάνω να πάρη κι άλλα – ξέφευγα τα μάτια του , κ’ είχα σκύψει στη μάνα μου, πάλευα να της πω , να τη γλυκάνω :
-Mάνα ,.. δεν ξέρω γω απ’ αυτά ,…άσ’την να ξεδιαλέξη …Αυτή γυναίκα είναι … ξέρει ! Κ ‘έπειτα… ότι καλό ,..πού φοριέται ,…
θα το κρατήσουμε – στο υπόσχομαι γω !… Τ ί π ο τ α κ α λ ό δ ε θ α π ε τ α χ τ ή – δε θ’αφήσω γω΄! Ν ά ! Έλα να δούμε μαζί !..

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s