Αχγιάτ Ανχάρ

11110373_10205885381126281_52692978306887048_o

Κοίταζα την βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου χθες ,και το μάτι μου
έπεσε σε ένα βιβλίο που είχε τον παράξενο ..τίτλο Αχγιάτ Ανχάρ.
και συγγραφέα την Μαρώ Κάργα .
Μπαίνω στο μαγαζί ,ζητάω να το δω για λίγο ,και βλέπω πως η συγγραφέας
του μεγάλωσε στη Μύρινα ( Κάστρο ) και ότι οι δικοί της πήγαν εκεί
από τη Σμύρνη ,το Αιβαλί ,την Πόλη και την Αλεξάνδρεια
και ότι είναι το πρώτο της μυθιστόρημα ,
το οποίο αναφέρετε σε ζωές που κυλούν σαν τα ποτάμια
στην Κωνσταντινούπολη ,τη Λήμνο , την Αλεξάνδρεια
στα τέλη του 19 ου αιώνα .

( ένα μικρό απόσπασμα )

To απόγευμα ήθελαν τα κορίτσια
να περπατήσουν στον Ρωμαίικο Γιαλό και μορφοντύθηκαν .
Φόρεσαν όλες ρούχα καλά ,που στο χωριό δεν τα ‘βαλαν
ούτε μια μέρα,για ν΄αποφύγουν το κακό μάτι και τα κακά στόματα,
όπως έλεγε η Φρόσω ,που αυτά πολύ τα υπολόγιζε.
Από κει που έμεναν άρχιζε ο Ρωμαίικος Γιαλός με τα αρχοντικά
που ήταν χτισμένα κατά μήκος του .
Δυο απ’αυτά τους φάνηκαν περίκαλα.
Το ένα πολύ κοντά στο σπίτι τους και τ’αλλο στην άλλη άκρη του,
μεγάλα ολόκληρα απο πελεκημένη πέτρα με σκαλιστά φουρούσια
στα μπαλκόνια τους και πορτεσιές,όλα από μάρμαρο .
Τους άρεσαν και τα άλλα με τις χοντρές πορτάρες και τα ξύλινα
χαγιάτια τους να βλέπουν στο κάστρο και στη θάλασσα.
– Με είπε ο Δάλλης ότι εδωνά οι Ρωμιοί είναι κοντά στις τέσσερις χιλιάδες.
Κάμποσοι ανάμεσό τους παραλήδες έχουνε αλισβερίσια με φραντσέζικα
και ιταλιάνικα λιμάνια και κάμνουν εμπόρια με τη Σμύρνη
και με την Αλεξάνδρεια. Τούτα τα σπίτια μπρε κάμνουνε παράδες,
έλεγε η Άννα καθώς τα κοίταζαν.
-Ας είναι να χαρεί λίγο το μάτι μας . Ένα χρόνο σ ‘εκείνο το παλιοχωριό
ξεχάσαμε πως ζούν οι άνθρωποι .
Κι αν δεν πάντρευε η θεία τον πατέρα μας ,ακόμα εκεί θα ήμασταν,
ψιθύρισε η Στέλλα γελώντας στ’ αυτί της Φωτεινής, μα εκείνη
έδειξε σαν να μην τ’ άκουσε .
Απ’ το γιαλό έστριψαν και περπάτησαν μες στα σοκάκια του Ρωμαίικου
μαχαλά κι ύστερα ξαναβγήκαν στα τσαρσιά κι έκοψαν δρόμο
για την προκυμαία .
– Δεν φεύγουμε αύριο , μπρε απόλωλες ,που ούλα τώρα θέλετε
να τα διείτε . Θα σας πρηστούνε τα ποδάρια με τόσους δρόμους
που κάματε απ’ το πρωί και θα γυρεύεται αλατόνερο το βράδυ,
γκρίνιαζε η Φρόσω .Κουράστηκε και ήθελε να γυρίσουν πίσω
μα εκείνες τίποτα . Γνώμη δεν άλλαζαν κι ήταν τόσο χαρούμενες
που βολταρίζανε .
Βρίσκονταν πια στο μπεζεστένι του τουρκομαχαλά ,
κοντά στον Τουρκικό Γιαλό ,όταν είδαν μπροστά την ισκελέ ,
γεμάτη σκούνες και καίκια .
– Τούτο μπρε μάλιστα , είναι λιμάνι , είπε η Άννα .
Όχι σαν εκειό που μας κατέβασε ο Πανάς και μα χολόκοψε.
Μόλις που ακούστηκαν τα λόγια της . Χάθηκαν μέσα στη φωνή του μουεζίνη
που αντιλαλούσε απ’ τον μιναρέ που έστεκε δίπλα τους .
Τούρκοι κατέφθαναν από τ’ αριστερά τους,καθώς κοίταζαν τη θάλασσα,
κι έρχονταν κι άλλοι απ’ τον μεντρεσέ που ήταν πιο κει .
Έβγαζαν τις κεντητές παντόφλες τους ,έπλεναν χέρια και πόδια
στην κρήνη του Μεχμέτ πασά κι έμπαιναν μέσα στο τζαμί.
Στα δεξιά τους ορθωνόταν το κάστρο και κάτω απ’ τη σκιά του
στεκόταν ολόλευκος ο τουρμπές του Νιγιαζί Μισρί .
Κάθισαν κάτω από ένα δέντρο ,έξω απ’ τον κα’ι’φενέ του λιμανιού
που ήταν απέναντι ,και σεργιάνιζαν πια με τα μάτια κουβεντιάζοντας
μέχρι που ο ήλιος έπεσε .
Αυτό το βράδυ το σπίτι σ ‘όλες φάνηκε πιο έμορφο ,όταν μαζεύτηκαν
κι άναψαν τις λάμπες .

11182717_10205885382166307_8620199566989608898_o  11061782_10205885389406488_403726124800534425_o

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s