Ο Λασκαράτος και η ρομπόλα !

00irina_intimissimi-ceb9cf84ceb1cebbceb9ceb11

Μωρέ οι γυναίκες …δε σου λέω πως όλες ,
μα οι περσότερες πάντα , είναι μαριόλες .
Λασκαράτος.

Στη βάρκα που πήδησα για την γραφική πόλη τού Αργοστολίου,
πασπάτεψα το αριστερό μέρος της μπαλαμάνας μου ,
να βεβαιωθώ,πως το πορτοφόλι με τα χρήματα κι η παραγγελιά
τού καπετάνιου βρισκότανε πάντα εκεί ,στην από μέσα τσέπη .
Ύστερα έπιασα κι εγώ το κουπί .
-Άντε ,είπα και του συντρόφου μου, του καμαρότου ,πάμε !…
Να μη χασομεράμε !…
Τραβούσαμε κουπί ,καθένας το δικό του κι η βάρκα γλιστρούσε όμορφα,
σαν πάπια που πλέει πάνω από το γαλάζιο καθαρό νεράκι της ήσυχης
λιμνιασμένης θάλασσας .
Αλαργεύαμε από το πλοίο ,κοντεύαμε στη στεριά .
Δεξιά μας ,στον άλλο κάβο του φυσικού λιμανιού ,ήταν απλωμένη
στην παραλία η άλλη πολιτεία ,το Ληξούρι .
-Ήθελα να πήγαινα κι εκεί ,είπα ,στο Ληξούρι !
– Να κάνεις τι ; με ρώτησε ο καμαρότος .
-Να πατήσω το χώμα που πατούσε κι ο Λασκαράτος !…
– Ο Λασκαράτος ; … Ποιος είναι αυτός ;…
-Ένας αφορεμένος !…
-Αφορεμένος και θές να πάς ;…
-Βέβαια ! Ο Λασκαράτος ήταν ένας ποιητής ,που τον γράφουν
όλες οι εγκυκλοπαίδειες.Ο αφορεσμός του ,φυσικά ,ήτανε τρίχες ,
γιατί το κορμί του έλιωσε ,αν κι αργότερα τον ξαφορέσανε …
-Έλιωσε ;έκανε λίγο σκεφτικός αυτός .
Ύστερα όμως συνέχισε .
-Τι λές βρέ ;…Εσύ δεν είπες πως όλες οι εγκυκλοπαίδειες τον γράφουν;
Άρα δεν έλιωσε! …
– Ε ; …
-Ναί !…
Τον κοίταζα .
-Τι με κοιτάς σα χάνος ;…Τράβα και συ το κουπί σου να πιάσουμε μόλο!
Κι ας ;τον ποιητή σου ! Να βραδιαστούμε θές ;…
-Δηλαδή ,είπα πάλι εγώ ,στ’αλήθεια δεν έλιωσε ο Λασκαράτος ;…
-Όχι!… μου απάντησε κοφτά ,κατηγορηματικά .
-Δεν έλιωσε , ε ! ;…
– Κείνοι που τον αφορέσανε ,τους ξέρεις στ ‘όνομα; …
-Που να τους ξέρω ;Δεν τους γράφουν οι εγκυκλοπαίδειες ! …
-Βλέπεις ,λοιπόν ; Αυτοί λιώσανε ! Ο αφορεμένος ποιητής σου μένει !…
Όσο να φτάσουμε στο μουράγιο και να δέσουμε ,όλο αυτό σκεφτόμουν .
Είχε δίκιο ο καμαρότος :ο αφορισμός έπιασε ,ο Λασκαράτος δεν έλιωσε!

Φυσικά στο Ληξούρι δεν μπορούσα να πάω τώρα. Ο καπετάνιος εμάς περίμενε
βιαστικός για να σαλπάρει και να φύγουμε από το νησί,που μόνο
για προμήθειες πιάσαμε.
Ωστόσο ,σαν τελειώσαμε τα ψώνια μας στο Αργοστόλι με τον καμαρότο ,
είπαμε να πάμε σε κανένα μαγαζί να πιούμε στο πόδι μια κούπα ρομπόλα .
Αυτό το κεφαλλονίτικο ξανθό ,λεπτό, φίνο κρασί, το είχαμε ακουστά από άλλους
παλιούς ναυτικούς ,που το παίνευαν .

Το μαγαζί ,ήταν άδειο τέτοια ώρα πρωινή που μπήκαμε .
-Μισό κιλό ρομπόλα !… είπαμε στον ταβερνιάρη.
Ο άνθρωπος μάζεψε τα χείλια .Κάτι μουρμούριζε .
Τι είπες κουμπάρε ; …
-Ξέρεις …ξέρετε…εμείς εδώ δε…δεν έχουμε κιλό, έχουμε λίμπρα!…
-Ας είναι και λίμπρα !
-Ρομπόλα ;έκανε και χαμογελούσε ψεύτικα ,σα φταίκτης . Ά, παλικάρια μου ,
τέλειωσε ,και δε νοιάστηκα να προμηθευτώ ο ρέμπελος !…
-Τί ;…
Το κοιτούσαμε κατάπληκτοι .Μαγαζί κεφαλλονίτικο και δίχως ρομπόλα ,που ακούστηκε;
Ο »κουμπάρος» δε σήκωνε τα μάτια .
-Να με συγχωρέστε !… είπε κλαψούρικα .Λοιπόν ,ρετσίνα και… τι μεζέ ;
Αφού δεν είχε αυτός ρομπόλα και δεν μας έμεινε καιρός να πάμε σ’άλλο μαγαζί
είπαμε να φεύγαμε χωρίς να πιούμε τίποτε .
Μα πήρε το μάτι μου το γλυκό μουτράκι στην κουζίνα ,
που μας κοιτούσε περίεργα με τα γαλάζια του μάτια .
-Άντε φέρε ό.τι να ‘ ναι !..διάταξα.
Το μεζέ και το μπουκάλι ρετσίνα το έφερε στο τραπέζι μας
το γλυκό μουτράκι .
-Κι όμως ,είπα εγώ ,ρομπόλα υπάρχει ! …
-Όχι ,καλέ , ο μπαμπάς αλήθεια λέει !
-Εσύ είσαι η ρομπόλα , κούκλα ! Γνήσια κεφαλλονίτικη ρομπόλα!..
Περίμενα να με αγριοκοίταζε ,γιατί είχα ακουστά και το τραγούδι
που έλεγε στην Κεφαλλονίτισσα :
» Όχι ,κυρά μου , όχι !
Πιστόλι , δεν σου ζήτησα ,
σου ζήτησα φιλί !…
Μ’ αυτή με είδε λοξά ,χαριτωμένα . Χαμογέλασε ντροπαλά και δυο λακάκια
στα μάγουλα την έκαναν ακόμα πιο γλυκιά !
Τα χείλια της ήτανε κόκκινα ,αλλά τα μαλλιά της είχαν χρυσό χρώμα ,
σαν το ξανθό κρασί της ρομπόλας , που ‘χαμε ακουστά !
Έφυγε η κοπελιά και τσουγκρίσαμε με τον καμαρότο.
Φάγαμε κι ήπιαμε και σαν τελειώσαμε ,είπα :
-Πάω στην κουζίνα να δω αν έχει άλλον μεζέ καλύτερο !
-Δεν χρειάζεται ! με σταμάτησε ο καμαρότος ζαλισμένος .
Να φύγουμε !…Ο καπετάνιος …δεν σκέφτεσαι τον καπετάνιο ;…
Θέλεις να έχουμε κατσάδες ;…
– Ε , τότες πάω να δω αν είναι ο μαγαζάτορας να τον πληρώσω !
Σηκώθηκα τρικλίζοντας ελαφρά .
Ο μαγαζάτορας είχε βγει έξω ,από το πίσω πορτάκι ,
που είχε αυλή ,δε φαινότανε .
Θα ήτανε μέσα στο σπίτι του ,απέναντι ,στην ίδια αυλή .
-Θέλετε τίποτε ; … ρωτάει η κοπελιά .
-Ρομπόλα ! …
-Μα σας είπαμε ,δεν έχουμε !
-Πώς έχετε ! …
Κοιτούσα τα δυο της χείλια .
-‘Οχι !
– Κι αυτά εδώ , τι είναι ;…Και τα μαλλιά σου τα χρυσά δεν είναι ρομπόλα
χυμένη στους ώμους σου ; …
‘Εριξε φοβισμένα μια ματιά στον κήπο .
Εγώ είχα περάσει το χέρι μου στη μέση της .
Σε λίγο τα χείλια μου καίγανε από το κάψιμο των δικών της .
Άραγε να έκαιγε κι η ρομπόλα έτσι ,το κρασί που δεν γεύτηκα ;
Να μεθούσε το ίδιο ,όπως ετούτο το φιλί ,
που μ ‘έκανε να ξεχάσω και καπετάνιο και πλοίο ;

Π.Κ. Κατσιρέλος.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s