Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ . ( μέρος πρώτο )

Τόσα φαρμάκια ,τόση συφορά
και εμένα ο νούς
να γυρίση θέλει πίσω στα παλιά !
Ν ‘αταν λέει ψέμα όλα όσα περάσαμε,
και να γυρίζαμε τώρα δά στη γή μας ,
στους μπαξέδες μας ,στα δάση μας
με τις καρδερίνες, τις κάργες ,και τα πετροκοτσύφια,
στα περιβολάκια μας με τις ματζουράνες
και τις ανθισμένες κερασιές ,
στα πανηγύρια μας με τις όμορφες…

                              Διδώ Σωτηρίου

ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΓΓΥΣ ΑΝΑΤΟΛΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ
ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ.
ΤΟ  ΞΕΡΙΖΩΜΑ ΔΥΟ ΕΚΚΑΤΟΜΥΡΙΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Κείμενο : Melville Chater

Από τότε που ο άνθρωπος,αποδιωγμένος εγκατέλειψε την Εδέμ,
ξεκίνησε ένα μακρύ κοπιαστικό ταξίδι.
Άνθρωποι ,φυλές,λαοί σε συνεχή περιπλάνηση ‘ οι μεταναστεύσεις αυτές
είναι οι ρίζες της Ιστορίας.
Με το διωγμό του 1922 ,όμως ,άρχισε αυτό που δικαίως μπορεί
να θεωρηθεί ως το πιο μακρύ -το πιό θεαματικό-
οδοιπορικό στην Ιστορία.
Πρόκειται για την αναγκαστική μετακίνηση δύο εκκατομυρίων χριστιανών
και μωαμεθανών και στις δυό ακτές του Αιγαίου.
Ωστικές δυνάμεις επισωρεύονταν αργά μέσα στους αιώνες,
ώσπου ξαφνικά αυτά τα παλιρροικά ανθρώπινα κύματα
σηκώθηκαν και ξέσπασαν τελικά στις ακτές του.
Η ανάκαμψη της Τουρκίας μετά την ήττα της στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο
και ο επακόλουθος θρίαμβος της επί των Ελλήνων στη Μικρά Ασία
ήταν οι αιτίες αυτής της μεγάλης μετακίνησης ,που τελικά πήρε
την μορφή ενός <<Διακανονισμού ανταλαγής >>φυλετικών μειονοτήτων,
σύμφωνα με ειδικούς όρους και τελώντας υπό την υψηλή
επίβλεψη της Κοινωνίας των Εθνών .
Ωστόσο,τα πρώτα επεισόδια του δράματος της ανταλλαγής
έμελλε να παιχτούν με την υπόκρουση των κανονιών ,
το κροτάλισμα των πολυβόλων και με φόντο τις φλόγες
από το ολοκαύτωμα της Σμύρνης.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ  ΘΥΜΑΤΑ
Οι Έλληνες του εσωτερικού της Μικράς Ασίας ήταν
τα πρώτα θύματα της ανταλλαγής.Μακριές ουρές
από ανθρώπινα ράκη σ’ένα ταξίδι οκτακοσίων περίπου χιλιομέτρων
από τα μετόπισθεν των Τούρκων εθνικιστών ως τα παράλια.
Παρόλο που οι περισσότεροι από αυτούς ζούσαν σε περιοχές
που απείχαν πολλές εβδομάδες δρόμο απο την ζώνη των πολεμικών επιχειρήσεων,
είναι ευνόητο ότι οι Τούρκοι εθνικιστές
δέν χαίρονταν καθόλου νιώθοντας στα νώτα τους
τους μακρινούς συγγενείς των Ελλήνων εχθρών τους.
Έτσι λοιπόν ,στο διάστημα 1920-21 το κύμα των προσφύγων
ολοένα προχωρούσε ανάμεσα στα χιονισμένα βουνά
και τις κατακαμένες έρημες πεδιάδες της Μικράς Ασίας,
αφήνοντας πίσω του αναρίθμητους νεκρούς.

Για περισσότερο από δυό χιλιάδες χρόνια στα βάθη
της Μικράς Ασίας ανατράφηκαν πολλοί απόγονοι
των ανήσυχων εκείνων πνευμάτων που είχαν ακολουθήσει
τον Μέγα Αλέξανδρο στις εκστρατείες του στην Ασία.
Χίλια χρόνια ακόμα νωρίτερα οι ακτές της είχαν εξελληνιστεί
από τους Πρωτοελλαδίτες που εγκατέλειπαν βιαστικά
τη γενέθλια γη τους μετά την κάθοδο των Δωριέων.
Διωγμένοι τώρα από τις αγροικίες τους με τις κληματαριές
κι από τα παραπήγματα των παζαριών τους,
συνωθούνταν μισόγυμνοι στις αγορές των παραλίων,
σάν ναυαγοί που καλούσαν απεγνωσμένα
οποιοδήποτε περαστικό πλεούμενο για να τους σώσει
από τα διογκούμενα κύματα της ποσφυγιάς.
 Έτσι ,οι πρώτοι 100.000 πρόσφυγες του μεγαλύτερου
μεταναστευτικού κύματος της ανθρώπινης Ιστορίας
πέρασαν σιγά σιγά στην Ελλάδα.

Στα τέλη του καλοκαιριού του 1922,καθώς το ατμόπλοιό μου
έπλεε ανάμεσα σε δυό μεγάλα ακρωτήρια
στην είσοδο του κόλπου της Σμύρνης ,
την ώρα που ο ήλιος σκαρφάλωνε στο βουνό Πάγος
για να φωτίσει τις κόκκινες στέγες των σπιτιών
που έζωναν με χάρη τις πλαγιές του ,
πολύ λίγο συνειδητοποιούσα ότι η αυγή που αντίκριζα
έμελλε να είναι μια από τις τελευταίες
που θα ανέτελλαν πάνω απο την αρχαία Σμύρνη .
Όταν βγήκαμε στην στεριά,στην κατάμεστη από πλοία προκυμαία,
η συντροφιά μου κι εγώ έπρεπε να περάσουμε
μέσα από καραβάνια με καμήλες κι από στενά σοκάκια
που από πάνω τους κρέμονταν τα αντικριστά μπαλκόνια
των σπιτιών , από τα οποία οι ένοικοι μπορούσαν σχεδόν
να ανταλάξουν χειραψία.
  Μια ανάβαση στην ψηλότερη κορυφή του Πάγου,
με τα μισογκρεμισμένα τείχη της αρχαίας οχύρωσης ,
μας πρόσφερε τη θέα ενός μεγάλου άβακα
με τις επιμελώς  διαχωρισμένες συνοικίες της Σμύρνης .
Η τούρκικη ξεχώριζε από τούς μιναρέδες και τα κυπαρίσια της,
η φράγκικη από τις θαυμάσιες κατοικίες της ,
ενώ η ελληνική και η αρμένικη από την πυκνή δόμηση
και το εκπληκτικό πλήθος το μικρομάγαζων.
Ένα πανόραμα από κόκκινες στέγες κι ολόγυρα
η απέραντη απαλή καμπύλη του γαλάζιου της θάλασσας
που εκτεινόταν ανάμεσα στις ακτές που αγκάλιαζαν τον κόλπο.

ΚΟΣΜΟΣΥΡΡΟΗ  ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ
          ΕΠΙ ΕΝΑ ΕΞΑΜΗΝΟ

<<Άς τραβήξουμε μια τελευταία φωτογραφία από τη Σμύρνη>>
είπαμε πρίν αρχίσουμε την κατάβαση.
Ίσως ήταν όντως η <<τελευταία>> αφού λίγες βδομάδες
αργότερα αυτό το υπέροχο πανόραμα της ειρήνης
και της ευημερίας έγινε στάχτη :με την επίθεση των Τούρκων
την 26 Αυγούστου , οι γραμμές του ελληνικού στρατού κατάρρευσαν
σε ένα μέτωπο 240 χιλιομέτρων .
  Επακολούθησε κατακλυσμός προσφύγων επί έξι μήνες ,
λές και είχε μεταδοθεί ο πανικός τηλεπαθητικά ,
κατά μεγάλα κύματα που σάρωναν την Ανατολία ,
τη Σμύρνη ,τη Θράκη και την Κωνσταντινούπολη .
Οι Έλληνες που ζούσαν στίς αχανείς αυτές περιοχές
αφυπνίστηκαν ξαφνικά ,ανακαλύπτοντας ότι βρίσκονταν
στό χείλος μιας επικίνδυνης δίνης .
  Πρόσφυγες που ξεκινούσαν από μέρη μέχρι και 240 χιλιόμετρα
στο εσωτερικό ,κατευθύνονταν κοπαδιαστά πρός τα παράλια
και τη Σμύρνη .
Στήν αρχή έφταναν με τα τακτικά δρομολόγια των τρένων
η με τις άμαξες. Κουβαλούσαν μπόγους με κουβέρτες
και χράμια ,λίγα σκεύη που είχαν πάρει από τα σπίτια τους,
ίσως και μερικά ζώα .
Καθώς η μακρινή πραγματικότητα του πολέμου ολοένα πλησίαζε,
η φυγή του κόσμου έπαιρνε ξέφρενους ρυθμούς;
δέκα ,μετά είκοσι ,κατόπιν τριάντα χιλιάδες πρόσφυγες την ημέρα.
Οι λίγες αποσκευές που όλο και λιγόστευαν προμήνυαν
το τρελό φευγιό που θα ακολουθούσε μπροστά
στη φωτιά και τη σφαγή .
Το χάραμα της 7ης Σεπτεμβρίου βρήκε ολότελα απογυμνωμένα
πλήθη ανθρώπων που παρέπαιαν ,
γυναίκες που θρηνούσαν την πρώτη τους οικογενειακή τραγωδία ,
μανάδες χωρίς φαί για τα μωρά τους
που είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τα μεγαλύτερα παιδιά τους
σε χωριά στο δρόμο .

Η μεγάλη προκυμαία της Σμύρνης είχε γεμίσει πλέον
ασφυκτικά από 150.000 περίπου εξόριστους
που κατασκήνωναν και κοιμούνταν εκεί απλώνοντας χράμια
και κουβέρτες για να προφυλαχτούν από το λιοπύρι
που η κάψα του και μόνο προμήνυε την επέλαση της φωτιάς.
 Ο γενικός πρόξενος των ΗΠΑ κάλεσε όλους τους ομοεθνείς του-
το προσωπικό του Αμερικάνικου κολεγίου,
τους εκπροσώπους των τοπικών οργανώσεων περίλθαψης
και των εμπορικών οίκων – να δημιουργήσουν μια επιτροπή
που αργότερα έγινε γνωστή ως Αmerican Disaster Relief Committee.
Η επιτροπή αυτή ανέλαβε τη διανομή ψωμιού σε όλη την προκυμαία.
 Καθ’ όλη τη διάρκεια της 8ης Σεπτεμβρίου ,μέχρι αργά τη νύχτα,
ηχούσαν τα ποδοβολητά των ηττημένων ελληνικών στρατευμάτων
καθώς ορμούσαν στα πλοία που περίμεναν με αναμμένες  
τις μηχανές .
Ύστερα όλοι μαζί ,ακολουθούμενα απ’όσα άλλα πλοία
βρίσκονταν στο λιμάνι ,γίνονταν καπνός και σκιές
μέσα στο πέλαγος.
Στήν αυλαία που σηκώνεται αργά ,η ανατολή του ήλιου
αποκάλυψε μονάχα τις σκυθρωπές φιγούρες των ουδέτερων
θωρηκτών που είχαν έρθει να <<εποπτεύσουν>>
το καταστροφικό τέλος της μικρασιατικής περιπέτειας
της Ελλάδας στο νεκρό από εμπορική κίνηση
λιμάνι τη Σμύρνης .

Λίγες ώρες αργότερα μιά ίλη του τουρκικού ιππικού
μπήκε στη Σμύρνη .Οι έφιπποι στρατιώτες με τις μαύρες στολές
και τα κρεμασμένα γιαταγάνια περνούσαν μπροστά από τα
κλειδομανταλωμένα μαγαζιά φωνάζοντας συνεχώς
<<μη φοβάστε>> κια σηκώνοντας το αριστερό τους χέρι
για να καθησυχάσουν τα κάτωχρα πρόσωπα του κοσμάκη
που στριμωχνόταν στούς πλαινούς δρόμους και τα σοκάκια.
  Πρίν πέσει η νύχτα όλη η ύναμη του ιππικού είχε μπεί στη πόλη,
μαζί με τίς δύο μεραρχίες του πεζικού που το ακολουθούσαν.

ΧΟΡΟΣ  ΑΠΟ ΦΛΟΓΕΣ ΚΑΤΑΛΗΓΕΙ
     ΣΕ ΠΥΡΙΝΗ ΛΑΙΛΑΠΑ

Λίγες μέρες μετά τη θριαμβευτική είσοδο των Τούρκων στη Σμύρνη
το πλήθος που είχε καταλάβει την προκυμαία
είδε φλόγες να χορεύουν πάνω απ’ την αρμένικη συνοικία
με τα ξύλινα σπίτια  ,δυό χιλιόμετρα μακριά.
Ο χορός τους σε λίγο είχε πάρει τη μορφή πύρινης λαίλαπας.
Η φωτιά ,που θέριευε με τον άνεμο ,περνούσε από μπαλκόνι
σε μπαλκόνι κι εξαπλωνόταν στούς δρόμους και στα σοκάκια.
Πολύ γρήγορα η ξέφρενη επέλαση της κάλυψε τη διάμετρο
τών δύο χιλιομέτρων της πόλης συνεχίζοντας πρός την προκυμαία,
και η μεγάλη μάζα των προσφύγων στριμωχνόταν ανάμεσα
στο τεράστιο πύρινο μέτωπο και την απεραντοσύνη
της θάλασσας.

Τώρα πλέον νέα πλήθη έρχονταν να προστεθούν
σωρηδόν στα προηγούμενα -φυγάδες κάτοικοι της Σμύρνης,
φορτωμένοι με μωρά και στρώματα που πρόλαβαν
να μαζέψουν την τελευταία στιγμή .
Η πόλη είχε γίνει ένα γιγάντιο πυρωμένο καμίνι .
Ο άνεμος παρέσυρε τις φλόγες στην προκυμαία
και η κάψα ήταν τόσο τρομακτική ,
που οι άνθρωποι μούσκευαν τις κουβέρτες τους
στην θάλασσα για να τυλιχτούν μ’αυτές και να προστατευτούν.
Αφηνιασμένα άλογα με τα χάμουρά τους να έχουν πιάσει
φωτιά έτρεχαν πανικόβλητα μέσα στον κόσμο
γκρεμίζοντας στο πέρασμα τους φλεγόμενα σώματα
ανθρώπων .
  Όλα το απόγευμα ,μέχρι να χαθεί και η τελευταία ακτίνα
του ήλιου πίσω από ένα σύννεφο καπνιάς ,
και όλη τη νύχτα στη λάμψη της φωτιάς,
πλήθη ανθρώπων και ζώων ξεχύνονταν απ’ τους δρόμους
της καταδικασμένης πόλης  ψάχνοντας για διέξοδο
στην ανάστατη από το παραλήρημα προκυμαία.
Έντρομα πρόσωπα , ζώα με αγριεμένα απ’ τη φρίκη μάτια,
ανθρώπινες κραυγές που μπερδεύονταν
με το χλιμίντρισμα των αλόγων ,
τις στριγκλιές από τις καμήλες ,
τους συριγμούς από τα ποντίκια καθώς το έσκαγαν
αγεληδών από τους υπονόμους
εγκαταλείποντας τα έγκατα της χαμένης Σμύρνης.

 Μερικά αντιτορπιλικά είχαν πλησιάσει στο λιμάνι
τόσο κοντά ,ώστε τα πληρώματα τους μπορούσαν
να δούν καθαρά αυτό το πανδαιμόνιο
με φόντο το μέτωπο της φωτιάς
σε μήκος τριάμισι περίπου χιλιομέτρων .
Οι ναύτες μπορούσαν να νιώσουν τώρα την εφιαλτική οσμή
της εκατόμβης , ν’ακούσουν τις στριγκλιές του πλήθους
καθώς άνθρωποι που βρίσκονταν στίς μπροστινές γραμμές
σπρώχνονταν βίαια από εκείνους που τούς άγγιζαν
οι φλόγες στις πίσω η παρασύρονταν πρός την ακτή του μόλου,
πέφτοντας τελικά στη θάλασσα.
Μπροστά σ’αυτό τον εφιάλτη τών 300.000 ψυχών
που ποδοπατιούνταν στήν προκυμαία χωρίς ελπίδα
διαφυγής απ’τον κλοιό της φωτιάς και της θάλασσας,
οι περιγραφές τού εμπρησμού της Τροίας ωχριούσαν.

Όταν, με το χάραμα ,οι άνθρωποι της Αmerican Committee
κατευθύνθηκαν με τα αυτοκίνητα τους πρός την προκυμαία,
σταματώντας συχνά πυκνά για να βγάλουν τα πτώματα
απ’ το δρόμο ,τα δύο τρίτα της Σμύρνης είχαν μεταμορφωθεί
σε ένα σωρό από κάρβουνα που ακόμα σιγόκαιγαν .
Στόν πίνακα ανακοινώσεων ενός κινηματογράφου που είχε καεί
και έστεκε ολόγυμνος ,βλοσυρή σκιά ανάμεσα στα ερείπια,
χτυπούσαν στο μάτι τα κόκκινα γράμματα του τίτλου
απ’ το τελευταίο έργο : <<O χορός του Θανάτου >> !
  Ψηλά στίς πλαγιές του Πάγου  υψώνονταν άθικτοι οι μιναρέδες
του τούρκικου μαχαλά ,σάν σύμβολα νίκης .

ΧΙΛΙΑΔΕΣ  ΑΣΤΕΓΟΙ  ΣΕ  ΥΠΟΓΕΙΑ
       ΚΑΙ ΣΤΗΝ  ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ

Όταν ,τρείς μέρες αργότερα ,η πυρκαγιά καταλάγιασε
από μόνη της ,100.000 άνθρωποι άφησαν την προκυμαία
για να χωθούν σε κελάρια που θύμιζαν τα ασφυκτικά
γεμάτα καταφύγια του Παρισιού την περίοδο
των αεροπορικών  επιδρομών .
Στο μεταξύ ,έξω συνεχίζονταν οι εκρήξεις ,που έμοιαζαν
με μικρούς βομβαρδισμούς, δημιουργώντας σύννεφα καπνού
που σαν μπαλόνια ανέβαιναν στον ουρανό πάνω
από τα ανατιναγμένα με δυναμίτη κτίρια .
   Για μια ακόμα βδομάδα οι υπόλοιποι 200.000 πρόσφυγες
συνέχισαν να ζούν  , να πεθαίνουν και να γεννούν μωρά
πάνω σ’ εκείνη την αξέχαστη  προκυμαία .
Αφού οι φούρνοι είχαν καεί η δέν λειτουργούσαν εξαιτίας
της έλλειψης νερού ,προπαθούσαν να χορτάσουν την πείνα τους
με ωμό κρέας από τα ψοφίμια των ζώων είτε με γαλέτες
που οι Αμερικανοί ναύτες έφερναν σε κονσέρβες .
 Όλα το νοσοκομεία είχαν επίσης, καεί μαζί με τούς ενοίκους τους.
Επόμενο ήταν,λοιπόν ,ότι μέσα σ’όλο το πλήθος
– το συνωστισμένο τόσο ασφυκτικά ,που οποιοσδήποτε έπεφτε
κάτω κινδύνευε να ποδοπατηθεί μέχρι θανάτου –
υπήρχαν γυναίκες που γεννούσαν νεκρά μωρά ,
προστατεύοντάς τα πάνω στα στεγνά στήθη τους.
Άλωστε ,δέν είχαν που να τα θάψουν .
Περίμεναν κάποια νέα έφοδο -με την εμφάνιση ,ίσως ,ενός κουβά νερού-
που θα άνοιγε προσωρινές διόδους γι’αυτές ,
επιτρέποντάς τους να εναποθέσουν το <<φορτίο>> τους
στη σπλαχνική αγκαλιά της θάλασσας .
  Τώρα πιά ο βυθός της σμαραγδένιας θάλασσας
ήταν γεμάτος πνιγμένους .
Συμμορίες ιερόσυλων ψάρευαν με αγκίστρια δεμένα
σε τηλεγραφικό σύρμα τα πτώματα από το νερό ,
αναζητώντας  δαχτυλίδια και αδειάζοντας τις τσέπες τους .

Πώς να το σκάσει κανείς από ένα λιμάνι
όπου τα μόνα διαθέσιμα πλεούμενα ήταν τα θωρικτά
τόν ουδέτερων δυνάμεων;
Όταν νύχτωνε ,ωστόσο ,τα σκάφη αυτά πρόφεραν τουλάχιστον
την προστασία των προβολέων τους.
Διότι από κάθε σκοτεινό σημείο της προκυμαίας
σηκώνονταν πλήθος κραυγές που ο αέρας
τις μετέφερε πρός τη θάλασσα ,μαρτυρώντας την παρουσία
των συμμοριών της νύχτας ανάμεσα στα θύματα τους.
Τότε το εκτυφλωτικό φώς των προβολέων στρεφόταν
πρός το σημείο αυτό και αμέσως οι σιμωγές σταματούσαν.
  Μόνο μια φορά εμφανίστηκε στο λιμάνι εμπορικό πλοίο,
αλλά και απ’αυτό αποβιβάστηκαν αξιωματικοί με κόκκινα φέσια.
Αφού έκοψαν το λαιμό δώδεκα κριαριών ,
γονάτισαν δίπλα στο αιμάτινο ρυάκι για να ευχαριστήσουν
τον Αλλάχ που χάρισε τη νίκη στο έθνος τους.

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΣΩΖΕΙ 60.000 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ
        ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΤΟΠΙΣΗ
Εξαιτίας της έλλειψης πλοίων για την μεταφορά τους,
60.000 οικογένειες προσφύγων από όλες τις κοινωνικές τάξεις
-από χωρικοί μέχρι τραπεζίτες – επρόκειτο
να ,<<εκτοπιστούν στο εσωτερικό>>.
Η φοβερή είδηση περνούσε από στόμα σε στόμα.
   Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Disaster Relief Committe ,
οι εθελοντές της οποίας δέν είχαν αλλάξει τα ρούχα τους
μια βδομάδα τώρα ,πρόσφερε μια μοναδική υπηρεσία .
Με τις επίσημες διαβεβαιώσεις των Τούρκων
ότι τα ελληνικά πλοία που δέν θα έφεραν την εθνική τους
σημαία και δέν θα ήταν δεμένα  στο λιμάνι  
θα εξαιρούνταν από την κατάσχεση ,
εκπρόσωπος της επιτροπής έσπευσε
 με αντιτορπιλικό στην Αθήνα .
Εκεί ,με γραπτές εγγυήσεις για την τήρηση αυτών
των δεσμεύσεων ,συγκέντρωσε μια μοίρα πλοίων διάσωσης
και επέστρεψε μαζί τους στη Σμύρνη .
   Στο μεταξύ ,η τουρκική διοίκηση είχε κοινοποιήσει
στους Συμμάχους ότι θα έδινε την άδεια για την
μετακίνηση των προσφύγων , εξαιρώντας μόνο τους άντρες
ηλικίας 17-45 ετών .

Ταυτόχρονα σχεδόν ξέσπασε η επανάσταση στην Ελλάδα.
Στην Μυτιλήνη και στη Χίο 75.000 ηττημένοι στρατιώτες,
δυσαρεστημένοι με την κυβέρνηση
κατέλαβαν πολεμικά και εμπορικά πλοία.
Στη συνέχεια επιβιβάστηκαν και ξεκίνησαν για την Αθήνα
τραγουδώντας δημοκρατικά τραγούδια
και επιδεικνύοντας κοροιδευτικά ομοιώματα του βασιλιά.
Οι σκηνές χαράς που είχαν διαδραματιστεί
τρία χρόνια νωρίτερα στην πρωτεύουσα είχαν δώσει
τώρα τη θέση τους στην εικόνα ενός πλήθους
που έστεκε άναυδο καθώς αεροπλάνα
πετούσαν απο ψηλά προκηρύξεις που πρότειναν
ως μόνη λύση εθνικής σωτηρίας την επανάσταση.
  Την παραμονή της εκκένωσης πάνω από τα κεφάλια
των προσφύγων της Σμύρνης ένα άλλο αεροπλάνο
-αυτή τη φορά τουρκικό- πετούσε προκηρύξεις
κάνοντας κύκλους στον αέρα .
Φέιγ-βολάν ενημέρωναν συνεχώς το άστεγο
-τώρα πλέον και ακυβέρνητο – πλήθος    
ότι όσοι δέν κατάφερναν να φύγουν μέσα σε μια βδομάδα
επρόκειτο να εκτοπιστούν.
Αυτό είχε ως  αποτέλεσμα το επόμενο πρωί
350.000 άνθρωποι στον πανικό της φυγής
να περάσουν απ’ την μπάρα της προκυμαίας
κι ύστερα από ένα σωρό άλλες παρόμοιες μπάρες
μέχρι να φτάσουν στην αποβάθρα του σιδηρόδρομου.
Στο λιμάνι ήταν αγκυροβολημένα τα αναμενόμενα από καιρό
πλοία -πόσο μικρά και απελπιστικά λίγα φαινόνταν τούτη την ώρα-,
πλοία ελληνικά με αμερικάνικη σημαία .

Την πρώτη μέρα αμέτρητες εκατοντάδες πρόσφυγες
συνθλίβονταν μέχρι θανάτου στην προκυμαία
η σπρώχνονταν μέχρι πνιγμού στην αποβάθρα ,
ώσπου οκτώ πλοία ,υπό την συνοδεία αμερικανικών αντιτορπιλικών,
αναχώρησαν παίρνοντας μαζί τους 43.000 ψυχές .
Για όσους έμεναν πίσω υπήρχαν μονάχα άλλες έξι ευκαιρίες
– μια την ημέρα – και ύστερα η απόγνωση της εκτόπισης
στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας .
  Έξι μέρες ακόμα μπροστά στις μπάρες ,
εκεί  όπου ακούγονταν στριγκλιές από απελπισμένες γυναίκες
που σπρώχνονταν για να περάσουν προς την ελευθερία
και φωνές συζύγων που σέρνονταν προς τα πίσω
για να μπούν στις ουρές των υπό εκτόπιση ανδρών ,
δεμένων απ’τον καρπό με σκοινιά ‘ εκεί όπου οι γυναίκες θρηνούσαν ,
οι άνδρες ρίχνονταν απεγνωσμένα στην θάλασσα ‘
εκεί όπου τους έψαχναν όλους αρπάζοντας ότι πολύτιμο είχαν,
ενώ έστελναν τους πιό πλούσιους πίσω ξανά στην πρώτη μπάρα,
με την ελπίδα ότι θα εμφανιστούν  την επομένη με νέα χρήματα ‘
εκεί όπου η ξαφνική θέα ενός πλοίου διάσωσης
έφερνε το θάνατο ,από τσαλαπάτημα η από πνιγμό ‘
εκεί όπου η νυχτερινή περίπολος  εντόπιζε άνδρες -υπό εκτόπιση-
οι οποίοι ,μέσα σε καταιγισμό πυροβολισμών  ,
κολυμπούσαν για να ξεφύγουν απο τη φωτεινή δέσμη του προβολέα
κάποιου αντιτορπιλικού ,που απότομα έστρεφε το φώς του αλλού,
υπακούοντας στη διαταγή κάποιου πονόψυχου κυβερνήτη ;
<<Σβήστε τον , δώστε στους ταλαίπωρους  μια ευκαιρία ! >>.
    Με την έρευνα των Τούρκων από σπίτι σε σπίτι
άλλοι  100.000 πρόσφυγες ,που ήταν κρυμμένοι σε υπόγεια,
ήρθαν να προστεθούν στο πλήθος της προκυμαίας,
που ολοένα λιγόστευε.
Το γεγονός αυτό καθιστούσε απαραίτητη την παράταση
της προθεσμίας των έξι ημερών .

Η ΦΥΓΗ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ
       ΤΗΣ  ΘΡΑΚΗΣ
Μέχρι τις 8 Οκτωβρίου η εκκένωση της Σμύρνης
είχε ολοκληρωθεί .Χωρίς να υπολογίζουμε ένα μεγάλο
αριθμό εκτοπισθέντων εφήβων και ανδρών ,
μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο 300.000 άνθρωποι
είχαν φύγει από το λιμάνι της .
Απ΄αυτούς οι 180.000 έφυγαν υπό την εποπτεία
του Ναυτικού των ΗΠΑ και της Disaster Relief Committee ,
με τη βοήθεια και δυνάμεων του βρετανικού Ναυτικού .
Οι ανθρώπινες απώλειες στην καταστροφή της Σμύρνης ,
σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις ,
έφτασαν τούς 10.000 νεκρούς ,ενώ οι υλικές ζημιές
τα 300.000.000 δολάρια ΗΠΑ.
Έτσι ,λοιπόν ,το δεύτερο αυτό κύμα της μεγάλης
προσφυγιάς πέρασε στην Ελλάδα .

 Τώρα πλέον οι εκκλήσεις προς την Κοινωνία των Εθνών
την πίεζαν να δραστηριοποιηθεί απέναντι στην κρίση.
Παρόλη την μαζική διασπορά 400.000 προσφύγων στην Αθήνα,
στη Θεσσαλονίκη ,στη Ραιδεστό και στα νησιά του Αιγαίου,
ανά κύματα  πενήντα-εκατό χιλιάδων ,η πραγματική κρίση
δέν είχε ακόμη ξεσπάσει .
Στίς 23 Σεπτεμβρίου με διπλωματική νότα των Συμμάχων
η Ανατολική Θράκη ,που είχε προσαρτηθεί στην Ελλάδα
με τη Συνθήκη  των Σεβρών ,δόθηκε πάλι πίσω στους Τούρκους.
Αυτή η τριγωνική <<αυλή της Κωνσταντινούπολης >>
άρχιζε 35 περίπου χιλιόμετρα πίσω από την πόλη
και εκτεινόταν πρός τα δυτικά ,μέχρι τον ποταμό Έβρο,
για να συμπεριλάβει 600.000  Έλληνες και Τούρκους αγρότες
σε ίση περίπου φυλετική αναλογία .
  Τα ανακοινωθέντα έδιναν διορία ενός μηνός
για την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων
και την είσοδο της τουρκικής χωροφυλακής στην περιοχή ,
προκειμένου να αποφευχθεί ο πανικός .
Ο πανικός ,όμως, ήταν ήδη στην ημερήσια διάταξη ,
το ίδιο όπως και στην πόλη της Σμύρνης .
Μια βδομάδα μετά την εκκένωση της προκυμαίας
οι Έλληνες της Θράκης είδαν τα ελληνικά στρατεύματα
να διαλύουν τα στρατόπεδα τους και να κατευθύνονται
πρός δυσμάς .
<<Θα γυρίσετε πίσω ;>>ρωτούσαν ανήσυχα οι αγρότες.
<<Όχι >> ήταν η απάντηση .

Μέσα σε μια ώρα ολόκληρα χωριά είχαν ερημώσει.
Οικιακά είδη και σάκοι με δημητριακά ρίχνονταν στις καρότσες,
τα βόδια ζεύονταν και σε λίγο η μικρή κοινότητα
ξεκινούσε το ταξίδι της πρός τα δυτικά.
Στή θέα του στρατού που αποχωρούσε περνώντας από
χωριό σε χωριό ,οι γυναίκες που άλεθαν στους χερόμυλους
και οι άντρες που αλώνιζαν έστεκαν έκπληκτοι.
Η στιγμιαία αντίδραση ήταν η ίδια : Όλοι παρατούσαν
τα εργαλεία τους χάμω ,στριμώχνονταν όπως μπορούσαν
στις βιαστικά φορτωμένες καρότσες και ξεκινούσαν
πρός τα δυτικά .
 Πολοί τοπικοί παράγοντες έτρεχαν ξοπίσω τους φωνάζοντας:
<<Γυρίστε πίσω ! Μαζέψτε τη σοδειά σας !Έχετε ακόμα ένα
μήνα καιρό >> .
Η απάντηση ήταν πάντα η ίδια ,μονότονη και μοιραία :
<<Όχι .Όλα χάθηκαν .Πρέπει να φύγουμε στην παλιά Ελλάδα>>.
Σ’ όλη την πεδιάδα το μήνυμα εξαπλωνόταν ταχύτατα .
Το ταξίδι ξεκινούσε .Ατέλειωτα καραβάνια άρχισαν να σχηματίζονται παντού.
Στόν ορίζοντα ο ουρανός σκοτείνιαζε. Η δυνατή βροχή σχημάτιζε χειμάρρους,
ξέπλενε τους δρόμους και πλημύριζε χωράφια ,ενώ η ομαδική
αυτή αποδημία των χριστιανών πρός την Ελλάδα
προχωρούσε αργόσυρτα ,πληθαίνοντας ολοένα και πιο πολύ.

Στη Ραιδεστό 28.000 πρόσφυγες κατέβαιναν τα μονοπάτια
των γκρεμών και μέσα απο απότομους βράχους
προσπαθούσαν να φτάσουν στην ανεμοδαρμένη παραλία ,
όπου για μέρες θα περίμεναν να επιβιβαστούν σε πλοία διάσωσης,
μέχρι να εξαντληθούν τελείως απο την πείνα ,ενώ η σοδειά τους
μούχλιαζε εκεί που την είχαν αφήσει ,στην έρημη ενδοχώρα .
  Από την Ανδριανούπολη μέσα στις έξι πρώτες ημέρες
πέρασαν ακόμα 60.000 άνθρωποι .
Τόσο γρήγορα η φήμη έδινε την θέση της στο φευγιό ,
ώστε όσοι είχαν ξεκινήσει απο τα περίχωρα
της Κωνσταντινούπολης έβλεπαν μόνο εγκατελειμμένα χωριά
και άλλα καραβάνια προσφύγων .
Λίγες βδομάδες αργότερα στα ίδια αυτά χωριά
έμεναν μόνο πεινασμένοι σκύλοι και γάτες
που αλληλοσπαράσσονταν .
  Άνδρες και γυναίκες βάδιζαν με κόπο μπροστά ,
για να ελαφρύνουν τις άμαξες που βούλιαζαν στη λάσπη.
Κρατούσαν στα χέρια τους όπλα ,επειδή χιλιάδες <<κομιτατζήδες>>
– αυτοί οι άγγελοι της διχόνοιας των Βαλκανίων  –
έστηναν ενέδρες και λήστευαν πρόσφυγες .
Πολλές απ’ τις άμαξες που έμπαιναν στο Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη)
η στην Ανδριανούπολη παρουσίαζαν το θέαμα
οι γυναίκες να οδηγούν τα βόδια
και το πτώμα του συζύγου  να κείτεται άκαμπτο
πάνω στα σακιά με το στάρι .

<<Η  ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ >>
Ημέρα και νύχτα ,ακολουθώντας τους χειμάρους
που είχαν σχηματίσει οι φθινοπωρινές βροχές ,
το πλήθος των φυγάδων είχε πλέον ξεπεράσει
τις 180.000 ψυχές μέσα σε  δώδεκα μέρες ,
ενώ συνέχιζε με αργό ρυθμό την πορεία του προς τις ελώδεις
εκβολές του πάντα φουσκωμένου Έβρου.
Για λίγες ώρες τα βόδια θα ξεκουράζονταν εκεί λυμένα ,
ενώ οι οικογένειες των προσφύγων θα ξέκλεβαν
λίγο ύπνο πάνω στα ιδρωμένα στομάχια των ζώων τους
για να ζεσταθούν .
Τότε θα ακουγόταν το σφύριγμα του Οριάν Εξπρές ,
τα βαγόνια του οποίου έλαμπαν από φώς και χλιδή
καθώς περνούσε .
Ύστερα από λίγο ,το ταξίδι – η,καλύτερα ,η αργόσυρτη σαν χελώνα
πορεία των λασπωμένων κάρων και των βαρύθυμων
απ ‘την εξάντληση βοδιών – ξανάρχιζε .
Έπρεπε να φτάσουν στο ποτάμι πρίν η διεύλεσή του
γίνει αδύνατη ,έπρεπε να προχωρήσουν με πείσμα μπροστά..
Aπ’ τις όχθες του Έβρου ,όπου όλοι οι δρόμοι καταλήγουν
στη γέφυρα του Καραγάς ,είτε από τις <<βίγλες>>
στις ταράτσες των σπιτιών της Ανδριανούπολης
που βλέπουν στο ποτάμι ,μπορούσε κανείς να δεί
την τελευταία φάση αυτής της φυγής .
Τη μέρα ,απ’ το πρώτο πλάνο μέχρι το βάθος του ορίζοντα,
η ερημωμένη ύπαιθρος ,πάνω στην οποία η ατελείωτη πομπή
φιδογύριζε ,σκοτείνιαζε και γινόταν γκρίζα μέσα στη δυνατή βροχή.
Τη νύχτα ,πάλι,στο φώς των φαναριών που ξεχώριζαν
μέσα στην απέραντη μαυρίλα ,σηκωνόταν ένα συγκεχυμένο
βουητό από τα μουγκανητά των ζώων ,
τα δυνατά χτυπήματα των μαστιγίων ,το σφυροκόπημα τη βροχής,
τους τριγμούς των ξύλινων τροχών πάνω στους άξονές τους .
  Παρατηρητές που περιέγραφαν το ολοκαύτομα της Σμύρνης
με φράσεις όπως << η εποποιία της φωτιάς !>>
τώρα μιλούσαν για τα πλήθη της Ανατολικής Θράκης
που λύγιζαν απ’ το μαστίγωμα της νεροποντής
-σαν να διέκριναν σ’αυτό το χτύπημα της μοίρας –
λέγοντας ότι είναι << η εποποιία της βροχής.>>
Μ’αυτό τον τρόπο 300.000 πρόσφυγες διέσχισαν
το φουσκωμένο Έβρο και σκορπίστηκαν
στις δυτικές του όχθες .
Έτσι ,λοιπόν , το τρίτο κύμα της μεγάλης προσφυγιάς ,
που αριθμούσε πλέον 700.000 ψυχές πέρασε τα σύνορα
της Ελλάδας.

πηγή : NATIONAL GEOGRAPHIC

φωτογραφίες : NATIONAL GEOGRAPHIC

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΕ

 

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ . ( μέρος πρώτο )

  1. » Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε να’ναι τα χρόνια δίσεκτα: πόλεμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί. Κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά, κάποτε δεν τα βρίσκει. Το κυνήγι ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια. Οι άλλοι γυρίζουν ή τρελλαίνονται στα καταφύγια.»(Γ. Σεφέρης, Το σπίτι κοντά στη θάλασσα)

    Ανάμεσα στις χιλιάδες ανθρώπους που βρίσκονταν κυνηγημένοι στην προκυμαία της Σμύρνης ήταν η γιαγιά μου η Σοφία 20 χρονών με δύο παιδιά , το ένα μωρό στην αγκαλιά, Ήταν από τα Βουρλά. Κατόρθωσε και μπήκε σ’ ένα καράβι .
    Μεγάλωσα με ιστορίες από την καταστροφή . Ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι δεν θα ξαναγύριζε πίσω στην πατρίδα και όχι μόνο αυτή.

    Η ανάρτηση σου μου φέρνει αναμνήσεις και μου δημιουργεί κάτι παραπάνω από συγκίνηση.Δεν ξέρω πώς να εκφράσω αυτό που νιώθω.
    Να είσαι καλά

  2. ANEMOEΣΣA

    Σ’ ευχαριστώ Σοφία για το σχόλιο σου .
    Και η δική μου γιαγιά από τον πατέρα μου
    ήταν και ήρθε απ’ την Κωνσταντινούπολη.
    Με ήρθε στην μνήμη μου πρίν λίγες μέρες
    και όπως κοίταζα στην βιβλιοθήκη
    και ξεφύλιζα τα παλιά Geographic είδα το αφιέρωμα
    που είχε και είπα να το μοιραστώ με όποιον θελήση
    να το διαβάση.
    Όσον αφορά και την δική μου γιαγιά
    την Ζαχαρούλα αρχοντογύναικα.
    Δέν την ξεχνώ ποτέ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s