Ο μεγάλος Ιvo Andric με το ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΔΡΙΝΟΥ κερδίζει τόν Άγγλο συγγραφέα του Άρχοντα των δαχτυλιδιών John Tolkien.

Ένα έγγραφο Guardian
που βρέθηκε μετά από 50 χρόνια σε βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης    
 δείχνει την επιτροπή που απένεμε το Νόμπελ λογοτεχνίας εκείνης της χρονιάς 1961
 να απορίπτη σαν  φτωχό το έργο τού Βρετανού συγγραφέα John Tolkien ,
τον πιο γνωστό συγγραφέα σήμερα της υψηλής φαντασίας με τον Άρχοντα των δαχτυλιδιών ,
και να δίνει το βραβείο λογοτεχνίας   στόν   Ι v o A n d r i c  για το έργο του ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΔΡΙΝΟΥ
 και για τον οποίο είπε ,πώς  με το επικό έργο του αντλεί θέματα από την ιστορία της περιοχής του
,όπου και απεικονίζει το ανθρώπινο πεπρωμένο .
ΤΟ  ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΔΡΙΝΟΥ

Τόσο πολλές αλλαγές και τόσο μεγάλες, σε τόσο σύντομο χρόνο ,    
 ανατάραξαν  την πόλη ως τα θεμέλια.                                                                                               
  Για το γεφύρι τούτο του Δρίνου οι αλλαγές ήταν μοιραίες. Όπως είδαμε ,το κόψιμο της σιδηροδρομικής γραμμής του Σαράγιεβου
 νέκρωσε όλες τις επαφές του με τη Δύση και τώρα διαμιάς κόπηκαν και οι σχέσεις του με την Ανατολή
που το έστησε όρθιο και που μέχρι  χθες ήταν εδώ ,μισοκοιμισμένη και λαβωμένη ,
αλλά παρούσα και πραγματική , όπως ο ουρανός κι η γη .
Και να που η Ανατολή χάθηκε κι αυτή σαν αερικό και τώρα πια το γεφύρι
 δένει μονάχα τα δυο κομμάτια της πόλης κι εκείνα τα χωριουδάκια ,
καμιά εικοσαριά όλα κι όλα ,από τη μια και την άλλη πλευρά του Δρίνου.     
Το μεγάλο πέτρινο γεφύρι έγινε με την έμπνευση και την ευλάβεια του βεζίρη
 από το χωριό Σοκόλοβιτσι και θα’πρεπε να ενώνει ,σαν ένας από τους συνδετικούς κρίκους   της  αυτοκρατορίας  ,
τα δύο άκρα της και ν’αλαφραίνει <<στ’όνομα του Θεού >>το πέρασμα από τη Δύση στην Ανατολή κι αντίστροφα.
 αιώνες  κράτησε γερά και ξεπέρασε όλες τις αναποδιές χωρίς να πάθει το παραμικρό
κι υπηρέτησε πιστά την αποστολή του ,αλλά οι ανθρώπινες ανάγκες άλλαξαν
 και τα πράγματα στον κόσμο πήραν άλλους δρόμους.
Το γεφύρι προδόθηκε από την ίδια την αποστολή του. Με το μέγεθός του ,τη στερεότητα και  την ομορφιά του ,
στρατοί και στρατοί θα μπορούσαν να διαβαίνουν από πάνω του
 και καραβάνια πολλά για αιώνες να περνούν απ’αυτό ,
αλλά να που το παντοτινό  κι απρόβλεπτο  παιχνίδι της μοίρας των ανθρώπων
  έκανε το τάμα του βεζίρη να βρεθεί ξαφνικά παραμερισμένο
 και με τρόπο παράδοξο να μείνει έξω από τη ζωή των ανθρώπων.
 Παρ’ όλ’ αυτά , ο ρόλος του γεφυριού δεν ερχόταν σε αντίθεση με την πάντα νεανική παρουσία  του
και τις γιγάντιες αλλά αρμονικές γραμμές του.
Ήταν εκεί όπως το είχε δει ο βεζίρης  με τα μάτια της ψυχής του και με κλειστά τα βλέφαρά του
 κι όπως το έστησε ο αρχιμάστοράς του :δυνατό ,όμορφο, παντοτινό ,
πέρα κι έξω απ’ όλα όσα άλλαξαν γύρω του.  
Χρειαζόταν καιρός και χρειαζόταν και κόπος πολύς για να καταλάβουν οι άνθρωποι της πόλης
  αυτό που ειπώθηκε εδώ  σε μερικές αράδες  ,
αυτό δηλαδή που πραγματικά έγινε μέσα σε λίγους μήνες .
 Ακόμα και στα όνειρα  , τα σύνορα δεν αλλάζουν τόσο γρήγορα κι ούτε φεύγουν και πάνε τόσο μακριά .   
Όλα όσα ήταν αποκοιμισμένα στην ψυχή των ανθρώπων ,πανάρχαια σαν  τούτο το γεφύρι
 κι άφωνα κι ακίνητα σαν κι αυτό , τώρα ζωντάνεψαν  ξαφνικά
 κι άρχισαν να μπαίνουν στην καθημερινή ζωή του ανθρώπου και στου καθενός τη μοίρα.
Οι πρώτες καλοκαιρινές μέρες του 1913 ήταν βροχερές και χλιαρές.  
 Πάνω στην Πύλη ,βαρύθυμοι μουσουλμάνοι της πολιτείας  ,άνθρωποι περασμένης ηλικίας ,
περνούν τις μέρες τους παρέες  παρέες ,με κάποιο νεότερο  ανάμεσα τους
που τους διαβάζει  εφημερίδα και τους εξηγεί  διάφορες άγνωστες εκφράσεις ,
παράξενα ονόματα και γεωγραφικούς  όρους .
Καπνίζουν ήσυχα και κοιτάζουν μπροστά τους ασάλευτοι ,
δίχως να μπορούν να κρύψουν την ανησυχία και την αναστάτωσή τους.
Κρύβοντας  τη συγκίνηση σκύβουν πάνω στο χάρτη όπου σημειώνεται το μοίρασμα  της   βαλκανικής  χερσονήσου .
Κοιτάνε το χαρτί , αλλά τίποτα δε  βλέπουν  σ’ αυτές τις σπασμένες  γραμμές ,
τα ξέρουν όμως και τα καταλαβαίνουν  όλα , γιατί κουβαλάνε μέσα τους  τη δική τους γεωγραφία
 κι έχουν στο αίμα τους τη δική τους αίσθηση του κόσμου.  

-Σε  ποιόν  πάνε  τα  Σκόπια ;  ρωτάει ένας γεροντάκος, τάχα αδιάφορα το νεαρό που διαβάζει .
– Στή Σερβία        
 –Ο χ !

-Η  Σαλονίκη  τίνος είναι ;
     – Ελληνική .     
        -Οχ !  Οχ !

– Και η Ανδριανούπολη ; ρωτάει άλλος σιγανά .
 – Βουλγαρική νομίζω
    – Οχ ! Οχ! Οχ!

( απόσπασμα )


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s