παγωνιά ,παραμονή πρωτοχρονιάς του 2012 , το Adagio του Αlbinoni ξαναζεσταίνει τον Αργύρη Χιόνη εκεί ψηλά …..

ΕΝΑ  ΜΑΓΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΠΛΑΝΙΟΜΟΥΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.

 

Το Σεπτέμβριο του 1967, βρέθηκα, για πρώτη φορά στη ζωή μου, έκτος των συνόρων της χώρας μας και, μάλιστα, αρκετά μακριά από αυτά τα σύνορα, στο σκοτεινό Παρίσι, που επιμένει να αυτοαποκαλείται «Πόλη του φωτός». Προερχόμενος από προλεταριακή οικογένεια διέθετα εντελώς στοιχειώδη παιδεία ‘ είχα τελειώσει μόνο το γυμνάσιο και οι γνώσεις μου στα γαλλικά έφταναν μέχρι το oui, to non, και το merci, καθώς και εκείνο το εξελληνισμένο μπαρδόν. ‘Όσο για τις μουσικές μου γνώσεις, αυτές κάλυπταν μεν ολόκληρο το φάσμα του ρεμπέτικου, του λαϊκού και του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού της εποχής εκείνης, αλλά δεν εισχωρούσαν, ούτε κατ’ελάχιστον, στο χώρο της κλασσικής μουσικής.  Βρέθηκα, λοιπόν, ένα ωραίο και χαμένο «ζωντανό», να πλανιέμαι, σχεδόν άστεγος και πένης, στην «Πόλη του φωτός», πασχίζοντας να επιβιώσω με σκληρές δουλειές, μίζερες αμοιβές και κάποια μαθήματα γαλλικών που παρακολουθούσα στην Alliance francaise οπού και γνώρισα μια κατάξανθη «μικρή Ολλανδέζα», η οποία κρατούσε τα παιδιά μιας εύπορης γαλλικής οικογένειας και , στη συνέχεια, έγινε η αιτία για να μετακομίσω στο Άμστερνταμ.

Την παραμονή της πρωτοχρονιάς  του 1968, προς το βράδυ (ένα σκοτεινό και βροχερό βράδυ, με κρύο διαπεραστικό που σε περόνιαζε ως το μεδούλι), επιστρέφοντας με τα πόδια, χάριν οικονομίας , στην αποθήκη που μου είχαν παραχωρήσει κάτι Γάλλοι σύντροφοι για κατοικία, πέρασα έξω από την εκκλησία του Saint Sulpice. Και, ξαφνικά, σαν από θαύμα, έπαψα να νιώθω ξένος κι έρμος και περονιασμένος απ’το κρύο σ’ αυτήν τη γκρίζα πολιτεία του βορρά.  Μια μουσική ουράνια, που έβγαινε απ΄τη μισάνοιχτη πόρτα, με τύλιξε σαν ζεστό πανωφόρι, μ’ αγκάλιασε φιλόξενα και μ΄έσυρε  μες στο γλυκό ημίφως του ναού όπου κάποιος οργανοπαίκτης, κάποιος άγγελος, ή ο Θεός ο ίδιος έπαιζε, στο εκκλησιαστικό όργανο, μια μουσική ανήκουστη, πονεμένη, σπαραχτική και, ταυτόχρονά, βάλσαμο για τη μοναχική και χαμένη ψυχή μου. Κάθισα σε μια γωνιά, σιωπηλός, κι άκουγα, κι άκουγα…κι η μουσική τελείωνε και ξανάρχιζε, εγκατέλειπε για λίγο στην παγωνιά και με ξανατύλιγε  στη ζεστή αγκαλιά της (φαίνεται πως ο οργανοπαίκτης, ο άγγελος ή ο Θεός έκανε πρόβες), ούτε κι εγώ ξέρω για πόσες ώρες.

Όταν , χωρίς να καταλάβω πως, σα να μην είχα διόλου περπατήσει (αν και η συνοικία του Ivry, όπου έμενα, ήταν χιλιόμετρα μακριά), έφτασα στο κατάλυμά μου, βρήκα να με περιμένει, καθισμένη στο κεφαλόσκαλο, η μικρή Ολλανδέζα. «Χρόνια Πολλά» μου είπε και μου χάρισε ένα μικρό, σαρανταπεντάρη δίσκο και το λεξικό «Francais – Grec Modern / Grec Modern – Francais  του A. Mirabel.

Το λεξικό άρχισα να το χρησιμοποιώ αμέσως, το δίσκο τον άκουσα, για πρώτη φορά, το 1969, στο Άμστερνταμ, όταν απέκτησα το πρώτο, στη ζωή μου, γραμμόφωνο. Ήταν το ίδιο κομμάτι που με ζέστανε εκείνο το βράδυ στον Saint Sulpice’, το Adagio του Albinoni.

Aργύρης Χιόνης. 

περιοδικό η λέξη .

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “παγωνιά ,παραμονή πρωτοχρονιάς του 2012 , το Adagio του Αlbinoni ξαναζεσταίνει τον Αργύρη Χιόνη εκεί ψηλά …..

  1. Τον Αργύρη Χιόνη δεν τον ήξερα και προφανώς δεν έχω διαβάσει κάτι δικό του. Η ανάρτηση σου μου έδωσε την αφορμή να ψάξω γι’ αυτόν στα γρήγορα ,και δεν είναι μόνο η γραφή του που με άγγιξε (από τα λίγα που διάβασα ) αλλά και η ζωή που έκανε. Με συναρπάζουν οι άνθρωποι που γυρίζουν πίσω στη γη και ανακατεύονται με το χώμα.
    Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.
    Υ.Γ Συγκινητικός ο συνδυασμός στον τίτλο της ανάρτησης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s