Μόνο τούτο νά σέ λέω : Πολύ βρόμικο πράμα ο πόλεμος ,τζάνουμ .


Από δώ σέ φέρνει ,απ’ εκεί σέ τραβάει – δέ γίνεται : θά τή χάσεις τήν ανθρωπιά σου.
Όμως γίνεται κάποτες καί νά τή βρής ,χωρίς να τό προσμένης.
Κ ‘είναι τότες νά χαίρεσαι πώς δέν τήν έχασες για πάντα . Αυτό έγινε καί σέ μένα…
Ήτανε ,λέει, Αύγουστος.Ο ελληνικός στρατός είχε αδιάσει τό Αφιόν Καραχισάρ.
Καί μόνο ο Γιορδάνης νά μήν τό ξέρη καί νά μπαίνη ξέγνοιαστος ,έξι ώρες αργότερα,στήν πολιτεία.
Γύριζε από μιάν επιχείρηση πού είχε αναλάβει κατάμονος:Ν’ανατινάξη κάποιο γεφύρι.
Στούς έρημους τώρα δρόμους τρέχανε οί τσέτες καβαλλάρηδες νά ψάχνουν για Ρωμιούς.
Γιά στρατιώτες καί πολίτες,πού θά μπορούσαν νάχαν κρυφτή καί νά χτυπήσουν πισώπλατα τούς Τούρκους.
-Ξαφνιάστηκα .Μά ότ’ ήταν νά μ’αδράξουν κάποιοι τους ,πρόφτασα καί γλύστρησα σ’ένα στενό.
Πήδηξα κάποιο μαντρότοιχο καί βρέθηκα σ’ένα σκιερό περιβόλι.
Κι ώς δέν ένιωθα μήδ’ εδώ σίγουρα,πήδηξα καί τόν άλλο μαντρότοιχο.
Βρέθηκα σ’ένα στενό καλντερίμι. Γλυστρούσα τοίχο-τοίχο ,μά τό σοκάκι απόμενε στό βάθος κολοβό ,
μέσα σέ τρείς ψηλότοιχους ,τρία βουβά σπίτια.
 Άλλο δέν είχα νά κάνω :Μπήκα σ’ένα κούφωμα πόρτας κ’έβγαλα τό μαχαίρι μου.
-Θάν τ’ ακριβοπληρώσουν τό πετσί μου οί ταμπάκηδες !πήρα τήν απόφαση .
Κι απόμεινα νά περιμένω τούτα τά ποδοβολητά πού ξάτρεχαν ,νόμιζα ,τά βήματά μου.
Μιά βδομάδα πιό πίσω σμίξαν τά πόδια μου μέ δυό τής πατρίδας.
Άν δέν στό είπα ,είμαστε ,κατά πώς μάς τό ζήτησαν τότες ,σκόρπιο αντάρτικο.
Ένας -ένας ,δυό-δυό κι όχι περισότεροι ,πίσω από τό τούρκικο μέτωπο.
Μιά κ’ έτυχε τό λοιπόν νά σμίξουμε σ’ένα απόμερο χάνι ,σουβλιστό αρνί παραγγείλαμε στό χανιτζή.
Παρέα μας καί δυό Τουρκιά ,γιά νά λείπη η υποψία ,όλοι μας τάχα Τουρκαλάδες ,στήν ίδια γλώσσα νάν τά λέμε.
Μόνο κάποτες,σάν ξακρίζαμε δυό νά ψιθυρίζουμε στά Ρωμέικα μιά κουβέντα στά πεταχτά από τά δικά μας.
Κόψαμε καί ξεκοκκολίσαμε τ’αρνί ,πέντε στόματα ,πολύ δέ μάς έπεσε.
Κ’ εκεί πάνου στό πιοτί καί τόν αμανέ καί τό <<γιασασίν Κεμάλ !>>σηκώνεται ο γεροντώτερος, ο Δημητρός μέ τόνα μάτι,
χρόνια ψημένος στό μπαρούτι ,κυνηγάρης τού κάθε τις :
-Nα δούμε καί τί μάς γράφει τό κισμέτ,γκιολδάσηδες !
 Ξεχωρίζει τήν πινακίδα ,τή φέρνει στό φώς,τήν ψάχνει από δώ, τήν ψάχνει από κεί ,στριφίζει τό πικρό του πρόσωπο.
-Ξέρει άλλος νά τή διαβάσει ; ρωτάει .
-Ξέρω εγώ ,λέει τό ένα Τουρκί.Κρατάω από καραμανλήδες.
Καί σάν τή πιάνη ,μέ τήν πρώτη ματιά :
-Κακό! λέει.Χαλασμός !
-Πού μπρέ;
-Χαλασμός ! λέει κι ο Δημητρός.
Καί δέν τού παίρνουμε από τήν ώρα εκείνη άλλο λόγο.Δικός μας χαλασμός; Τών Τούρκων χαλασμός;
Μπρέ τής Τουρκιάς θά  ‘ ναι είπα κ’ ησύχασα.
Χαιρέτησα καί χωρίσαμε. Όλη τή μέρα γύριζα. Σημάδευα ,μάθαινα ,κράταγα λογαριασμό.
Σάν πιά γιά καλά βράδιασε ,βρήκα αποκούμπι  σέ μιάν έρημη μές στά έρημα Τουρκαλού ,μέ στρατιώτη τόν άντρα της
καί μιά μπάμπω χούφταλο ,μόνη συντροφιά της.
-Εκμέκ βάρ ;
Γιά Τούρκο μέ πέρασε ,μέ καλοδέχτηκε.Ζεστό τό σπίτι ,ζστό τό κρεβάτι ,ζεστό καί τό κορμί της τό διψασμένο.
Έιβαλάχ ,τί πολύ μέ ξεκούρασε.Δυό μέρες δέν τό κούνησα από τό κονάκι της:
Όρνιθα βραστή ,όρνιθα ψητή ,μπερκέτ βερσίν  καί τί έλεγα; Ναί!
Τό δεύτερο βράδυ βλέπω όνειρο εκεί κατά τά χαράματα:Βρισκόμουν ,λέει ,σέ μιά μαρμαρένια σκάλα πεντάψηλη ,
πού ανέβαινε ,κατέβαινε ,καί τελειωμό δέν είχε.Καταμεσής πές, εγώ ,κ’εκεί πού λόγιαζα τ’ανηφόρι της
κι ανασκάλευα νά μαντέψω πού φέρνει , νά παραπατάω ,να πέφτω καί νά παίρνω κουτρουβάλα !
Καί τά σκαλιά τελειωμό θαρρώ, νά μήν έχουν ,μήδ ‘ η κουτρουβάλα! Μόνο νά νιώθω τήν κόψη τους στή ράχη μου κάθε φορά,
γκάπ !-γκούπ ! γκάπ!-γκούπ !
Όμως ,τό μπόρεσαν κάποτες τά χέρια νά γαντζωθούν σφιχτά καί ν’ απομείνω ανάερα ,μήδ ‘ εγώ ξέρω πού καί πώς…
Μέ τούτο ξύπνησα κ’ η χανούμ έσκουζε σάν σκυλίτσα μές στά μπράτσα μου από τό σφίξιμο.
Μέτρησα τίς μέρες : Κυριακή ξημέρωνε, θ’ αληθέψη είπα. Σάν έφυγα, έκανα κρυφά τό σταυρό μου .
Καί νάμαι τώρα !Νά θυμάμαι τ’όνειρο καί νά καρτερώ τό κισμέτ νά μέ γλυστρήση .
 Κ’ εκεί δά ήταν πού άνοιξε η πόρτα πίσω μου .
-Γκιαούρ κιοπέκ!  βροντάει μιά φωνή καί μπρόβαλε ένας Οσμανλής τετράψηλος καί μαυρειδερός .
Μέ τής θύρας τό τρίξιμο πήδηξα στό καλντερίμι . Κ ‘ ήταν τώρα τούτος μπρός μου άγριος , μέ τά μάτια του νά σπιθοβολούν
καί μέ μιά κάμα στό χέρι . Αντικρυστήκαμε ίδια κοκκόρια .Νά γέρνουμε τό πανωκόρμι , νά σφίγγουμε τήν κάμα ,
νά μελετάμε ο ένας τού άλλου τό κάθε σάλεμα.
 Πίνει αφηρημένα τό κρασί του ο Γιορδάνης κι ο νούς του στέκεται καί τώρα ανοιχτομάτης πάνω στή δύσκολη στιγμή .
– …Θέλεις κισμέτ ; Θέλεις νάκανε χάζι ο Γεραμπής από τά ψηλά ,καί πολύ νά τόν κούρασαν τά τόσα αίματα εκείνη τήν ημέρα;…
Ένα κοριτσάκι ,τεσσάρω-πέντε χρονώ ,βγήκε τρέχοντας από τήν ίδια πόρτα .
Πρόφταξε τό μάτι μου ένα γλυκομελαχροινό μουσουδάκι ,μέ λυτά μαλλιά.
  -Μπαμπά !…
  -Ίστε μπρέ !  έκανε τούτος άγρια .Γύρνα στό σπίτι !
Μά τό κοριτσάκι μπερδευόταν πιά ανάμεσα μας ,σάν ένα σκυλί ,καί τ ‘ αγκάλιαζε τά πόδια .
Μπορούσα τώρα δά στά εύκολα νά τόν βαρέσω ,έτσι ως τούτος φοβήθηκε μή καί πάθη τό κοριτσάκι,και αποτραβούσε.
Όμως δέν τόκανα . Εκείνη τή στιγμή ένιωθα πώς στεκόταν πάνουθε μας ο θεός.
Ο δικός μας ήταν;  ο Αλλάχ ήταν;- δέν τό καλόνιωθα .Μόνο πού σά νά μέ κοίταζε μέ αυστηρά μάτια κ’ έτσι σά νά μουρμούριζε θαρρούσα: <<- Nά σέ δώ τώρα , τί θά κάνεις ; Νά σέ δώ !… >>
Τό μπορούσα ,εφέντη  μ ‘, έτσι τσαμπούκ -τσαμπούκ  νά τού μπήξω τήν κάμα , ώς μισόσκυβε πάνου από τό μικρό !
Νά κλοτσήσω καί τούτο ,νά τό λειώσω κάτω από τήν πατούσα μου , σάν κουτάβι! …Μά δέν κουνήθηκα .
Τούτο τό μελαχροινό πραματάκι ,μιά σταλιά άνθρωπος ,είπα ,είναι τού θεού τό δάχτυλο.
Δέν μπορώ νά χτυπήσω τούτο τό δάχτυλο ,μηδ’ ό’τι κρύβει πίσω του .Θές πάλι πώς νάχε μπουχτίση πιά κ’ η ψυχή μου τό αίμα,
κι ανασηκωνόταν ν’ αρνηθή ,σάν τ’άστρωτο τ’άλογο;Δέν ξέρω ,μηδέ τώρα τό πώς καί τό γιατί ,τζανούμ .
Μόνο ,λέω , πώς ξύπνησ ‘ η ανθρωπιά – κι άς ήταν καί μπρός στόν κίντυνο .
  Τραβήχτηκα δυό βήματα πιό πίσω ,καί σταύρωσα τά χέρια .Τούτος ,σάν ανάγειρε ,απόμεινε σερσέμης ,μέ τό χέρι πάνου
στό κεφαλάκι τού κοριτσιού του ,πού δέν τόλεγε νά ξεγαντζωθή από τό πόδι του .
   -Γιουνάν ; λέει καί δέν πιστεύει τά μάτια του .Δέ μέ χτύπησες ;
   -Γιόκ !
   -Κιότησες , μπρέ;
   -Ναί ,τού κάνω .Τό κοριτσάκι σου φοβήθηκα.
   -Νά διώξω τό κορίτσι χτυπάς ;
   -Όχι .Μόνο σάν πέσης εσύ πάνου μου ;
Απόμεινε νά μέ κυτάζη μ’ ανοιχτό  στόμα καί νά μήν πιστεύη .
    -Πέρνεις όρκο στό Γεραμπή πώς δέ χτυπάς ;
   -Παίρνω ! Βαλλαχί -μπιλλαχί !
   -Καί γιατί δέ χτυπάς ,μπρέ Ρωμιέ ;
   -Τί νάχω εγώ μαζί σου ;Εσύ ζητάς νά μέ κοψιδιάσης ,γιατί ακούμπησα στή θύρα σου .
   -Μπρέ …
   -Εγώ αγά μου ,καί νά ζήσω καί νά σκοτωθώ ,ένα τομάρι είμαι .Δέ χρωστώ .Όμως εσύ ,μικρό ‘ναι τό κορίτσι σου ,
   ως νά γενή χανούμ ,σέ χρειάζεται !
Είχα παλιούς λογαριασμούς μέ κάποιους Τούρκους ,μά τούς είχα πιά ξοφλήσει.Μπορούσα τώρα νά πώ ,κι άς χύθηκ ‘αίμα,
πώς όχι, δέν ήταν όλοι τους κακοί .Τούτ ‘ η γής κρατάει και φίδια καί γουστερίτσες .Πώς νά λειώνης ,εφέντη μ , μέ τήν πατούσα σου τίς γουστερίτσες ,πού μόνο λίγον ήλιο αποζητάνε ,γιατί τά φίδια φαρμακεύουν ;
Εκείνη δά τήν ώρα τόνιωθα ξάστερα καί μετάνιωνα καί πικραινόμουν γιά τ’άδικο αίμα .
Όμως στεκόμουν καί στά δέκα δάχτυλα .Γιατί ,τί τά θές ; πολύ άπιστος  στέκετ’ ό άνθρωπος ,Τούρκος ,γιά Ρωμιός ..-άνθρωπος
είπαμε . Μπορεί καλός ,κατάκαλος, μπορεί καί τίγρης ,νά χαίρεται μόνο στό κακό.

Το Μέγα Δρυ . ( απόσπασμα )
τού Γεράσιμου Χυτήρη

από τήν ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ της Νεοελληνικής Γραμματείας τού ΡΕΝΟΥ ,ΗΡΚΟΥ και ΣΤΑΝΤΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s