O φυγόδικος

 

<<Δέν βάνω χέρι να ληστέψω φτωχούς ανθρώπους , που δέν έχουν  500 λίρες τουλάχιστον και πάνω ,για την οικογένεια τους και τόν εαυτόν τους>>                              Λήσταρχος Καπετάν- Φώτης Γιαγκούλας  ( Ελλάδα δεκαετία του 20 )
 

Εκειά ,κατά τα λυχνανάμματα ,ο Σηφάκας ήφταξε στό χωργιό.

Μα δέν επήε ντελόγο στό σπίτι του. Περίμενε να σκοτεινιάση καλά για να πάη.Νά μήν τόνε δή κιανείς.

Η Μάνα ντου ήστρωνε το τραπέζι κεινιά τήν ώρα , μαγέρευγε τήν όρνιθα ,κ’ήβραζε τ’αβγά.

Μά πότε-πότε ήλεγε και του σύντεκνου δυό λόγια :

– Δέ μπορώ σύντεκνε,μπλιό ,τουτηνά τη ζωή. Να με λυπηθή μπλιό ο Θεός. Δέ βαστώ τήν τρομάρα 

και τα καρδιοχτύπια.Οι εδά τόνε ζυγώνουνε ,οι εδά τόνε πιάσανε ! Ένα τέλος να γενή ,κι ώς θέλει ας είναι.

Η μάνα τάλεγε τουτανά του σύντεκνου ,του βουλευτή ,πούρθε από την χώρα. Σάν ηρχούντονε ,πάντα ντου στού Σήφακα εκόνευγε.Ακόμη κ’εδά ,που ο Σήφακας είχα καωμένο το φονικό και γύριζε φυγόδικος,

επαδά στό σπίτι ντου επέζεφνε. Και κάθε βολά ,η μάνα ήβρισκε τρόπο να κάνη χαμπέρι του γιού τζη

να κατεβαίνη.

-Εμήνυσά του πάλι απόψε ναρθή. Νά τού πής σύντεκνε, είντα να κάμη. Να ξακλουθή να γυρίζη τά βουνά

φυγόδικος ,γιά νά παραδοθή ,κι ο Θεός έχει.

Και όλο μπαινόβγαινε ,και όλο πράμά ‘χε να ετοιμάση.

Τέλος , ήρθε ο Σήφακας ,αψηλός άντρας ως εκιέ πάνω ,με μαύρα γένεια και πυκνά μαλλιά ,

μελαψός , γλυκύς στήν όψη και ήμερος.

-Μανάκι ,χαζίρεψε νά φάμε. Φέρε και κρασί νά πιούμε. Κί ό,τι έχεις ογρήγορα νά γενή,

γιατί πεινούμε . Νά σέ δώ !

-Έγνοια σου ,παιδί μου . Μέ τσί χαρές σου ό,τι μού πής… Μά κοπιάστε !…Όλα είναι έτοιμα !

Ό Σήφακας ,πριχού κάτση ,βάνει κρασί καί κερνά τό σύντεκνο:

-Στήν υγειά σου ,σύντεκνε ‘ καλώς εκόπιασες !

Μά δέν είχανε καλά- καλά σηκωμένο τό ποτήρι ,καί χτυπά η πόρτα.

-Ανοίξετε ! φώναξε απόξω η φωνή τού αποσπασματάρχη.

-Είντα γυρεύγετε επά; απηλογήθηκε η μάνα καί πήε στήν πόρτα καί στάθηκε.

-Άνοιξε τως μάνα ! είπε ο Σήφακας ατάραγος ,κι άφηκε τό ποτήρι !

Ήνοιξε καί μπήκανε μέσα τρείς νομάτοι.

-Σήφακα ,ακλούθα μας !είπε ο αρχηγός.

-Μέ τσί χαρές σας ,μά πρώτα θά φάω καί θά πιώ μέ τό σύντεκνο.

-Δέ μπορούμε ν’ανιμένωμε.

-Είπα σας , δικός σας είμαι .Άνιμένετέ με νά ποφάω .Μουσαφίρη έχω.

-Λέμε πώς δέ θά τό θελήσης νά σέ πάρωμε μέ τό ζόρε. Ακλούθα μας μέ τό καλό .

Ό Σήφακας εγίνηκε κίτρινος σάν τό κερί .  Τά μάθια ντου σπιθίσανε,

σούφρωσε τά φρύδια ντου καί ξανάπε :

-Είπα σας ν’ανιμένετε νά ‘ποφάω .

Οι τρείς νομάτοι κάμανε νά πάνε κοντά ντου.

-Σήφακα ,είπαμε νά μάς ακλουθήξης μέ τό καλό.

-Μά τότε σας ! …

Έ , καί ποιός είδε τό θεό καί δέν τόνε φοβήθηκε !

Ό Σήφακας εχύθηκε σάν τό θεριό .

-Γαμώ τό  Θεό σας , κερατάδες !

Μιά καρέγκλα σβούριξε σά σφεντόνα πάνω από τήν κεφαλή  ντου  κ’ήπεσε βαριά.

Κί άλλη , κί άλλη . Ένα μαχαίρι ήστραψε στό λιγοστό φώς τού λύχνου .

Κ’ οί τρείς νομάτοι ήτανε χάμαι .

Ό Σήφακας τσί διασκέλισε ,στάθηκε στό τραπέζι , ήβαλε κρασί .

-Στήν υγειά σου , σύντεκνε ,καί καληνύχτα !

Ήσφιξε τή ζώνη ντου καί χίμηξε στό σκοτάδι

περίληψη :      Tής  Γαλάτειας  Καζαντζάκη
Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “O φυγόδικος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s