Πάιντος ! πάιντος !

foto:Τάκη Τλούπα
foto: Κώστα Μπαλάφα
Δέ ρώτησε κανείς μας άν είχαν αφέντες τά περιβόλια.
Γιά μάς ως εκεί που έφτανε το μάτι μας και χίλιες φορές πιο πέρα ακόμα,
ότι φύτρωνε πάνω στη γή κι ό’τι έβλεπε από πάνω ο ήλιος , ήτανε δικό μας.
Όσο πιό όμορφα ήσαν τά δέντρα κι όσο πιό γλυκά τα φρούτα τους ,τόσο πιό δικά μας ήσαν.
Μιά μέρα όμως μάς μάθανε σκληρά ότι δέν ήταν δικά μας καί λυπηθήκαμε – μάνα μου, πόσο λυπηθήκαμε
η Σίικα μου κ’εγώ ! Ήταν πολύ κακός ο τρόπος που το μάθαμε. Νά πώς :
Μέναμε σκαρφαλωμένοι απάνω σ’ένα δέντρο -μουριά ήτανε- και διαλέγαμε τά πιό γλυκά μούρα
καί τα’ι’ζόμασταν. Ήμασταν τόσο ξέγνιαστοι πού η Σίικα έλεγε κ’ένα τραγούδι.
Επειδή δέ φαινότανε κανένας μεγάλος γιά νά μάς ντροπιάση, τήν άφηνα να το λέει όσο πιό δυνατά ήθελε:
Mάικο μι κουπίλε          { Η μανούλα μου μ’ αγόρασε
σαρένι τσουράπκι             κεντητές κάλτσες …
ντλί-ντλί-ντλί-ντλί,        ντλί-ντλί-ντλί-ντλί,
ντλί-ντλί-ντλί-ντλί.         ντλί-ντλί-ντλί-ντλί.}
Κ’εκεί σάν αράπης του παραμυθιού, νάσου! ένας άγριος αρματωμένος άνθρωπος.
Η καρδιά μας σπαρτάρησε. Ήταν πολύ άγριος άνθρωπος αυτός ο αρματωμένος.
Τόσο άγριος ,πού λές ο θεός δέν είχε άλλη δουλειά κ’έκανε αυτό τόν άνθρωπο
γιά νά τρομάζει τα μικρά παιδιά. Η φωνή του μάς θέρισε όλο τό κουράγιο μας.
Μάς έλεγε νά κατεβούμε,κ’εμείς ανεβαίναμε ψηλότερα,γιά νά μή μάς φτάνει η τουφεκιά του.
-Ελάτε μπρέ μαλέτσκα! [τά μουστάκια του ήτανε σά δαγκάνες]
-Όχι-όχι-όχι!
-Άμπρέ γκιαόλια τού γκιαόλου !
Η Σίικα άρχισε νά κλαίη.
Εδώ ήτανε η ώρα νά δείξω τί άντρας ήμουνα.
-Πέταχτο καί θά κατεβούμε.Μιά φορά εγώ θά κατεβώ.
-Μήηη! φωνάζει η Σίικα.Τά σό ρίξη στό κεφάλι σου τουφέκια…Δέ τέλω, όχι,όχι, Μήηη…
-Έλα μπρέ ντάιμπομπ ! όλο καί αγριέυει ο άνθρωπος.
-Μπάρμπα ,κοίτα. Άκου ! Άσε μέ νά κατεβώ νά σού πώ ένα λόγο κ’ύστερα σκότωσέ με.Θέλω να σού
πώ όμως πρώτα αυτό τό λόγο.
-Ά , ιέλα !
Κατέβηκα καί άρχισα νά τού μιλώ.Πιό πολύ κατάπινα παρά μιλούσα.
-Τί θά μάς κάνης ; τόν ρωτώ.
-Τά σό ντώσω ξύλα !
-Πόσο; Είκοσι ξυλιές ,εκατό ξυλιές ;
-Γκιακόσα !
-Πιό λίγο δέ γίνεται ;
-Όκι .
-Καλά …-έκανα τήν πιό μεγάλη μου καταπιά…- τότε δώστες όλες σέ μένα.
Έσφιξα τά δόντια ,έσκυψα καί περίμενα .
-Όκι!.. ιμένα όλα, ιμένα όλα! Καί κρεμάστηκε από μιά κλάρα η Σίικα. Ήτανε τόσο ψηλά πού δέν τής έκανε
καρδιά ν’αφήση μπόι καί νά πηδήξη ,ούτε καί νά ξανασκαρφαλώση πάλι μπορούσε.
Έμενε μέ τό φουστανάκι της σά καμπάνα κρεμασμένη.
Ο δραγάτης τής έπιασε τό πόδι καί τό πήγαινε πέρα-δώθε, πέρα -δώθε σά γιά νά σημάνη. Ύστερα τή λυπήθηκε,τήν έπιασε άπ’ τή μέση καί τήν κατέβασε.
Τήν πήρε ,τήν έφερε κοντά μου ,μάς έβαλε δίπλα κόκκινους-κόκκινους καί τούς δυό,
καί μάς αγριοκοίταξε μέ τά μάτια του πού είχαν μέσα πολύ ασπράδι.
-Μπάιτσε ,τού λέει η Σίικα μέ παρακάλιο, μπάιτσε…κ’έτρεμε..Είσι καλό μπάιτσε εσύ, γιατί τέλεις
νά μάς πετάνης μέ τό ντουφέκι σουου; Τά σό ντώσω ζαχαράτα… , κοίταξε… -άνοιξε το μαντήλι της
κ’ έβγαλε μιά τελευταία καραμέλλα … Νά , μπάιτσε , νά… νά…
Φάτο… , είναι πουλύ γλυκό…Καί τού τήν έδωσε.
Τόν βλέπαμε καί οι δυό στά μάτια… Βλέπαμε σιγά -σιγά τό ασπράδι τους να λιγοστεύη ,
νά μένη μαύρο , γλυκό ,καί τά μουστάκια του νά σαλεύουνε , νά σαλεύουνε και νά γελούνε ,
όλος νά γελάη , όλα του !
Έβαλε τήν καραμέλλα στό στόμα του ,άπλωσε τά χέρια του , μάς έτριψε τά κεφάλια χαιδευτικά ,
κοίταξε ένα γύρω , καί μέσα στά μάτια του είδαμε όλα τά περιβόλια καί τά δέντρα δικά μας .
[απόσπασμα]

ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ  ΜΕΝΕΛΑΟΣ

 

γλωσσάριο: Πάιντος: [τουρκ.paydos]εντολή για αναχώρηση η διακοπή εργασίας.

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Πάιντος ! πάιντος !

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s