ΜΙΑ ΜΗΛΙΑ ΕΦΥΤΡΩΣΕ

H ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ τών βαλκανικών χωρών, επηρεασμένη απο την κοινή ιστορία ( εμπόριο, γλώσσα, κουλτούρα κλπ.) χαρακτηρίζεται συγχρόνως από τις ιδιομορφίες κάθε χώρας και περιοχής. Αξιοσημείωτα είναι τα κοινά παραμύθια, ιστορίες και δημοτικά τραγούδια που υπάρχουν στην παράδοση όλων των χωρών. Ένα τέτοιο είναι το τραγούδι που μιλά για τη γυναίκα η την αγαπημένη του πρωτομάστορα που θυσιάζεται και θάβεται στα θεμέλια μιας εκκλησιάς η ενός γεφυριού προκειμένου να τελειώσει το έργο. Άλλο παράδειγμα είναι  το τραγούδι που αφηγείται την ιστορία μιας οικογένειας με πολλούς γιούς και μία κόρη.

ΣΛΑΒΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

 

  πίνακας : ЛАЗАР ЛИЧЕНОСКИ (1901-1964) Пејзаж од Елбасан , 1934

                                                                                                      

Μια μηλιά εφύτρωσε,                                                                        
σε δυό κλαδιά δυό μήλα,
στο τρίτο αηδόνι κελαηδεί:
<<Φεύγα, φεύγα γριά Γούγκρω,
άτυχη γερόντισσα
με τα δυό σου ορφανά,
γιατί έφτασαν οι Τούρκοι
και τη χώρα θα ληστέψουν!>>
Πρίν το λόγο του τελειώσει
φτάσαν οι καταραμένοι
Αρναούτηδες και Τούρκοι!
Βρήκαν γέρο , τον σκοτώσαν,
νέο, σκλάβο τον επήραν!
Και την λυγερή τη Γιάνκα
με τον αδελφό της Γιάνκο
τους εξόρισαν μακριά.
Στην Ανατολή τον Γιάνκο
και στην Δύση τη Γιαννούλα.
Μεγαλώσαν τα παιδιά,
της παντρειάς έγινε η Γιάνκα
και ο Γιάνκο για γαμπρός.
Κίνησε να πάει καβάλα
με το μαύρο τ’ άλογο του
όμορφη να βρεί μια νύφη.
Έφτασε πολύ μακριά
όπου ο ήλιος βασιλεύει.
Βρίσκει εκεί μια λυγερή
και γυναίκα του την παίρνει.
Τριά χρόνια πέρασαν
κι απόκτησαν έναν γιό
μα παιδί δεν ήτανε
παρά οχιά φαρμακερή.
Κίνησε μια μέρα ο Γιάνκο
για να πάει στο νιό παζάρι,
στο παζάρι-πανηγύρι,
τη γυναίκα του ρωτάει:
<<Πές μου , Γιάνκα μου ,τι θέλεις,
θές μετάξι, θές βελούδο;>>
Και η Γιάνκα του απαντάει:
<<Γιάνκο μου, πρώτη μου αγάπη,
δέν το θέλω το μετάξι,
το βελούδο δεν το θέλω,
μία παραμάνα θέλω
να φυλάει το παιδί,
να σκουπίζει την αυλή.
Ούτε νέα μήτε γριά,
μιά γυναίκα για δουλειά.>>
Πήγε ο Γιάνκο στο παζάρι,
στο παζάρι -πανηγύρι,
της αγόρασε μια δούλα
και την έφερε στο σπίτι.
Πέρασαν δυό-τρείς ημέρες.
Νόστιμα τα φαγητά της
τα μαγείρευε η Γιάνκα,
τραγουδάει η παραμάνα,
το παιδάκι νανουρίζει:
<<Νάνι νάνι ,αγοράκι ,
από γιό και θυγατέρα
της γιαγιάς σου αγαπημένο,
εγγονάκι μου καλό!>>
Όταν κάθισαν να φάνε
ρώτησε τη δούλα ο Γιάνκο:
<<Θέλω ,δούλα μας, γριά μάνα,
κάτι τι νά σέ ρωτήσω,
την αλήθεια μή μου κρύψεις:
Έχεις κάπου συγγενείς,
κάποιο συγγενή δικό σου; >>
Κι απαντάει η παραμάνα:
<<Όχι ,Γιάνκο μου, παιδί μου,
συγγενείς δικούς δέν έχω.
Είχα μόνο δυό παιδάκια,
έναν γιό και μία κόρη,
Γιάνκο λέγανε τ’αγόρι,
Γιάνκα λέγανε την κόρη,
Τούρκοι σκλάβωσαν τη χώρα
κι αρπάξαν τα δυό παιδιά μου! >>
<<Δούλα μου, γριούλα, πές μου,
είχανε κάποιο σημάδι;>>
<<Είχε η κόρη μου η Γιάνκα
στο λαιμό ένα σημάδι
λίγο κάτω απ΄το γιορντάνι
και ο Γιάνκο στο κεφάλι
μέσα απ’ τα πυκνά μαλλιά του!>>

Ζωντανοί αγκαλιαστήκαν,
μα χωρίσανε για πάντα!
Αδελφή, αδελφός και μάνα
πέθαναν κι οι τρείς μαζί.

Μετάφραση: Βάσκος Καρατζάς και Βικτώρια Θεοδώρου
ΑΙΜΟΣ -ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s