Εν επαρχιακή χωροδεσποτεία μεσαιωνικού Βασιλείου

HΛΙΑΣ  ΛΑΓΙΟΣ

(Άρτα, 5 Ιουλίου 1958Αθήνα 5 Οκτωβρίου 2005)

Τά πρόσωπα τού ποιήματος.

Κώστας Σημήτης-Τζόρτζ Μπούς-Τόνι Μπλέρ-Σαντάμ Χουσείν-

Γιωργάκης Παπανδρέου-Ευάγγελος Βενιζέλος-Βάσω Παπανδρέου-

Κώστας Λαλιώτης-ο πατήρ Μπούς.

 


Του Κωνσταντίνου Άρχοντος είναι μεγάλη η στενοχώρια.

Αλλοιώς τά $χε γνωρίσει στο μυαλό του, αλλοιώς τα βούλονταν.
Πώς θα συνάζονταν στην χωροδεσποτεία οι υψηλοί Αυθέντες,
κι οι σκεπασμένες στο μετάξι Κύρισσες κι’ όλο το Αρχοντολόι,
πως θα γενόνταν εορτές λαμπρές και τελετές και τα παρόμοια
που κολακεύουν και φαιδρύνουνε τον γραίκικο λαό της βαρωνείας,
να ξεχαστή με πανηγύρεις και βεγγαλικά η πίκρα κι’ η ανέχειά του.


 

Και πάνω πού $σταιναν περίλαμπρο διάκοσμο, και πάνω
που ξεσκονίζανε τ’ αρχαία αγάλματα, των εθνικών τ’ ανάγλυφα,
που γυάλιζαν τ’ ασημικά και τα εικονοστάσια της Ορθοδοξίας,
πήγε και του καρφώθηκεν του Βασιλέως άψα τρανή για πόλεμο
– Θα την συνδαύλισε, ασφαλώς, κι’ ο κονστουλάτωρ του, ο Αντώνιος της Ιγγλιτέρας.
και σύναξαν φουσάτα σιδηρόφρακτα και κίνησαν για πού;
στις ξεραϊλες και στις ερημιές της απωτάτης Μεσοποταμίας,
κηρύχνοντας σταυροφορία, να ξεμπερδεύουνε με τον τρελλό Χαλίφη Χουσεϊνη,
για να λυτρώσουν, λέει, απ’ τα δεινά και τα μαρτύρια, ποιους; τους άπιστους!


 

Τι τα $θελεν κι αυτός και δέχθηκε του φέουδου την επιτροπεία;
Ήταν σαν πέθαινεν απ’ τις ακολασίες και τις ασωτείες του ο Βαρώνος,
πού $χε ρημάξει κι ερημώσει, τρώνοντας τον πλούτον της, την επικράτεια
αυτός φουσκώνοντας πολιτικές κι οι σύμβουλοί του το πουγκί τους,
και μέχρι που να ενηλικιωθή ο Γεωργίτζης, ο πρωτότοκος
(αναθρεμμένος, σπουδαγμένος στην Αυλή, θεληματάρης του Ηγεμόνος),
φορτώθηκε στους ώμους του διακυβέρνηση κι ευθύνες,
τους τσακωμούς των ευγενών, τις διαβολές, τα σπιουνέματα,
τον Κυρ Ευάγγελον με του ερπετού τα μάτια, της Κυράς Βασιλικής
πέρλες κακόγουστες και μάνητες, και την λυκίσια όψη του Κωνστάντιου.


 

Βέβαια, σωστά τα λογαριάσαν ο Γεώργιος ο Δεύτερος κι ο Αντώνιος
οπού με τ’ αρπαγμένο του Σαρακηνού χρυσίον θα γονατίσουν τους Αυθέντες,
κι οι κομητείες και τα δουκάτα τους κατ’ όνομα θα τους ανήκουν μόνον
και θά $ναι ξένοι, παρεπίδημοι και δούλοι στην δικιά τους γη.
Μα τι τον νοιάζει αυτόν; Ήταν, ποτέ του, παραπάνω από ήσκιος ήσκιου;


 

Και τώρα, παν περίπατο οι ετοιμασίες κι οι λόγοι οι καρναβαλικοί,
οπού ξιππάζουν, εύμορφα, ομιλητές κι ακροωμένους~
και τώρα, παν περίπατο κι οι λιγοστές ελπίδες του
να επιλύση, ειρηνικά, το θέμα του καστέλλου της Τζυπρίας.


 

Όχι πως δεν το ξέρει που, κρυφίως, συνωμοτούν ο Δούκας της Φραγκιάς
κι ο Δούκας της Αλαμανίας. Που πιάσαν κι έστειλαν γραφή προδοτική
στην παγωμένη Μοσκοβία, στον Τσάρο Βόριδα. Κι άλλη γραφή, προδοτικότερη,
στον αινιγματικό Μεγάλο Χάνο του Πεκίνου και στους μανδαρίνους του
(φόρου υποτελείς, Τσάρος και Χάνος του Ηγεμόνος, μα, ωστόσο…).
Και πού το ξέρεις, τι; Όταν καλπάζουν τ’ άλογα, μεριάζει το χορτάρι.


 

Και έτσι, αντί να τήνε προσδοκά, τώρα την Σύναξη την τρέμει,
που θά $ρθουν, υπό τον Αντώνιον, οι πιστοί του Βασιλέως να βγάλουνε Βουλή,
πως χρέος όλοι, Αυθέντες κι Άρχοντες, τον Ηγεμόνα να συνδράμουνε.
Και σαν ν’ ακούη (κουτός δεν είναι) και τους Δούκες να ψελλίζουνε
για του πολέμου τα δεινά, για πόνο ανθρώπινο, κι άλλα χριστιανικώς ψυχωφελή.

 

Τάχα που τους εμπόδισαν αυτά σαν συστρατεύθηκαν με τον παλιό Ηγεμόνα,
(πατέρα του σημερινού) και ξεθεμέλιωναν την Μεσοποταμία,
και σκότωναν, και δήωναν, και βιάζανε, και διαγουμίζανε την χώρα,
μόνο που τότε, ο γέροντας, μοίρασε σ’ όλους μερδικό απ’ τα λάφυρα.
Κι όμως, μ’ αυτά κι εκείνα θέριεψαν τον Θρόνο κι ο Γεώργιος το ξεκαθάρισε
μαζί θα πολεμήσουνε, το βιός δικό του -εξόν την λεία του Αντωνίου.

 

Μα πού, στο διάβολο, θυμήθηκαν την Μεσοποταμία;


Και θα βρεθή στην μέση αυτός, ο ταπεινός κι αδύναμος,
κι από την μια θα τον τραβούν και θα τον σέρνουν απ’ την άλλη.
Και πες, συντάσσεται με τον Αντώνιο. Θα του κόψουνε
οι Δούκες, παρευθύς, τα λίαν γενναία δοσίματα,
και τότες θα του λείψουν ώς και τα χρειώδη για την Βαρωνεία
και θα επακολουθήσουν στάσεις χωρικών και γκρίνιες των εμπόρων.


 

Και. πάλι, πες, βρίσκει κουράγιο, στέκεται στο πλάι Φραγκιάς κι Αλαμανίας.
Τότες οργίζεται ο Βασιλιάς κι ο Αντώνιος, πρόθυμος, αμέσως ξαμολάει επάνω του
τον άγριο Κόμη της Τουρκιάς, παλιό του εχθρό, που μανιωμένος τον λιανίζει
Κι έπειτα; Βάζουνε στο πόδι του, ως λύση σωτηρίας και πειθούς τον Γεωργίτζην,
ανήλικος ξανήλικος, τεμπελχανάς και άνους, μα πιστός του Γεωργίου.
Και χάνονται για πάντα πλέον, οι γλύκες οι αξεστόμιστες, της εξουσίας και της δυνάμεως.


 

Τώρα τις νύχτες, ολομόναχος και κατηφής, περιπατεί στα ολάδεια δώματα,
αυτά που φανταζόταν στολιγμένα θριαμβικώς με θυρεούς κι οικόσημα της Σύναξης,
βαδίζει στα ψηφιδωτά πατώματα, μηχανικά τους πίνακες κυττά
αφηρημένος ένα αντίγραφο του Σκόπα, σύμπλεγμα Νύμφης και Σατύρων,
κι εδώ το πάει, κι εκεί το πάει, δεν βγάνει απόφαση.


Τι τό ‘θελεν ο Παντοδύναμος κι επήγε κι έπλασε την Μεσοποταμία;


Ηλίας ΛΑΓΙΟΣ


13/4/2003 Αναγνώσεις.

Σημείωση:Μιά βδομάδα πρίν τη δημοσίευση τού ποιήματος

οι δυνάμεις τών ΗΠΑ και τής Βρετανίας έχουν καταλάβει

τήν Βαγδάτη.


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s