τα παιδιά ξεχύνονται στούς δρόμους

 Κι ενώ κοιμόμασταν ύπνο βαθύ «εμείς οι κούφιοι άνθρωποι, εμείς οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι που λησμονήσαμε όλους τους Θεούς, εκτός από τοκογλυφία, λαγνεία και εξουσία» (Τ. Έλιοτ), δεν καταλάβαμε πως «έκαναν σύσκεψη μυστική τα παιδιά και βγήκαν σε  δρόμους και σε πλατείες» (Ο. Ελύτης) και μεις που τους κάναμε «το αύριο σαν αύριο να μη μοιάζει» (Κ. Καβάφης), όταν ξυπνήσαμε είδαμε τα παιδιά μας θάλασσα να κατακλύζει τους δρόμους, και είπαμε «λάθος»…«αλλά θάλασσα λανθασμένη δε γίνεται» (Ο. Ελύτης). Και τα είδαμε να μας χαιρετίζουν απ’ τα πεζοδρόμια και να μας φωνάζουν καληνύχτα στα τρύπια ιδανικά σας, θα σας κάνουμε εμείς να μάθετε ζωή, φτάνει πια, δε θέλουμε να ζούμε «θηλάζοντας απ’ την άρρωστη καθημερινότητά σας» (Ν. Καρούζος). Και επέμεναν να μας φωνάζουν “χαιρετίσματα στην εξουσία, εμείς πάμε ν’ ανάψουμε «φωτιές»” και μεις «μες στου ύπνου την ενέδρα» (Μ. Αναγνωστάκης) ξανακούσαμε την κραυγή τους “πάμε ν’ ανάψουμε «φωτιές» μιας και «δικαιοσύνη δε βρίσκομεν από κανέναν παρά μόνον όλο δόλον και απάτη» (Μακρυγιάννης)…και η κραυγή τους έγινε τραγούδι «ένα και δυο τη μοίρα μας δε θα μας την πει κανένας, ένα και δυο τη μοίρα του ήλιου θα την πούμε εμείς…Εμείς τη λέμε τη ζωή την πιάνουμε απ’ τα χέρια, κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν, εμείς τη λέμε τη ζωή πηγαίνουμε μπροστά μ’ όρτσα πανιά μ’ άρμη στα χείλη, είμαστε από καλή γενιά» (Ο. Ελύτης).

Κι ύστερα «το βράδυ άναψαν φωτιά και τραγουδούσαν γύρω τριγύρω: φωτιά ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη, φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας, λέγε μας  τη ζωή» (Ο. Ελύτης). Και μεις τα ρωτήσαμε «γιατί;» και μας απάντησαν «γιατί μες στο χειμώνα σας, δολοφόνησαν την άνοιξη…αχ, γιατί το δίκιο να το ‘χει πάντα η αδικία;» (Β. Λεοντάρης). Και κει στα πεζοδρόμια με το δόρυ της νιότης στα χέρια τους τα συντρόφευε και τα ψύχωνε ο ψίθυρος του ποιητή «ω παιδιά που με νιώθετε- πατριωτάκια του ήλιου, με βέργες και με παράξενα πουλιά στα χέρια, με χλοερές καρδιές και μάτια καθαρά, που ζεσταίνεται στην αγκαλιά σας ένα φως απέραντο, από την άκρη του ουρανού ως το βάθος της καρδιάς, με πείσμα πορφυρό- πατριωτάκια του ήλιου, που λέτε: ο μόνος δρόμος είναι η ανατολή» (Ο. Ελύτης).

 Κι ένα λιγνό αγόρι, μορτάκι του άσπρου σύννεφου φτερούγαγε από πάνω τους και τα συντρόφευε κι ήταν « ωραίο σαν άγγελος με δυο φτερούγες ανοιχτές, η μια βυθούσε στ΄ αύριο, η άλλη χανότανε στο χτες» (Κ. Βάρναλης) και κείνα προχωρούσαν κατάμπροστα στον ήλιο τραγουδώντας «τα παιδιά ξεχύθηκαν στους δρόμους, τα τραγούδια τους δεν είναι πια κουρέλια, έντιμο αίμα, έντιμο αίμα, που ζητάει, που ζητάει εκδίκηση» (Ο. Ελύτης).

 Προχωρούσαν και τραγουδούσαν και το πανό που κράταγαν ψηλά έγραφε «Ζητείται ελπίς» (Α. Σαμαράκης).

Γιάννης Π. Τζήκας ( itzikas@in.gr )

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “τα παιδιά ξεχύνονται στούς δρόμους

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s